Όταν πονάς

Έσφιξα τα δόντια, κατάπια τις λέξεις

-να μην μιλήσω τώρα ή αύριο

ένα σώμα γεμάτο σύμφωνα

να βουλιάζει σε τόσες λεπτομέρειες

-ξέρουμε καλά και οι δύο

την επανάληψη του τραύματος.

Αυτό το «σ΄αγαπώ» που μου ψιθύριζες στις πιο δικές μας ώρες

είναι που πονάει ακόμη.

Πόσο σπουδαίος

Κάποτε ήμουν πολύ καλός επαγγελματίας. Υπήρξε μια εποχή που όλοι ήθελαν να έρθουν στο ιατρείο. Οι ασθενείς έπιναν νερό στο όνομά μου. «Με έκανες καινούργιο άνθρωπο, γιατρέ μου. Σαν εσένα κανείς». Τώρα δεν είμαι και τόσο εντάξει. Μπορεί να πει κανείς πως μάλλον δεν είμαι καθόλου εντάξει. Νιώθω κάτι να τρέχει από τ΄αυτί μου. Ένα περίεργο υγρό. Μυρίζει άσχημα. Αλλά δεν μπορώ να δω τι είναι ακριβώς. Προσπαθώ να φωνάξω τη γραμματέα μου, αλλά κανείς δεν με ακούει. Μάλλον σχόλασε γιατί είναι αργά. Εργατική και σχολαστική με κάθε ραντεβού. Δεν πήγαινε στο σπίτι της μέχρι να φύγει και ο τελευταίος ασθενής. Ήμουν μέγας και τρανός γι΄αυτούς. Με θαύμαζαν, με λάτρευαν μέχρι θανάτου. Το ίδιο και η γυναίκα μου. Μπορεί να την παραμελούσα λόγω της δουλειάς μου, αλλά αυτή πιστή και υπάκουη σε κάθε μου κουβέντα. Δεν ήμουν εντάξει μαζί της. Ξεχνούσα τις επετείους, τις γιορτές. Δεν κάναμε παιδιά. Δεν ήθελα λόγω δουλειάς, και η γυναίκα μου το δέχτηκε. Δεν με ενοχλούσε ποτέ στη δουλειά, κι όταν γυρνούσα στο σπίτι εκείνη με περίμενε πάντα χαμογελαστή. Τώρα νιώθω ένα υγρό να βγαίνει και από την κοιλιά μου. Πηχτό, δύσοσμο. Δεν μπορώ να σκύψω να δω τι ακριβώς είναι. Δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Πρέπει να είναι περασμένα μεσάνυχτα, γιατί είναι παντού σκοτάδι. Δεν βλέπω καλά. Τα ρούχα έχουν κολλήσει στο σώμα. Γιατί δεν με ψάχνει κανείς; Η Ελένημε έψαχνε πάντα, ακόμα κι όταν της είπα πως τελειώσαμε. Είχε έρθει στο ιατρείο μου πριν έξι μήνες με πόνο στο στομάχι. Την εξέτασα, την καθησύχασα, πως με τη θεραπευτική αγωγή το έλκος θα περάσει. Ερχόταν συχνά με πρόφαση το έλκος και περίμενε μέχρι να σχολάσω. Όταν με έβλεπε, άρχιζε να τρέμει. Κι όσο περισσότερο την κοίταζα, τόσο εκείνη έχανε τον αυτοέλεγχό της, κι εγώ τον δικό μου. Η ωραία Ελένη δεν ήταν και τόσο εντάξει τον τελευταίο καιρό. Επέμενε να με βλέπει παρόλο που το έλκος θεραπεύτηκε. Το πουκάμισο μου γέμισε υγρό. Προσπαθώ με τα δάχτυλα να το ψηλαφήσω, όπως έκανα με την ωραία Ελένη. Επέμενε πως θα κρατήσει το παιδί. Της είπα πως τελειώσαμε. Έκλαιγε με λυγμούς. Πριν από μια βδομάδα την είδα λίγο πιο ήρεμη. Είπε πως πήρε την τελική απόφασή της και ήθελε να μου δώσει κάτι. Φορούσε το κόκκινο παλτό της και μύριζε υπέροχα. «Θα κρατήσω το παιδί, είτε το θες, είτε όχι», μου είπε. Έγινα έξαλλος. Της είπα πως θα τα έλεγα όλα στη γυναίκα μου. Άρχισε τα παρακάλια να μην το κάνω. Έσφιγγε την κόκκινη ζώνη του παλτού της και με απειλούσε πως θ΄ αυτοκτονήσει. Ήθελα να εξαφανιστεί από μπροστά μου. Δεν έφευγε όμως. Με πλησίασε, κι άκουσα έναν εκκωφαντικό ήχο. Τώρα νυστάζω. Τα μάτια μου κλείνουν. Είναι πια αργά.

