Ένας ημιτελής έρωτας

Έγραφα πάντα όταν τα παιδιά κοιμόντουσαν. Κι όταν αυτά ήταν στο σχολείο. Ήταν οι ώρες της απόλυτης ησυχίας. Της δικής μου μοναξιάς. Σαν συγγραφέας περνούσα τις πιο πολλές ώρες της συγγραφικής μου ζωής στο γραφείο. Ήταν το καταφύγιό μου σ΄ένα σπίτι με παιδιά και σύζυγο. Ανάμεσα στις βιβλιοθήκες, τα στοιβαγμένα βιβλία στο πάτωμα και το μικρό φωτιστικό του γραφείου, βρισκόταν όλος μου ο κόσμος. Όλα στη θέση τους, συγυρισμένα, καθαρά, τα βιβλία τοποθετημένα με αλφαβητική σειρά στις βιβλιοθήκες. Όταν έγραφα ένιωθα μια απερίγραπτη ελευθερία στα δέκα τετραγωνικά του δωματίου μου. Δεν υπήρχε ο χωροχρόνος, όταν οι λέξεις γράφονταν στα πλήκτρα του υπολογιστή. Και τώρα ήμουν λίγο πριν το τέλος του δέκατου μυθιστορήματός μου.

Την είχα γνωρίσει σε μια παρουσίαση βιβλίου ενός κοινού φίλου. Ψηλή, μελαχρινή, μ΄ένα ακαταμάχητο βλέμμα κι ένα χαμόγελο που εξέπεμπε όλη την ζωντάνια ενός χορτασμένου ανθρώπου. Θα ήταν γύρω στα σαρανταπέντε, αλλά έμοιαζε μικρότερη, αφού αυτή η γλύκα που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της έκανε τις ρυτίδες της ακόμη πιο γοητευτικές. ΄Οταν με αναγνώρισε, γιατί είχε διαβάσει κάποιο βιβλίο μου -όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα- ήρθε σαν σίφουνας να συστηθεί. «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω από κοντά». Και ξεκίνησε μια συνομιλία ανάμεσά μας που κράτησε μέχρι αργά, όταν ακόμη κι ο τελευταίος επισκέπτης του βιβλιοπωλείου αποχώρισε. Ανταλλάξαμε ηλεκτρονικές διευθύνσεις, αλλά όχι τηλέφωνα.

Η αλληλογραφία μας ξεκίνησε την επόμενη μέρα. Η επικοινωνία όμως με την Άννα δεν περιορίστηκε στα μέηλ. Σύντομα αρχίσαμε να μιλάμε και στο τηλέφωνο. Παντρεμένη κι αυτή με παιδιά, δεκαοκτώ χρόνια έγγαμου βίου. Όπως κι εγώ. Προλάβαμε να βρεθούμε μια φορά από κοντά. Ο έρωτας μας ήταν ακαριαίος και παράκαιρος. Αυτό της έλεγα διαρκώς, αλλά δεν ήθελα να το παραδεκτώ κι εγώ ο ίδιος. Όταν δεν την έβλεπα ή δεν της μιλούσα ένιωθα πως έλειπε ένα κομμάτι από το σώμα μου. Θέλαμε και οι δυο να αποφυλακίσουμε τον πόθο και το πάθος που είχε θαφτεί μέσα στους γάμους μας. Σιγόβραζε η λαχτάρα μας να ξαναζήσουμε ό,τι θεωρούσαμε ζωντανό μέσα μας απ΄όσα είχαμε ήδη ζήσει. Κι έπειτα ήρθαν τα σχέδια για ένα σύντομο ταξίδι στο Παρίσι. Μόνο οι δύο μας.  Για να ζήσουμε όλα αυτά,  που ανταλλάσαμε με λέξεις στο χαρτί και τη φωνή τόσο φλογερά.

Δεν τα καταφέραμε όμως, γιατί ήρθε ο εγκλεισμός. Η πανδημία του ιού εξαπλώθηκε με γοργούς ρυθμούς. Τότε κλειστήκαμε στα σπίτια μας, στους κρύους τοίχους των διαμερισμάτων, πίσω από σφαλισμένες πόρτες προσδοκώντας γρήγορα την ανάσταση του έρωτά μας: όλα εκείνα τα φιλιά που δεν προλάβαμε ν΄ανταλλάξουμε, τον ιδρώτα στα κορμιά μας  που δεν μυρίσαμε, τα χάδια που έμειναν αξόδευτα,  τις υποσχέσεις που λέχθηκαν, αλλά δεν έγιναν πράξη.

Οι μέρες κυλούσαν βασανιστικά, αφού το σπίτι έγινε φυλακή για όλους μας. Κλειδωνόμουν στο γραφείο από νωρίς το μεσήμερι μέχρι να γύρει ο ήλιος που έβλεπα μόνο από το παράθυρο πια. Η κυκλοφορία των ανθρώπων στους δρόμους απαγορεύτηκε. Η επικοινωνία μου με την Άννα ήταν δύσκολη έως και αδύνατη πια. Τώρα συζούσαμε και οι δύο με όλα αυτά, που μας στερούσαν το δικό μας οξυγόνο. Βουλιάζαμε κάθε μέρα και πιο πολύ σε αχαρτογράφητα νερά λόγω της ανυπαρξίας μιας ουσιαστικής επαφής. Δεν είχα σάλιο να μιλήσω, αέρα ν΄αναπνεύσω.

