Lost and found 01

Με βρίσκω και με χάνω. Χρόνια τώρα. Ίσως από τα γεννητούρια μου. Σ΄έναν τόπο που δεν μεγάλωσα, μ΄ έχασα από δύο χρονών παιδί. Στον καινούργιο τόπο, όπου μεγάλωσα ένιωθα ανέλπιστα χαμένη.  Ανεξήγητα ίσως. Αλλά χαμένη. Με βρήκα μετά τα είκοσί μου χρόνια σ΄έναν άλλο τόπο, μια άλλη χώρα. Τότε έχασα και την παρθενιά μου. Σ΄εκείνη τη χώρα μιλούσα την ίδια γλώσσα με τους ντόπιους. Ανέπνεα βαθιά κι έμαθα να ζω εμένα σ΄ευτυχισμένες στιγμές. Στις άλλες στιγμές, τις δύσκολες, επέστρεφα στον χαμένο μου ευατό.

….

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έφυγα από την χώρα που δεν ένιωθα χαμένη. Με βρήκα ξανά στον γενέθλιο τόπο μου.

Lost and found, lost and found, lost, lost…

Άνθρωποι

Να μην μας λείψει το ψωμί.

Να μην μας λείψει το νερό.

Να μην μας λείψει η ανάσα.

Να μην μας λείψει η φωλιά μας.

Να μην μας λείψει η θωριά μας.

Να μην μας λείψει ο ήλιος.

Να μην μας λείψει η θάλασσα.

Να μην μας λείψει ο έρωτας.

Να μην μας λείψει το «σ’αγαπώ».

Να μην μας λείψει η συγγνώμη.

Να μην μας λείψουν οι άνθρωποί μας.

Να μην μας λείψει η ανθρωπιά.

Λέξεις

Μου τελειώνουν οι λέξεις τον τελευταίο καιρό.

Αναρωτιέμαι αν τελειώνει κι η αγάπη ή το μίσος.

Ή θα μας ψάχνουν και θα μας βρίσκουν πάντα αυτά.

Δεν θα μας αφήνουν μόνους ποτέ, όπως λέει και ο συγγραφέας.

Ούτε οι λέξεις δεν μας αφήνουν, απλά τις ξεχνάμε και τις θυμόμαστε.

Η μνήμη δεν σ΄αφήνει να ξεχνάς.

 

 

Θερμοκρασίες

Ξυπνάς μέσα στην κουφόβραση. Από την μία χαίρεσαι για την ζέστη, για το καλοκαίρι που μπήκε με όλα όσα αυτή η εποχή φέρνει, από την άλλη αυτή η ζέστη είναι ενοχλητική για το πετσί σου, για τα μέσα σου, για τη δύσπνοια που σου προκαλεί. Χαίρεσαι για την ζέστη, τις φωτεινές μέρες, για το λιοπύρι μα εκνευρίζεσαι ταυτόχρονα, γιατί δεν αντέχεις τούτο τον καιρό και ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, γιατί είναι αχαριστία να νιώθεις έτσι για τις ωραίες μέρες, για τις υψηλές θερμοκρασίες, αφού κάπου αλλού οι ωραίες μέρες είναι σπάνιες έως ανύπαρκτες και επικρατεί κρύο και μουντίλα συνεχώς στα μέσα και τα έξω των ανθρώπων.
– Κυρία σήμερα εν φτάσουμεν τους 39 βαθμούς. Να πάεις να κάμεις μια βουθκιάν στη θάλασσαν, φωνάζει ο Γιάννης, μαθητής μου, ο οποίος δίνει την τελευταία του εξέταση στο σχολείο σήμερα. Τζαι καλόν καλοκαίριν κυρία!
-Καλό καλοκαίρι Γιάννη, του απαντώ και χαίρομαι για το φως που εκπέμπει από παντού.

Το ζακετάκι

Ξέχασα το ζακετάκι μου. Το μαύρο ζακετάκι μου. Έβγαλε ήλιο και το έβγαλα. Τ’ άφησα στο παγκάκι εκείνης της πλατείας. Πόσο όμορφη ήταν εκείνη η πλατεία: τα συντριβάνια, τα μικρά παιδιά να την γυροβολάνε με τα ποδήλατά τους, οι φοιτητές να λιάζονται με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και την ζωή στις παλάμες τους. Σ’ εκείνη την πλατεία θυμάμαι και δυό-τρεις άστεγους σε εμβρυϊκή στάση πάνω σε κάποια τετραγωνικά χαρτονιού. Σκλήρα χαρτόνια που έγιναν το στρώμα ανθρώπων που χαίρονταν κάποτε- ίσως- κι αυτοί εκείνη την πλατεία. Τώρα ζωντανοί-νεκροί.

Έφυγα βιαστική μη χάσω τη πτήση μου. Χωρίς το ζακετάκι. Ξέχασα να το αναζητήσω στους ώμους, τα χέρια, το στήθος μου. Μαζί του ξέχασα κι ό,τι με τυραννούσε μέσα στο στήθος μου. «Το ωραίο σου στήθος», όπως συνήθιζες να λες τους τελευταίους μήνες. Φεύγοντας απ’ την πλατεία εκείνης της πόλης ήξερα πως μ’ είχες ξεχάσει ήδη.

-Τι ωραία βυζιά που έχεις, έλεγες.

Όταν μπήκα στο αεροπλάνο έψαξα στο σακίδιό μου το ξεχασμένο ζακετάκι. Μάταια. Όπως μάταια έψαχνα εσένα.

-Τι ωραία βυζιά που έχεις, έλεγες.

Θεωρία στη θεωρία. Ουτοπία στην ουτοπία. Δεν λαχταράς τα ωραία μου βυζιά πια. Δεν θες να τα ρουφήξεις πια. Χόρτασες τη λαιμαργία σου και φρέναρες τη δικιά μου. Κάθε φορά που σε θυμάμαι να μιλάς και να γράφεις για τα βυζιά μου, αναζητώ το γαμημένο μου ζακετάκι. Να σκεπάσει το δικό μου κρύο και τη δική σου ασχήμια. Να κρύψει εσένα, που κάποτε η ομορφιά σου με γονάτιζε.

Κοίταξα έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου. Σκοτάδι μαύρο και βαθύ. Έβαλα τότε την παλάμη στο στήθος μου κι ο ήχος εκεί ανεβοκατέβαινε σαν κύμα. «Έχω ωραία βυζιά» ψιθύρισα χαμογελώντας και συνέχισα ν’ ακούω το κύμα εκεί στ’ ανάμεσό τους.