Μπακλαβάς

Έφτιαξα έναν μπακλαβά και μυρίζει όλο το σπίτι ζάχαρη, μυρίζει το σπίτι μέλι. Έκλεισα τα παράθυρα για να κρατήσω την μυρωδιά όλη μέσα στους παγωμένους τοίχους και τις κλειστές μου πόρτες. Να κρατήσω όλο το σιρόπι εδώ που μήνες στάζει η πίκρα της απώλειας, που στάζει και το φαρμάκι. Κάθε σταγόνα να ρουφώ, να γλείφω τα δάχτυλά μου, να λιγοστεύει ο πόνος σε κάθε κόκκο ζάχαρη στα θρύψαλα του φύλλου.

Έφτιαξα έναν μπακλαβά, φοράω τα καλά μου και ας τρέχουνε τα δάκρυα απ’ τα μελιά μου μάτια.

Aγέρι

Τ’ αγέρι όταν φυσάει μιλάει στις λεύκες.

Τα γύρω φύλλα ακούνε σιωπηλά

τις πρώτες τρίλλιες των πουλιών σε μια αρμονία ήχων.

Και τα νερά που τρέχουν στο αυλάκι

γλείφουν τις πέτρες σε αέναη φορά.

Γυρεύει λόγια για να πει

Μάταιος ο κόπος.

Γυρεύει βλέμμα για να βρει

Ηρεμία θανάτου.

Μόνο τ’ αγέρι σαν αδράχτι να γυρίζει

και να υφαίνει τα κουβάρια της σιωπής.

Προ-δίδω

Πάντα θα μας προδίδει το σουσάμι της λαιμαργίας στο φανελάκι απ’ το ζεστό κουλούρι του φούρνου, πάντα θα μας προδίδει το κουτάλι στο στόμα με τη λιωμένη σοκολάτα, πάντα θα μας προδίδουν τα μικρά μεγάλα ψέματα που φοράμε, πάντα θα μας προδίδει κάποιος Ιούδας.
Ποτέ δεν θα μας προδώσει η πείνα μας για ζωή.