Οξυγόνο

Πρωτοβρόχια, τέλη Νοεμβρίου. Άργησαν πολλές μέρες, μα ήρθαν με ή χωρίς Αγίους. Εξάλλου δεν ψάχνω για Αγίους. Βλέπω μόνο και αισθάνομαι κάτω από το πετσί μου μια διαβολεμένη χρονιά να εκπνέει βασανιστικά με ανθρώπινες απώλειες, με καρκίνους, χειρουργεία, με βομβαρδισμούς, πυρκαγιές, χαμένες πατρίδες, βάρκες φορτωμένες προσφυγιά, πνιγμένους ενός κατώτερου θεού, κυνηγημένους, βαρβαρότητες κάθε είδους, με μια μπόχα θανάτου, μισανθρωπία, επιθέσεις παρανοϊκών, μ΄ έναν ακάλυπτο κι αμφιθεατρικό φανατισμό και ρατσισμό, με υποκρισία, φρενοπάθεια, με πολλή λάσπη, με βροντερά ΌΧΙ που έγιναν γονατιστά ΝΑΙ, με μια γεύση ασφυξίας στα χείλη, με πολλά γιατί αναπάντητα.

Βρέχει νερό, βρέχει λάσπη, το χώμα μυρίζει όμορφα και πάνω του περπατώ ξυπόλητη. Κάνω τη λάσπη ρούχο μου, στολή μιας μάχης που έχει και νικητές. Χαμογελώ ριζωμένη στη λάσπη, τη δική μου και με θωρούν δεκάδες διάβολοι και τους κοιτώ κατάματα και δεν σκιάζομαι. Και μέσα στις λιμνούλες του νερού, που σχηματίζει η βροχή βλέπω μικρές ιστορίες, πρόσωπα που ρέουν, χάνονται και επανέρχονται. Βλέπω λέξεις στα χείλη που δεν ειπώθηκαν, βλέπω την σιωπή στα βλέμματα, βλέπω χάρτινα καραβάκια να επιπλέουν θαρραλέα, βλέπω τα φύλλα της ελιάς να ξεκουράζονται ανάσκελα, βλέπω εσένα κι εμένα μέσα στη βροχή να ανεβαίνουμε μαζί στο ουράνιο τόξο.

Ο Νοέμβριος είναι ο μήνας μου, η δική μου αλήθεια. Είναι μια αίσθηση, όπου τα πράγματα θαμπώνουν, σκοτεινιάζουν, πριν αναγεννηθούν. Κλείνω τα μάτια, ανοίγω τις παλάμες και αφήνομαι στις σταγόνες της βροχής. Κλείνω τα μάτια και αναπνέω. Οξυγόνο.

17f79089c87a4419173a9961a422b720

Μινόρε

Στέκεσαι όρθια. Απεριποίητη, άβαφη, ξεφτισμένη, ξεχασμένη από θεούς και δαίμονες, αλλά ακόμη όρθια.

Πίσω από τις πόρτες κάποτε οι άνθρωποι έμοιαζαν ευτυχισμένοι, ερωτεύονταν, έτρωγαν σιροπιαστά, μεθούσαν, έκαναν όνειρα στο χαρτί, άναβαν φωτιά στο τζάκι, κοιμόντουσαν χωρίς εφιάλτες σ’ ανατολές και δύσεις.Θωρούσαν περήφανα το ψηλοτάβανο και θαύμαζαν τα εκλεκτά πλακάκια χορεύοντας ταγκό.

Τώρα η στέγη δεν είναι ασφαλής πια και τα πλακάκια έγιναν θρύψαλα.Και τα παραθυρόφυλλα μισογκρεμισμένα και μισάνοιχτα αφήνουν επίμονα το κρύο να μπάζει.Και οι άνθρωποι έγιναν ένα με τους παγερούς τοίχους, το φως και η σκιά μέσα τους πάλευαν κι έγινε σκοτάδι. Και η ζωή τους πια, ένα μινόρε.

Όμοδος, Κύπρος 2016

Melodia sentimental

Eκείνες οι στιγμές λαχτάρας για τον άλλο, όταν σπας το σχήμα σου γι΄αυτόν, όταν η απόσταση των λέξεων των εραστών εκμηδενίζεται,  όταν το διάκενο των ημερών μέχρι να ειδωθούν χάνεται εντελώς, όταν οι πόθοι των κορμιών λυτρώνονται.

