Εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ

Κάθεσαι στην κουνιστή σου πολυθρόνα μπρος -πίσω, πίσω-μπρος,  κρατάς σφικτά το ποτήρι και μετράς τη ζωή σου:  τα κουμπιά που πάτησες κι αυτά που άφησες, αυτά που αξιώθηκες να ζήσεις 365 μέρες, τις βροχές και τις λιακάδες, τις κουκίδες χαράς που ξαποσταίνουν στο δέρμα σου,  τις αδυναμίες που δεν ξεσπούν και δεν μιλιούνται, αυτές που γίνονται άγγιγμα βαθύ και αυτές που είναι ξώφαλτσες. Μετράς τις κουβέντες που είπες κι αυτές που ξέμειναν στα συρτάρια του μυαλού σου, μετράς τα «σ΄αγαπώ, μείνε», τις σιωπές των φίλων, τους τραυματισμένους εγωισμούς και τις χαίνουσες πληγές, τις βαθιές αιμοραγίες και τα σπασμένα μέσα σου. Μετράς τα κλειδιά που πέταξες και τις μαδημένες μαργαρίτες, τα ρίσκα, τα πείσματα, τις καταθλίψεις σου. Μετράς τις αμαρτίες στ΄όνομα της Αγιοσύνης και της Πίστης που σ΄έμαθαν και χαϊδεύεις τις απιστίες στ΄όνομα της δικιάς σου θρησκείας. Μετράς τους λύκους που σ΄έφαγαν κι αυτούς που καταβρόχθησες με μια χαψιά εσύ. Μετράς νεκρούς, πνιγμένους, πρόσφυγες, αρρώστιες, βομβαρδισμούς, πολέμους, σεισμούς, πυρκαγιές, καταστροφές. Μετράς και εισπνέεις ειρωνείες και νέφος και γίνεται καζάνι ο ψυχισμός σου. Και συνεχίζεις να μετράς χορηγούς ευτυχίας, μικρές και μεγάλες πολυτέλειες, επιστροφές σε αγάπες κι αγκαλιές, γελοιοποιημένους έρωτες, νεκρούς γάμους, δεύτερες και τρίτες και τέταρτες και χίλιες φορές σε όσα σ΄επιστρέφουν ξανά πάλι εκεί, όπως εσύ ορίζεις το χώρο και τον χρόνο σου. Και μετά ξεχνάς, βγαίνεις από τις γραμμές και υψώνεις πάλι για να γκρεμίσεις τα τείχη και την τύχη εντός κι εκτός σου. Και ξανά απ’ την αρχή τα ίδια. Και η ζωή συνεχίζεται όσο κρατούν τα πράγματα και συνεχίζεις να υπάρχεις. Σβήνεις τα φώτα και κλείνεις τα μάτια.

Καμία κλάψα, καμία μετάνοια, όλα εδώ. Παράδεισος και κόλαση μαζί στην ίδια πολυθρόνα, στο ίδιο μέτρημα. Κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό σ΄αυτό το παράξενο τοπίο των ανθρώπων.

Was es ist

Es ist Unsinn
sagt die Vernunft
Es ist was es ist
sagt die Liebe

Es ist Unglück
sagt die Berechnung
Es ist nichts als Schmerz
sagt die Angst
Es ist aussichtslos
sagt die Einsicht
Es ist was es ist
sagt die Liebe

Es ist lächerlich
sagt der Stolz
Es ist leichtsinnig
sagt die Vorsicht
Es ist unmöglich
sagt die Erfahrung
Es ist was es ist
sagt die Liebe

Erich Fried

15749023_10154646549475590_742971037_o15785344_10154646549480590_509100819_o15748846_10154646549515590_244993663_o15785052_10154646549520590_612156405_o

Englisher Garten, Munich 2016

I will survive

Φοράς τις χαρές, τις καταθλίψεις σου, τραγουδάς την μουσική και χορεύεις τους χορούς που αγαπάς, ερωτεύεσαι πάλι και πάλι, γοητεύεσαι από τόπους κι ανθρώπους και λέξεις και εικόνες.  Xοντραίνεις κι αδυνατίζεις και δεν δειλιάζεις να υποστηρίζεις τις επιλογές σου δημόσια και ιδιωτικά και γυρνάς σελίδα, προχωράς και υπερασπίζεσαι το παρελθόν σου, το παρόν σου, την ύπαρξη σου, την ζωή σου. Γιατί η ζωή δεν είναι για πέταμα και το αντιλαμβάνεσαι αργά ή γρήγορα.  Με κάθε σου ανάσα. Με το δικό σου ρυθμό.