Σαν χαμογελαστός

Κάθεται στο άδειο τραπέζι

με το ποτήρι του κρασιού μισογεμάτο

σκόρπιες σκέψεις στο μυαλό του

ανάμεσα στον καπνό του τσιγάρου

[πότισα τις γλάστρες, έβγαλα βόλτα το σκυλί

σχημάτισα στο κατράν το τηλέφωνό της]

πέρασαν μήνες από τότε

που τον θυμάται να χαμογελά.

Τα φλυντζανούθκια

Θωρείς τα είντα ταιρκαστά που ένι, είντα όμορφα μαζί, είντα καλήν παρέαν που καμνούσιν, εν τζαι πειράζει που το ένα εν πιο μειάλον που το άλλον, θωρείς τα τζαι σσιέρεσαι τα που εταιρκάσαν έτσι ωραία. Τζαι έρκεται μια ώρα που σπάζει το έναν τζαι γίνεται πολουβίθκια τζαι στεναχωρκιέσαι που έννεν πκιόν μαζί, τζαι μεινίσκει μανιχόν του το έναν, τζαι αναρωθκιέσαι είνταλοϊς εν επρόσεχες τζαι άφηκές το να γίνει κομματούθκια, τζαι εν ημπορείς να εύρεις πάλαι το ίδιον για να ταιρκάσει όπως εταιρκάζασιν τούτα τα δκιό μαζίν. Τζαι πίνεις πκιόν τον καφέν σου πικρόν, τζαι μεινίσκεις με δκιό σσιείλη καμένα.

Κύπρος, Μάρτιος 2021

Μια άλλη άνοιξη

Μπήκε ο Μάρτης

μη μασάς

μην πονάς

τρίξε τα δόντια

κτυπάει κόκαλο η αλυσίδα

μην πονάς

φάε το παξιμάδι σου

βρεγμένη γάτα

αρμόδιος στην υπηρεσία

κτυπάς, φτύνεις, σέρνεις

το πηγαίνεις φιρί φιρί

στη πλατεία και στη γειτονιά

κι έξω έχει μια άνοιξη

σωστή τυραννία

δεν είμαστε στα καλά μας

Πάντως οι νεραντζιές μοσχοβολάνε.

O κουρέας

Ήταν Σάββατο απόγευμα, φύσαγε ένας κρύος αέρας που περόνιαζε τα κόκκαλα, όταν άνοιξα την πόρτα του κουρείου. «Κυρ-Μήτσο, έχεις χρόνο να με κουρέψεις ή κλείνεις σε λίγο; Ξέρεις εσύ, δεν θέλω πολλά-πολλά». Στεκόταν όρθιος και με κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη απέναντι απ΄ την καρέκλα που κούρευε. Χωρίς να πει κουβέντα μου έδειξε να κάτσω.