Thanks the giving

Το I’m not giving up on you δεν είναι ποτέ εύκολο ή ανώδυνο.  Είναι ένας μικρός θάνατος που συντηρείς σιωπηλά και τον ζεις ακόμη για όσο ζεις, σε ρουφάει και σε τιμωρεί βασανιστικά. Είναι οι υπαρξιακοί φόβοι και τα εσωτερικά εμπόδια που σε φρενάρουν. Είναι τα κενά αέρος που σε κάνουν να ουρλιάζεις χαμηλόφωνα και ενίοτε ασυγχρόνιστα.  Είναι ο ήχος του σώματος που λυγίζει και τα χιλιόμετρα πήγαινε έλα μέσα σου χωρίς τερματικό σταθμό. Είναι οι λύπες που δεν λείπουν και φωλιάζουν κοπιαστικά. Είναι οι ανάσες που μυρίζουν μοναξιά. Είναι τα μουσκεμένα μαξιλάρια. Είναι οι λέξεις στα χνωτισμένα παράθυρα του χειμώνα, που δεν έγιναν ποτέ ιστορίες. Είναι οι υφέσεις στα μαύρα πλήκτρα. Είναι το μαύρο στο λαβύρινθό σου. Είναι η εμμονή στο εδώ κι όχι στο παραπέρα. Είναι οι συγνώμες που δεν άγγιξαν τα χείλη. Είναι οι κύκλοι που δεν κλείνουν ποτέ.

Η ίδια Ανατολή

Τον συναντώ κάθε πρωί, ή σχεδόν κάθε.

Μεγάλος, Στρογγυλός, Χρυσαφής.

Τον συναντάς και συ στο άλλο μισό του νησιού.

Τον ίδιο ακριβώς.

Ήλιος, Μεγάλος, Χρυσαφής.

Σαφής και στα δύο μισά του νησιού.

Λεμεσός, 2016

Radiance

Κάθε Κυριακή, πολύ πρωί περπατούσε στην προκυμαία για να χαζέψει με τα υγρά της μάτια την αυγή. Με τ΄ακουστικά στ΄αυτιά και τα χέρια στις τσέπες. Δεν ήξερε που άλλου να τα βάλει, με μια αμηχανία παιδική να τα κρατάει ζεστά και κρυμμένα. Περπατούσε με εισπνοές βαθιές, διαφραγματικές κι εκπνοές αργές . Ήταν εκείνες οι εκπνοές από τα ταξίδια, τα φιλιά, τους έρωτες που δεν ξεχάστηκαν, τους μακρινούς φίλους, τις στιγμές ευτυχίας. Τις δικές της ανεξίτηλες στιγμές, που σαν συνωμοσία εξαπλώνονταν στο υπόστρωμα του δέρματός της. Αυτές οι στιγμές, μια προσωπική της συλλογή,  που με επιμέλεια και φροντίδα, με κόπο και περηφάνια κρατούσε σα φυλακτό στο κουτί της μνήμης της. Και τις ανακαλούσε σε κάθε βήμα εκεί στην προκυμαία.  Η δική της φωτεινή αλήθεια ή οι δαίμονες που κατοικούσαν στο κεφάλι της; Ούτε η ίδια δεν μπορούσε ν΄απαντήσει.

Κι όταν έφτανε στα βράχια έκλεινε τα μάτια, πατούσε το mute και συνέχιζε τις βαθιές εισπνοές. Άλλοτε έβλεπε το σώμα της να βουτάει στην μπλε θάλασσα και να βγαίνει γυμνή στη στεριά με την άμμο και τον βυθό στις παλάμες της περπατώντας ξυπόλητη στα ζεστά βότσαλα και το αλάτι της έγλειφε τα πόδια. Και άλλοτε έβλεπε τούτο το σώμα να αιωρείται ψηλά στο γαλάζιο και μαζί να αιωρούνται οι ελπίδες και τ΄ όνειρά της, προσμένοντας αυτόν που θα τα πραγματώσει. Και εκεί ψηλά άκουγε τα πουλιά που κελαηδούσαν τραγούδια τρυφερά  και την ταξίδευαν ανάλαφρα σε κείνη τη γη, που τα θέλω δεν λίμναζαν και οι έρωτες δεν ήταν στο standby. Και εκεί σιγουρευόταν για την ζωή της και χαμογελούσε λυτρωτικά.

13307209_10154058424205590_337890206398704979_n

Κύπρος, 2015

Μαζί

Εκείνη η βραδιά του Νοεμβρίου,

υγρή όπως η ματιά σου.

Τα δακτυλίδια του τσιγάρου μου

στον ουρανό, για να σε φτάσω.

Μαζί.

Με τόσο πάθος όσο του άξιζε.

Τόσο κοντά βρίσκεται το μακρυά.

Γοητευτικά εφικτό.


Κύπρος 2016