Μελομακάρονα vesrus Plätzchen

Στη βόρεια Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία μυρίζει παντού βούτυρο: τα χριστουγεννιάτικα μπισκότα (plätzchen), τα πρωινά, τα σφολιατοειδή, το φαγητό των Χριστουγέννων, όλα φωνάζουν για τη χοληστερίνη που κουβαλούν. Ειδικά τώρα τις γιορτινές μέρες σε κάθε σπίτι γίνεται διαγωνισμός, ποιο plätzchen περιέχει πιο πολύ βούτυρο, ποιο είναι πιο ευπαρουσίαστο και τραγανότερο. Μπισκοτάκια εύθραυστα και λεπτοκαμωμένα, μα άριστα σχηματισμένα έχουν μάθει στα χατήρια και τ΄απαλά αγγίγματα και μ΄ αυτό τον τρόπο αποζητούν πάσα προσοχή από τα χέρια των βουτηρό-παιδων που θα τα γευτούν. Έρχονται όμως τα μελομακάρονα, μελωμένα μέσα, τραγανά απ΄έξω, άλλοτε λεπτά, άλλοτε χοντρά καμωμένα με ή χωρίς γέμιση αρωμάτων Ανατολής και καρυδώνουν τα βουτυρομπισκοτάκια περιλούζοντάς μας μακάρια με το μέλι τους. Μακάριοι όσοι το μέλι και το βούτηρο μαζί και χώρια χαίρονται.

601850_10153697657830590_8038451242929170194_n

Κάπα

Κουμπάκια, κουτάκια, κυβάκια. Κουτάκια, κυβάκια, κουμπάκια. Κυβάκια, κουμπάκια, κουτάκια. Τα επαναλαμβάνεις συχνά για να χωνέψεις την ύπαρξή τους, αφού δυσκολεύεσαι να δεχτείς τη δικιά σου ύπαρξη ως έχει. Τ΄ανοίγεις, τα κλείνεις, τα πατάς, τα πετάς, τα ξανανοίγεις. Χαρτιά, γράμματα, λέξεις που ειπώθηκαν, που δεν ειπώθηκαν, φωτογραφίες, μυρωδιές, μουσικές, στιγμιότυπα, ενθύμια δεκαετιών, έρωτες, απογοητεύσεις, απορρίψεις, ματαιώσεις, αποτυχίες, μελαγχολίες, φόβοι, προσμονές, χαρές, σχέδια, όνειρα, δεινόσαυροι που έγιναν μυρμήγκια και τούμπαλιν για να χωρέσουν στα κουτάκια ή στα κυβάκια σου.

Όλα αυτά τα Κάπα, τα τακτοποιείς και everything is under control. Τα φωτίζεις, τ΄αερίζεις, τα βλέπεις να περνάνε σαν βαγόνια δίπλα σου. Και περιμένεις ακριβώς τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα για να μπεις μέσα στα κουτάκια ή τα κυβάκια σου έχοντας τη ψευδαίσθηση, ότι προχωράς μέσα σε τούτο το καλά οργανωμένο σου πλαίσιο. Μέχρι να γίνουν όλα ρημαδιό. Ξαφνικά, out of nowhere. Και συνειδητοποιείς τότε, ότι δεν μπορείς να πατάς κουμπάκια. Κλικ, κλικ, κλικ. Κούφια.

Η ζωή δεν σε ρωτάει πότε και πως. Συνεχίζει χωρίς όλα αυτά τα Κάπα. Και τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο τυχερός είσαι όταν σου συμβαίνει αυτό.

