Επιστροφή

Κάναμε ανώδυνες κουβέντες

χωρίς παύσεις.

Δεν ακουμπήσαμε το παρελθόν,

εκείνο που μας πόνεσε.

Ούτε το μέλλον.

Ακούμπησαμε στους πόνους των σωμάτων μας.

Για τους άλλους ούτε κουβέντα.

Ούτε καταλάβαμε πως πέρασε η ώρα,

πως πέρασε τόσος καιρός σιωπής

πως αντέξαμε τόση σιωπή.

Το 2021 να θυμάμαι να μην ξεχνώ…

Το 2021 να θυμάμαι να μην ξεχνώ να δέχομαι τις απώλειες: πως εκείνο το τηλεφώνημα δεν έγινε ποτέ, εκείνο το γράμμα χάθηκε, εκείνο το ταξίδι ακυρώθηκε. Να μην ξεχνώ πως εσύ έχασες τους γονείς σου, κι εγώ το παιδί που δεν πρόλαβα να γεννήσω, εκείνος έχασε τη δουλειά του, κι εκείνη τον ύπνο της. Κάποιοι άλλοι έχασαν τις ευκαιρίες να πουν συγνώμη, έσφαλα, λυπάμαι, μου λείπεις και κάποιοι έχασαν εντελώς την  ψυχή τους. Τώρα πια επαναλαμβάνω διαρκώς αυτό που ο Τζόυς έγραφε στην Νόρα «πως δεν έχουμε παρά μια πολύ σύντομη ζωή για να αγαπήσουμε». Θέλω να ζήσω.

Πρώτη δημοσίευση στον Ορίζοντα της εφήμεριδας Χαραυγή στις 3 Ιανουαρίου 2021

Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Μιχάλη Γκάνα

Κάθεται μόνος
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
Κανείς δέ θά’ ρθει καί τό ξέρει,
κλεῖσαν οἱ δρόμοι ἀπό το χιόνι, σάν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα καί πάλι
καί τά ποτά κρυώνουν στό ντουλάπι.
Τό τσίπουρο στυφό, τό οὖζο γάλα καί τό κρασί ραγίζει τά μπουκάλια.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
Δεν πίνει, δεν καπνίζει, δέ μιλάει.
Στήν τηλεόραση χιονίζει,
Τό στρώνει ἀργά στό πάτωμα καί στό τραπέζι
καί στίς παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
πού τόν κοιτάζουν ἀπ’ τό μέλλον.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
Καί μόνο τό δικό της βλέμμα
ἔρχεται ἀπό τά περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ το πρωί.
Πῶς νά τοῦ πῶ «Καλά Χριστούγεννα»,
Εὐχές δέ φθάνουν ὣς ἐδῶ,
Δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τό κλαδί τῆς μνήμης,
μά νά τρυπώσει δέν μπορεῖ στή μοναξιά του.
Μιά μοναξιά πού χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ ὅλα τά ὑλικά καί δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ἀκόμη
Γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
μέ ἀργές κινήσεις σά νά τό χαϊδεύει.
Μένει στά δάχτυλα τό λάδι
ἀλλά τό χάδι χάνεται.
Θυμᾶται κυνηγετικές σκηνές
μέ ἀγριογούρουνα καί χιόνια ματωμένα,
πρίν γίνει θήραμα κι ὁ ίδιος
στήν μπούκα ἑνός κρυμμένου κυνηγοῦ,
πού τόν παραμονεύει ἀθέατος
ἀφήνοντας νά τόν προδίδουν κάθε τόσο
πότε μιά λάμψη κάνης,
πότε μιά κίνηση στίς κουμαριές
κι ἡ μυρωδιά ἀπ’ τό βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ὅτι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια καί μπαρούτι μαῦρο.
Ὅταν ἀποφασίσει νά τοῦ ρίξει
δέ θά προλάβει πάλι νά τόν δεῖ
πίσω ἀπ’ τό σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.

Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,
καί δέν τόν τιμωρῶ ἐγώ μ’ αυτές τίς σκέψεις,
πῶς νά πλαγιάσει καί νά κοιμηθεῖ.
Λέω νά γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,
ἕνας πατέρας πού τοῦ ἒτυχε
σιωπηλό καί δύστροπο παιδί,
καί νά τοῦ πῶ μιά ἱστορία
γιά νά τόν πάρει ὁ ὓπνος.

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά πάρε καί τόν πατέρα…
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε καί τόν πατέρα• ἀπ’ τίς μασχάλες πιάσ’ τονε
σά νά’ ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τά παιδιά
ἐκεῖ περπάτησέ τον, μέ τό βαρύ ἀμπέχωνο
στίς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλό σκυλί
καί τούς παλιούς του φίλους, καί ρίξε χιόνι ὓστερα
ἄσπρο σάν κάθε χρόνο. Νά βγαίνει ἡ μάνα νά κοιτᾶ
ἀπό τό παραθύρι, τήν ἔγνοια της νά βλέπουμε
στά γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νά τῆς τό κρύβουμε
πώς εἶναι πεθαμένη.

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μέ τούς ἀνήλικους γονεῖς,
παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σέ στρωματσάδα ρίξε μας
μιά νύχτα τοῦ χειμώνα, πίσω ἀπ’ τά ματοτσίνορα
ν’ ακοῦμε τούς μεγάλους, νά βήχουν, να σωπαίνουνε,
νά βλαστημοῦν τό χιόνι. Κι ἐμεῖς νά τούς λυπόμαστε
πού γίνανε μεγάλοι καί νά βιαζόμαστε πολύ
νά μοιάσουμε σ’ εκείνους, νά δοῦν πώς μεγαλώσαμε
νά παρηγορηθοῦνε.

[Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα. ]

Γέρασα, αγάπη μου

Δρόσισα λίγο το πρόσωπό μου με κρύο νερό. Είναι έξι το πρωί κι έξω είναι ακόμη σκοτάδι. Κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη πάνω από τον νιπτήρα. «Χρόνια σου πολλά. Σήμερα θα βγω και θα πάω στο βουνό μας. Αν καταφέρω να το ανέβω, θα καθίσω στην καντίνα και θα πιώ μια μπύρα στην υγεία σου». Κοιτάω τις γκρίζες τρίχες στα μαλλιά μου. «Τα άφησα ν΄ ασπρίσουν. Όπως σου αρέσουν».

Δέκα, έντεκα, δώδεκα, είκοσι. Μετράω τα τελευταία μου βήματα. Η ανηφόρα με κουράζει. «Έλα Μάρθα μου, σχεδόν φτάσαμε. Τα καταφέρνεις μια χαρά. Ξέρεις πόσο καλό μας κάνει η πεζοπορία». Αυτά μου έλεγες κι εγώ σου γκρίνιαζα, σταματούσα αρκετές φορές για να θαυμάσω δήθεν την φυλλωσιά του δέντρου ή τον κορμό ενός άλλου ή τα άγρια μανιτάρια ή τέλος πάντων να ξαποστάσω γιατί δεν μπορούσα τους δικούς σου γρήγορους ρυθμούς. Ακόμη λίγο νομίζω και φτάνω. Όπου να ΄ναι θα δω την καντίνα. Ο ήλιος εδώ ψηλά με τυφλώνει, καθώς ψάχνω να δω στο βάθος αν πλησιάζει το τέλος του γολγοθά μου. Βγάζω το παγούρι από το σακίδιο στην πλάτη μου και ρίχνω λίγο νερό στο μέτωπο μου να δροσιστώ. 

«Δεν κάνω ρε παιδί μου για τέτοια σπορ εγώ. Κουράζομαι δεν το βλέπεις. Σαν γριά γυναίκα νιώθω κάθε φορά που με τραβάς σ΄ αυτές τις πεζοπορίες. Ασθμαίνω, θέλω να ξαποστάσω εδώ και κει, κουράζομαι», σου επαναλάμβανα διαρκώς σε κάθε μας εξόρμηση. «Έλα γλυκιά μου, σαράντα χρονών κορίτσι, στο άνθος σου είσαι λουλούδι μου. Μη λες για γεράματα και ανοησίες. Έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας ακόμη» συνέχιζες για να με γλυκάνεις να φτάσουμε επιτέλους στο τέρμα.

Στέκομαι στην ουρά της καντίνας για να πάρω τις μπύρες.  Είναι πολύς ο κόσμος σήμερα εδώ, γιατί η μέρα είναι ωραία για πεζοπορία, ορειβασία και όλες αυτές τις εκδρομές που κάνουν οι ευτυχισμένοι άνθρωποι. Σε βλέπω δίπλα μου να χαμογελάς με το σκουφί στο χέρι σου έτοιμος να παραγγείλεις τις μπύρες και τα μπρέτζελ*. «Θα παραγγείλετε; Τι περιμένετε;» με ρωτάει ο υπάλληλος της καντίνας, ενώ ο κόσμος πίσω μου αρχίζει να δυσανασχετεί μαζί μου. Δεν απαντώ, γιατί περιμένω να παραγγείλεις εσύ, όπως κάθε φορά που ερχόμασταν εδώ. Δεν λες τίποτα όμως, παρόλο που σε βλέπω ολοζώντανο δίπλα μου.  Δεν μιλάς. Ξέρω, έχεις πεθάνει εδώ και πέντε χρόνια. «Δύο μικρά ποτήρια μπύρας draft και ένα μεγάλο μπρέτζελ», λέω μετά από μια χρονοκαθυστέρηση. 

Κρατάω τις μπύρες στα χέρια μου και ψάχνω άδειο τραπεζάκι για να καθίσω. Κοιτάζω δειλά δεξιά και αριστερά παρέες από νεαρούς μέχρι ηλικιωμένους να κάθονται, γελάνε, τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, τα μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα εδώ και κει. Βλέπω ένα ελεύθερο τραπεζάκι σε μια γωνιά. Αφήνω τις μπύρες, βγάζω το σκουφί μου και κάθομαι. Φτιάχνω με τα χέρια λίγο τα μαλλιά και κάποιες άσπρες τρίχες μένουν στα δάχτυλά μου. «Γέρασα αγάπη μου. Αλλά σήμερα κατάφερα κι ανέβηκα το βουνό μας. Αντέχω ακόμη. Χρόνια σου πολλά! Σήμερα θα γινόσουν σαρανταοκτώ χρονών. Prost!*». Τσουγκρίζω  την μπύρα μου με τη δική σου και σκέφτομαι τον χρόνο που κυλά αλύπητα, τις γιορτές που δεν μοιάζουν πια με γιορτές, τις πεζοπορίες που δεν θα κάνουμε,  σκέφτομαι τους ανθρώπους που δεν είναι πια εδώ.  

μπρέτζελ: γερμανικό αρτοσκεύασμα

Prost: (γερμ.) στην υγειά σου