Το γράμμα

Του τηλεφώνησαν στο Πανεπιστήμιο και του είπαν πως πέθανε ο πατέρας του από έμφραγμα. Δεν έκλαψε καθόλου. Η μάνα του είχε ήδη πεθάνει πριν χρόνια. Αδέλφια δεν είχε. Έκλεισε αμέσως πτήση για την Ελλάδα. Στην κηδεία ήταν μόνο κάποιοι γείτονες, θείες, θείοι και τα ξαδέλφιά του. Δεν έκλαψε ούτε πάνω απ΄τον τάφο. Μετά τον καφέ, πήγε στο πατρικό του. Πέρασαν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που κατέβηκε από το Μάλμο στα Χανιά. Μπήκε στην κουζίνα κι άνοιξε το ψυγείο. Γραβιέρα, ελιές και ρακή. Πήρε το μπουκάλι κι ήπιε κατευθείαν. Είχε μια πικράδα στη γεύση. Με το μπουκάλι στο χέρι πήγε στο γραφείο του πατέρα του. Κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο. Τακτοποιημένα χαρτιά και βιβλία. Όλα σε τάξη. Το μάτι του έπεσε σ΄εκείνο το στυλό, που τόσο αγαπούσε ο πατέρας του. Ξαναήπιε μια γουλιά απ΄το μπουκάλι. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι αριστερά. Κάτω από κάποια σκόρπια χαρτιά βρήκε έναν κλειστό φάκελο. «Για τον Πέτρο». Τον πήρε κι έκλεισε το συρτάρι. Ήπιε λίγη ρακή κι άνοιξε το γράμμα: «Να μιλάς καθαρά στους φοιτητές σου, με ανοιχτά φωνήεντα. Όχι δυνατά. Να μιλάς με σωστό ρυθμό, ώστε να μην βαρεθεί το κοινό σου. Όταν μιλάς, να τους βλέπεις πάντα στα μάτια. Μην ξεχνάς να κάνεις και κανένα αστείο που και που. Αλλά πάντα, να μιλάς καθαρά και να τους πείθεις για την ορθότητα των λόγων σου. Είμαι περήφανος για σένα, γιε μου. Πάντα ήμουν». Τότε άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε κι έπινε ρακή. Είχε μια πικράδα στη γεύση.

Αποχαιρετισμοί

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, τέτοια λόγια. Δεν αγαπώ τους αποχαιρετισμούς και δεν θα τους αγαπήσω ποτέ. Αλλά θα συμβαίνουν πάντα, αδιαφορώντας για μένα και τον καθένα, που τους σιχαίνεται. Mετά τις βραβεύσεις, το χειροκρότημα, τις αποφοιτήσεις, ιδιαίτερα φέτος που τις «ντύσαμε» αλλιώς, μένουν αυτά τα φωτεινά πρόσωπα των μαθητών, που σε κοιτάνε με ευγνωμοσύνη σιωπηλά, αλλά κατάματα και νιώθεις τυχερός που ήσουν ένα μικρό κομμάτι της ενηλικίωσής τους. Και θα σε βρίσκουν πάντα μετά από χρόνια κάπου φωνάζοντάς σου «Κυρία, με θυμάσαι;». Και συ θα αναρωτιέσαι (ή και πάλι όχι) σε ποια χρονιά συναντηθήκατε με αυτά τα παιδιά, που τώρα μεγάλωσαν, αυτά θυμούνται και συ έχεις συστηθεί ήδη με το αρχόμενο Αλτσχάιμερ.
Σήμερα φυσάει μια λυπημένη χαρά, αλλά και αισιοδοξία κι αγάπη, για όσα μας περιμένουν στη γωνία και με το βλέμμα, ότι όλα θα πάνε καλά.

Κύπρος, Ιούνιος 2020

Sehnsucht*

Να βρω τον τρόπο

να μην μου λείπεις·

τις εκκρεμότητες

θέλω να φτύσω,

τα φιλιά σου

στο λάρυγγα να ράψω,

τα ουρλιαχτά μου να τα πνίξω.

Ποια νοσταλγία και ποια λαχτάρα

στο σώμα μου φωλιάζει,

όταν την ελεγεία του Ραχμάνινοφ ακούω;

Μου φαίνεται πως,

κάποιος άλλος είσαι πια

κι εγώ εκείνη

που δεν γνώρισες ποτέ.

 

Sehnsucht: νοσταλγία

Στη Χρυσάνθη

Τις νύχτες μελετούσε τις νότες στο κορμί της.

Οι μπούκλες των μαλλιών της φέγγιζαν στο σκοτάδι.

Στα χείλη της φώλιαζε ο πόθος του

κι έσκυβε να πάρει την πάχνη των φιλιών της.

Μα ένα βράδυ ενός παράξενου Απρίλη

φύσηξε ξαφνικά ένας αέρας δυνατός,

κι εκείνος δεν κατάφερε να την κρατήσει.

Σήκωσε το σεντόνι και είδε τη σιωπή στο αδειανό κορμί της.

Δεν κρατάνε πια ο ένας το χέρι του άλλου.

Οι νότες έμειναν ασάλευτες και η μουσική σύνθεση ημιτελής.

«Χάθηκε για μας ο Χρόνος» μουρμούρισε στ’αυτί της.

Κι ο μετρονόμος συνέχιζε σ’ έναν παράξενο ρυθμό ν’ακούγεται στο πιάνο.

Η μυρωδιά της

1.

Σαν παιδί
την κοιτούσα κρυφά να καθαρίζει
το πάτωμα με εφημερίδες.
Τα δάκρυά της έσταζαν στους τίτλους των ειδήσεων,
οι λέξεις σκορπίζονταν παντού
κι εκείνη τις μάζευε από χάμου
συλλαβή-συλλαβή
τα θέ- και τα -λω
σφουγγίζοντας τα μάτια της κρυφά να μην την δω.
Δε φεύγει απ΄το μυαλό μου η μυρωδιά στο πάτωμα.

 

2.

Δυνάτος ήταν ο κρότος,
όταν το φλυτζάνι έσπασε στα χέρια της,
το αίμα έτρεχε αυλάκι στο πάτωμα
κι εκείνη σαν πορσελάνη
μετρούσε στάλα στάλα
τη μοναξιά της.

Κακό μοντάζ

Είμαι το διάλειμμα στην ταινία,

οι σκηνές που κόβονται στο μοντάζ.

Είμαι το χέρι που σκουπίζει τον ιδρώτα,

η στάση των πέντε λεπτών στην ορειβασία.

Ήμουν ο στέρεος κόσμος που ξαπόστασες.

Τώρα δεν είμαι πάρα μια σκιά της δικής μου σκιάς.