14264843_1745594899023988_2185003482523007701_n

Photo by Uli Kuehn

Να πλάθεις και να πλάθεσαι

Όταν το μυαλό, η ψυχή, η καρδιά, τα χέρια, το σώμα ολόκληρο «μαγειρεύουν», τα υλικά σμίγουν και πλάθονται καλύτερα. Κι είναι πολύτιμο να ξέρεις να μοιράζεσαι, να δοκιμάζεσαι, να μην ησυχάζεις την πείνα σου. Να πλάθεις και να πλάθεσαι, να βουτάς στα υλικά, να τα δουλεύεις με στοργή και σβελτάδα. Η «ζύμη» γίνεται σημείο αναφοράς σου και το αποτέλεσμα μαγικό.

15390859_10154600738700590_6076172251349135113_n

Το αγόρι με τα σπίρτα

Όταν ήταν δέκα χρονών ανακάλυψε τη χαρά της φωτιάς. Έπαιρνε το σπιρτόκουτο κρυφά, κλειδωνόταν στο μπάνιο και άναβε το ένα σπίρτο μετά το άλλο χαμογελώντας στο θέαμα του καιόμενου μικρού ξύλου. Κατέφευγε σ΄ αυτό το ηδονικό του παιγνίδι κάθε φορά που άκουγε τον μπαμπά να ζητάει κάτι από τη μαμά του: μόλις ο κύριος την έβλεπε να ξεκουράζεται λίγο θυμότανε να της ζητήσει νερό, την εφημερίδα, τα τσιγάρα του και φυσικά τη φωτιά. Η μαμά σηκωνότανε πάντα, υπακούοντας δουλικά χωρίς ν΄ αντιμιλήσει ποτέ και έφερνε στον αφέντη τα ζητούμενα.

-Έτσι είναι η αγάπη, ρε γαμώτο; αναρωτήθηκε μια μέρα ο μικρός ρίχνοντας τις κατάρες του σιωπηλά. Είναι η αγάπη σαν φωτιά, που δεν ξέρεις αν θα σου ζεστάνει τη καρδιά ή αν θα σου κάψει το σπίτι;

Πήρε τα σπίρτα, κλειδώθηκε στην αποθήκη με τα ξύλα για το τζάκι κι εξαγνίστηκε στο παρανάλωμα του πυρός.

moderne-skulpturen-menschengesichter-matchstickmen-streichholz-kunstinstalation-menschlich-kunst

Art Sculpture by Wolfgang Stiller, “Matchstickmen”

Το ασημόδεντρο

Θα ήμουν γύρω στα εφτά ή οκτώ, τέλη της δεκαετίας του 70′. Μέρες Δεκεμβρίου, μ΄έναν ήλιο με δόντια, με βροχές, ποτέ με χιόνια στην πόλη. Στην πόλη που μας «φιλοξενούσε» μετά την εισβολή του 74΄. Στο σπίτι που νοικιάζαμε και μέναμε όλοι, που «φιλοξενούσαμε» την γιαγιά και τον παππού, οι οποίοι πριν μερικούς μήνες έφυγαν από το χωριό στα κατεχόμενα και ήρθαν στην ελεύθερη Κύπρο. Δεν ήταν πια εγκλωβισμένοι, ήρθαν στη Λεμεσό για να εγκλωβιστούν εδώ.

Θυμάμαι τη γιαγιά μου ν΄αγωνίζεται να φτιάξει έξω τον δανεικό κήπο σαν τον δικό της, αυτόν που άφησε πίσω. Ο παππούς με τα εκφραστικά πράσινα μάτια να κάθεται στην αναπηρική καρέκλα μετά το εγκεφαλικό και να κοιτάει στο κενό χωρίς να μιλάει. Την μιλιά και τη θωριά του την άφησε και αυτός πίσω. Στα κατεχόμενα. Θυμάμαι ακόμα έντονα και τον πατέρα μου να καπνίζει αρειμανίως τα κόκκινα Dunhill, τρία πακέτα την ημέρα και την μητέρα μου να φροντίζει με κάθε τρόπο να μην μας λείψει τίποτα. Και πιο πολύ τα Χριστούγεννα. Μελομακάρονα, κουραμπιέδες, παραδοσιακά κουλούρια του χωριού μας. Και χειροποίητα στολίδια  για να μπουν στο δέντρο. Το ασημόδεντρο.

