Πόστ ιτ

Θυμάσαι τις κουβέντες μας;

Εκείνα τα «μου λείπεις» και τα «θέλω να σ’ ακούσω»

Τα γράμματα που μου΄γράφες

και τις φωτογραφίες από τα νησιά

και τα βιβλία που διαβάζαμε ταυτόχρονα

και τα ταξίδια που δεν ήρθαν

μου λύπης.

Θ΄αρχίσω να γράφω τις λύπες μου σε πόστ ιτ.

Ρολόι

Ήταν ακριβώς οκτώ η ώρα το βράδυ. Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού όπως κάθε Τετάρτη. Η ταμπέλα έγραφε ΚΛΕΙΣΤΑ. Μπροστά ήταν σκοτεινά. Εκείνος ήταν πίσω στο εργαστήριο. Προσηλωμένος ανάμεσα σε δεκάδες δίσκους, γρανάζια και δείκτες. Με τον φακό σφηνωμένο στο μάτι του τα δούλευε, τα λάδωνε, τα σκάλιζε. Προσπαθούσε να κάνει τους δείκτες να πάνε μπροστά. Κάποιοι απ΄ αυτούς πάγωσαν στον χρόνο. Έξω η θερμοκρασία γύρω στους μείον δέκα βαθμούς και ήταν ακόμη αρχές του χειμώνα. Είχε τόσο πάγο στο δρόμο, ώστε παραλίγο να γλιστρήσει στην είσοδο του μαγαζιού. Το ρολόι της σταμάτησε. Έβγαλε το κασκόλ γύρω από τον λαιμό της.  Έβγαλε τον φακό από το μάτι του. Τα χείλη της λίγο σκασμένα, μα κατακόκκινα, και το στόμα της άχνιζε από το κρύο. Το ρολόι της σταμάτησε. Αυτός συνέχισε να δουλεύει στον πάγκο. Σκυφτός και σιωπηλός πάνω στα ελατήρια και στους δείκτες. Μπήκε στο εργαστήριο του. Γύρισε το βλέμμα του προς αυτήν. Δεν έμπαινε διόλου στον κόπο για κανένα χάδι στο χέρι ή για κανένα αγκάλιασμα από τους ώμους ή για τρυφερά φιλιά. Ορμούσε κατ΄ ευθείαν στο στήθος, στους γλουτούς, στο αιδοίο της. Κτηνώδης, άγριος, ανελέητος. Πάνω στον πάγκο, ανάμεσα στα γρανάζια και στους δείκτες. Μια έκρηξη παραφροσύνης στον παγωμένο χρόνο, σ΄ έναν κόσμο που πάσχιζε να ρυθμίσει τα πάντα. Εκείνες τις στιγμές, αυτή έβλεπε το εκκρεμές στο ρολόι του τοίχου. Της έδινε έναν ρυθμό απελευθέρωσης κάποιας δύναμης που έκρυβε βαθιά ξεκλειδώνοντας όλες τις επιθυμίες της. Χωρίς αβρότητες και πνιγηρούς πόθους. Γινόταν ολόκληρη ένα υγρό σώμα που κυλούσε ανάλαφρα. Συστηνόταν με τα χέρια της, τις κλειδώσεις της, τα μαλλιά της, τα χείλη της.  Χωρίς καμία λέξη. Δύο σώματα σε άφατη λαγνεία. Παραδομένα σε μια άλλη ζωή, λίγο δική τους, λίγο ξένη. Κι όταν τελείωνε ο χρόνος τους κάθε Τετάρτη, ανάμεσα στα ρολόγια, στα γρανάζια και στους δείκτες, εκείνη ντυνόταν, έβαζε το κασκόλ της και επέστρεφε σ΄ αυτό που κάποιοι άλλοι αποκαλούσαν κανονική ζωή.

Χωρίς αιδώ

Ποιοι έρωτες και ποια σονέτα

ποιες μουσικές και θέατρα

ένα γαμήσι αρκεί

κι όλα βρίσκουν τη θέση τους στον κόσμο

ούτε ρομάντζα, ούτε λουλούδια, ούτε δώρα

ένα γαμήσι αρκεί

του στερημένου ανθρώπου τους φόβους

τα όχι και τα μη, τις ανούσιες κουβέντες

ένα γαμήσι αρκεί

ω αιδοίο μοσχομύριστο

σε προσκυνώ, σε δέομαι

παραδίδομαι στο θαύμα σου

να σκύψω να σε φιλήσω

με ευλάβεια

χωρίς

α-ι-δ-ώ