Ακατάσχετα

Πάσχουμε από ακατάσχετη φλυαρία

ή από ακατάσχετη αφωνία.

Ομιλητικοί συχνά είναι εκείνοι

που θα’ πρεπε να σωπαίνουν.

Μια ακατάσχετη σιωπή

μας σώζει ή μας σφάζει.

Οι φίλοι μου

Περπατάς μαζί τους, δεν ξέρω

πόσα χιλιόμετρα

μέσα στη βροχή, στη λάσπη, στον καύσωνα

στο πρώτο, στο δεύτερο και στο πολλοστό παραπάτημα

σου δίνουν το χέρι

σκουπίζουν τις πληγές και το εγώ σου.

Πότε στο φως, πότε στο σκοτάδι και πότε στο θάμπος

συνοδοιπόροι, συνομιλητές και σιωπηλοί

σου λένε την αλήθεια με αθρώπινη λαλιά.

Δεν είναι νάρκισσοι, μήτε ζηλόφθονες

μοιράζουν το ψωμί και το κρασί τους

εις τ΄όνομα της αγίας ψυχής τους

και κοινωνούν μαζί σου

εις τον αιώναν τον άπαντα.

Όταν πονάς

Έσφιξα τα δόντια, κατάπια τις λέξεις

-να μην μιλήσω τώρα ή αύριο

ένα σώμα γεμάτο σύμφωνα

να βουλιάζει σε τόσες λεπτομέρειες

-ξέρουμε καλά και οι δύο

την επανάληψη του τραύματος.

Αυτό το «σ΄αγαπώ» που μου ψιθύριζες στις πιο δικές μας ώρες

είναι που πονάει ακόμη.

Πόσο σπουδαίος

Κάποτε ήμουν πολύ καλός επαγγελματίας. Υπήρξε μια εποχή που όλοι ήθελαν να έρθουν στο ιατρείο. Οι ασθενείς έπιναν νερό στο όνομά μου. «Με έκανες καινούργιο άνθρωπο, γιατρέ μου. Σαν εσένα κανείς». Τώρα δεν είμαι και τόσο εντάξει. Μπορεί να πει κανείς πως μάλλον δεν είμαι καθόλου εντάξει. Νιώθω κάτι να τρέχει από τ΄αυτί μου. Ένα περίεργο υγρό. Μυρίζει άσχημα. Αλλά δεν μπορώ να δω τι είναι ακριβώς. Προσπαθώ να φωνάξω τη γραμματέα μου, αλλά κανείς δεν με ακούει. Μάλλον σχόλασε γιατί είναι αργά. Εργατική και σχολαστική με κάθε ραντεβού. Δεν πήγαινε στο σπίτι της μέχρι να φύγει και ο τελευταίος ασθενής. Ήμουν μέγας και τρανός γι΄αυτούς. Με θαύμαζαν, με λάτρευαν μέχρι θανάτου. Το ίδιο και η γυναίκα μου. Μπορεί να την παραμελούσα λόγω της δουλειάς μου, αλλά αυτή πιστή και υπάκουη σε κάθε μου κουβέντα. Δεν ήμουν εντάξει μαζί της. Ξεχνούσα τις επετείους, τις γιορτές. Δεν κάναμε παιδιά. Δεν ήθελα λόγω δουλειάς, και η γυναίκα μου το δέχτηκε. Δεν με ενοχλούσε ποτέ στη δουλειά, κι όταν γυρνούσα στο σπίτι εκείνη με περίμενε πάντα χαμογελαστή. Τώρα νιώθω ένα υγρό να βγαίνει και από την κοιλιά μου. Πηχτό, δύσοσμο. Δεν μπορώ να σκύψω να δω τι ακριβώς είναι. Δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Πρέπει να είναι περασμένα μεσάνυχτα, γιατί είναι παντού σκοτάδι. Δεν βλέπω καλά. Τα ρούχα έχουν κολλήσει στο σώμα. Γιατί δεν με ψάχνει κανείς; Η Ελένημε έψαχνε πάντα, ακόμα κι όταν της είπα πως τελειώσαμε. Είχε έρθει στο ιατρείο μου πριν έξι μήνες με πόνο στο στομάχι. Την εξέτασα, την καθησύχασα, πως με τη θεραπευτική αγωγή το έλκος θα περάσει. Ερχόταν συχνά με πρόφαση το έλκος και περίμενε μέχρι να σχολάσω. Όταν με έβλεπε, άρχιζε να τρέμει. Κι όσο περισσότερο την κοίταζα, τόσο εκείνη έχανε τον αυτοέλεγχό της, κι εγώ τον δικό μου. Η ωραία Ελένη δεν ήταν και τόσο εντάξει τον τελευταίο καιρό. Επέμενε να με βλέπει παρόλο που το έλκος θεραπεύτηκε. Το πουκάμισο μου γέμισε υγρό. Προσπαθώ με τα δάχτυλα να το ψηλαφήσω, όπως έκανα με την ωραία Ελένη. Επέμενε πως θα κρατήσει το παιδί. Της είπα πως τελειώσαμε. Έκλαιγε με λυγμούς. Πριν από μια βδομάδα την είδα λίγο πιο ήρεμη. Είπε πως πήρε την τελική απόφασή της και ήθελε να μου δώσει κάτι. Φορούσε το κόκκινο παλτό της και μύριζε υπέροχα. «Θα κρατήσω το παιδί, είτε το θες, είτε όχι», μου είπε. Έγινα έξαλλος. Της είπα πως θα τα έλεγα όλα στη γυναίκα μου. Άρχισε τα παρακάλια να μην το κάνω. Έσφιγγε την κόκκινη ζώνη του παλτού της και με απειλούσε πως θ΄ αυτοκτονήσει. Ήθελα να εξαφανιστεί από μπροστά μου. Δεν έφευγε όμως. Με πλησίασε, κι άκουσα έναν εκκωφαντικό ήχο. Τώρα νυστάζω. Τα μάτια μου κλείνουν. Είναι πια αργά.

Σαν χαμογελαστός

Κάθεται στο άδειο τραπέζι

με το ποτήρι του κρασιού μισογεμάτο

σκόρπιες σκέψεις στο μυαλό του

ανάμεσα στον καπνό του τσιγάρου

[πότισα τις γλάστρες, έβγαλα βόλτα το σκυλί

σχημάτισα στο κατράν το τηλέφωνό της]

πέρασαν μήνες από τότε

που τον θυμάται να χαμογελά.