Θυμάμαι χρόνια την μητέρα μου να ταξιδεύει πάντα στη φύση, στα βουνά και τα λαγκάδια για να μαζέψει άγρια κρινάκια, αγριολούλουδα, κουκουναριές, κλαδιά μικρά και μεγάλα κι όλα τούτα τα φυσικά δώρα να τα μετατρέπει στο σπίτι σε έργα τέχνης, της ιαπωνικής ανθοδετικής. Και το σπίτι στολιζόταν ολόχρονα με Ικεπάνα. Χειμώνα-καλοκαίρι. Μα τα Χριστούγεννα η μητέρα μου έψαχνε περισσότερο για μεγαλύτερα κλαδιά δέντρων, που νέκρωσαν για να τα φέρει στο σπίτι με περίσσια προσοχή και να τα τοποθετήσει στο πιθάρι που έφεραν από την Καρπασία. Ένα από τα μετρημένα στα δάκτυλα οικογενειάκα κειμήλια, που του΄λαχε να σωθεί στον πόλεμο και να βρεθεί κι΄αυτό φιλοξενούμενο στο σπίτι μας. Και τα μεγάλα κλαδιά έβρισκαν τη θέση τους στο πιθάρι και ντύνονταν γιορτινά με ασημόχαρτο ένα προς ένα. Έπειτα εγώ και οι αδελφές μου περνούσαμε μέσα από τα κλαδιά του τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και τα λαμπιόνια και για φινίρισμα στο τέλος πετούσαμε στο ασημόδεντρο άσπρο βαμβάκι, για να μοιάζει το δέντρο μας χιονισμένο.

Με θυμάμαι να ξαπλώνω ανάσκελα στη άσπρη φλοκάτη και να κοιτάω ανάποδα το ασημόδεντρο, το δικό μας χριστουγεννιάτικο δέντρο που με κοιτούσε λυπημένο. Κι αναρωτιόμουνα, γιατί να μην έχουμε ένα πράσινο ζωντάνο δέντρο να στολίσουμε τα Χριστούγεννα. Τότε με περιέργεια παιδική έθετα τούτη την απορία στη μητέρα μου.

– Γιατί να νεκρώσουμεν έναν ζωντανόν δέντρον κόρη μου τζαι να μην δώσουμεν ζωήν στα νεκρά κλαδκιά τζαι να τα ντύσουμεν γιορτινά; μου αποκρινόταν η μητέρα.

-Μα είναι λυπημένο τζαι ψεύτικον τούτον το ασημόδεντρον μάμα, της απαντούσα πεισματικά.

– Μεν έσσιεις έννοιαν κόρη μου, τζαι του χρόνου εν να πάμεν πίσω στα χωρκά μας τζαι στα δέντρα μας τα ζωντανά, τζαι εννά γιορτάσουμεν τζει κάτω τα Χριστούγεννα. Ούλλοι μαζί. Δαμαί είμαστε «φιλοξενούμενοι» κόρη μου.

Και τελειώνοντας τη φράση της έβλεπα να κυλάνε στα μάγουλά της τα δάκρυα, αυτά που δεν μπόρεσα ποτέ να της σκουπίσω με τα γέλια και την χαρά ενός παιδιού που γεννήθηκε στα κατεχόμενα, αλλά μεγάλωσε φιλοξενούμενο στην ελεύθερη Κύπρο. Ελεύθερο. Κι ακόμα μετά από σαράντα κάτι χρόνια ούσα φιλοξενούμενη στη Λεμεσό θυμάμαι το ασημόδεντρο της παιδικής  μου ηλικίας, αισθάνομαι συνειδητά ή ασυνειδητά τον πόνο της προσφυγιάς και οι πηγές των δακρύων μου άδειασαν από τότε.

12189008_10153596613150590_7132645801437858660_n

Cyprus 1974, Christmas in a refugee camp