Ο κυρ- Μήτσος καταγόταν από την Εύβοια. Μου μιλούσε συχνά για το χωριό του εκεί και πως άφησε το σπίτι του το ’80  και ήρθε στην Αθήνα για ν΄αναζητήσει μια ευκαιρία, μια καλύτερη ζωή. Μου έδειχνε κιόλας τις κιτρινιασμένες φωτογραφίες στον τοίχο, και κείνη την παραλία με μια σπηλιά, «Θανάση, στην παραλία Αμανάκι θέλω να γεράσω. Σωστός παράδεισος, παιδί μου». Κάθε φόρα που πήγαινα για κούρεμα, μου΄δείχνε τις φωτογραφίες και άκουγα τις ιστορίες του. Πού και πού άφηνε το ψαλίδι στην άκρη για ν΄αναψει τσιγάρο ή να πιεί μια γουλιά απ΄ τον ελληνικό που ήταν στο φλυντζάνι απ΄το πρωί.

«Θανάση, το πήρα απόφαση: θα το κλείσω το μαγαζί. Μεγάλος δεν είμαι, πόσο με κάνεις βρε παιδί μου, τα εξήντα πέρυσι τα΄κλεισα. Ο γιος μου- συνομίληκοι πρέπει να είστε- έφυγε για Γερμανία. Ας όψεται αυτή η καταραμένη κρίση. Τόσα πτυχία και τόσες γλώσσες τι να τα κάνεις, βρε Θανάση. Και η μικρή θέλει κι αυτή να πάει να τον βρει, γιατί λέει εδώ δεν βρίσκει δουλειά, άνεργη κι αυτή μετά τις σπουδές της. Δεν τους έλειψε τίποτα. Από το πρωί ως νύχτα, έξι μέρες τη βδομάδα στο μεροκάμματο, να μην τους λείψει τίποτα. Θα το πουλήσω το μαγάζι Θανάση, και θα γυρίσω στο χωριό. Θα μοιράσω στα παιδιά τα χρήματα, ίσα θα τους τα δώσω, γιατί δεν ξεχωρίζω κανένα απ΄τα δύο Θανάση,  και θα κρατήσω λίγα για μένα, τόσα όσα για να περνάω. Ξέρεις, πως την γυναίκα μου την έχασα πριν δύο χρόνια, το πάλεψε η κακομοίρα, μα η αρρώστια την έφαγε. Λογάριαζα να την πάρω και να φύγουμε από αυτή την ζούγκλα εδώ και να γυρίσουμε στην Εύβοια τώρα που τα παιδιά μεγάλωσαν. Άλλα σχέδια είχε όμως ο από πάνω. Μόνο τα παιδιά μου έχω τώρα πια, κι αυτά γαμώ την κρίση και αυτούς που μας κυβερνούν, τα πήρε η ξενιτιά».

       Όση ώρα μου μιλούσε και με κούρευε, έβλεπα ασυναίσθητα μια τις τρίχες που έπεφταν χάμω και μια τις φωτογραφίες στον τοίχο του κουρείου. Κάποια στιγμή κόλλησε το βλέμμα μου σ΄εκείνην με την παραλία δίπλα στην σπηλιά. «Όταν πας να ζήσεις στην Εύβοια, θα ρθω να σε βρω κυρ-Μήτσο να με πας σε τούτη την καταπράσινη παραλία», του είπα για ν΄αλλάξουμε κουβέντα. «Έτοιμος Θανασάκη», μου είπε μόλις μου καθάρισε και τις φαβορίτες. Έσβησε το μισοτελειωμένο τσιγάρο του στο τασάκι, έπλυνε τα χέρια του και πήρε τα λεφτά που του έδωσα. Με συνόδευσε στην πόρτα και ανοίγοντάς την μου είπε: «Θα σε περιμένω στο χωριό Θανάση και είμαι σίγουρος πως θα λατρέψεις το Αμανάκι». Μου χαμογέλασε, έκλεισε την πόρτα και γύρισε την ταπελίτσα απ΄ την ανάποδη. «Κλειστόν».