 Άρχισα να χάνομαι μέσα στο γραφείο μου: οι βιβλιοθήκες  έμοιαζαν να υψώνονται απειλητικά προς το ταβάνι, τα βιβλία μ΄έπνιγαν με τη στοιβαγμένη σκόνη τους, τσαλακωμένα χαρτιά πεταμένα στο πάτωμα έγιναν διάσπαρτες μπάλες ενός μπιλιάρδου χωρίς παίχτες. Και οι λέξεις μάγκωσαν στον υπολογιστή. Δεν μπορούσα πια να γράψω τίποτα απολύτως. Καμία διάθεση να ολοκληρώσω το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου. Όταν νύχτωνε, αναβόσβηνα το φωτιστικό πάνω στο γραφείο νευρικά, παρακολουθώντας τις σκιές των αντικειμένων να γιγαντώνονται στα μάτια μου. Η εξωτερική ακαταστασία  του γραφείου φανέρωνε την έσω αταξία του αδιέξοδου έρωτά μου με την Άννα. Ζούσα έναν εφιάλτη μέσα στον μεγαλύτερο εφιάλτη της πανδημίας.

Ήθελα μόνο να την δω, να την αγγίξω, να την φιλήσω, να την σφίξω στην αγκαλιά μου. Μετά από πέντε βδομάδες εγκλεισμού στο σπίτι ζούσα σ΄ένα χάος. Όλα είχαν πια παγώσει: ο χρόνος, η οθόνη του υπολογιστή, τα ερωτικά μηνύματα, οι ηδονές, οι λέξεις που δεν αρθρώνονταν πουθενά. Κι εγώ μ΄ένα delete τα έσβησα όλα. Τα πάντα αφανίστηκαν.

Το μέτρημα

Ίσως είναι μεσημέρι, απόγευμα ή νύχτα. Κάθεσαι στην κουνιστή σου πολυθρόνα μπρος -πίσω, πίσω-μπρος, κρατάς σφικτά το ποτήρι και μετράς τη ζωή σου:  τα κουμπιά που πάτησες κι αυτά που άφησες, αυτά που αξιώθηκες να ζήσεις 365 μέρες, τις βροχές και τις λιακάδες, τις κουκίδες χαράς που ξαποσταίνουν στο δέρμα σου,  τις αδυναμίες που δεν ξεσπούν και δεν μιλιούνται, αυτές που γίνονται άγγιγμα βαθύ και αυτές που είναι ξώφαλτσες. Μετράς τις κουβέντες που είπες κι αυτές που ξέμειναν στα συρτάρια του μυαλού σου, μετράς τα «σ΄αγαπώ, μείνε», τις σιωπές των φίλων, τους τραυματισμένους εγωισμούς και τις χαίνουσες πληγές, τις βαθιές αιμοραγίες και τα σπασμένα μέσα σου. Μετράς τα κλειδιά που πέταξες και τις μαδημένες μαργαρίτες, τα ρίσκα, τα πείσματα, τις καταθλίψεις σου. Μετράς τις αμαρτίες στ΄όνομα της Αγιοσύνης και της Πίστης που σ΄έμαθαν και χαϊδεύεις τις απιστίες στ΄όνομα της δικιάς σου θρησκείας. Μετράς τους λύκους που σ΄έφαγαν κι αυτούς που καταβρόχθησες με μια χαψιά εσύ. Μετράς και εισπνέεις ειρωνείες και νέφος και γίνεται καζάνι ο ψυχισμός σου. Και συνεχίζεις να μετράς χορηγούς ευτυχίας, μικρές και μεγάλες πολυτέλειες, επιστροφές σε αγάπες κι αγκαλιές, γελοιοποιημένους έρωτες, νεκρούς γάμους, παιδιά που έκανες ή δεν έκανες, δεύτερες και τρίτες και τέταρτες και χίλιες φορές σε όσα σ΄επιστρέφουν ξανά πάλι εκεί, όπως εσύ ορίζεις το χώρο και τον χρόνο σου. Και μετά ξεχνάς, βγαίνεις από τις γραμμές για να γκρεμίσεις τα τείχη και την τύχη εντός κι εκτός σου. Και ξανά απ’ την αρχή τα ίδια και τα ίδια. Και η ζωή συνεχίζεται όσο κρατούν τα πράγματα και συνεχίζεις να υπάρχεις. Σβήνεις τα φώτα και κλείνεις τα μάτια. Καμία κλάψα, καμία μετάνοια, όλα εδώ. Παράδεισος και κόλαση μαζί στην ίδια πολυθρόνα, στο ίδιο μέτρημα. Κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό σ΄αυτό το παράξενο τοπίο των ανθρώπων.

Εξ΄αποστάσεως

Εκπαίδευση εξ΄αποστάσεως

έρωτες εξ΄αποστάσεως

οργασμοί εξ΄αποστάσεως

γεννητούρια και κηδείες εξ΄αποστάσεως

ζωές εξ΄αποστάσεως σε απόσταση ασφαλείας.

Μάσκες, γάντια, αντισηπτικά.

Καμία χειραψία, κανένα χάδι, κανένα φιλί.

Ακούω τη φωνή σου εξ΄αποστάσεως

Θέλω να σε δω, να σ΄αγγίξω, να σε μυρίσω.

Πόση μνήμη κρατάει ένα σώμα;

Κι έπειτα όταν το κακό κοπάσει

πόσο εξ΄αποστάσεως θα είναι το δια ζώσης;

Τώρα σιωπή

Μόλις ο γιατρός της το ανακοίνωσε χαϊδεψε την κοιλιά της. Δεν ήταν σίγουρη αν άκουσε σωστά ή αν άκουσε αυτό που ήθελε ν΄ακούσει. Ο άντρας της της έσφιξε το χέρι και την φίλησε τρυφερά στο κεφάλι. Πόσες προσπάθειες, οκτώ, εννιά, είχε χάσει πια τον λογαριασμό. Πόσα φάρμακα, πόσες βελόνες στο δέρμα της; Πόσοι μήνες αγωνίας, πόσες αίθουσες και λεπτά αναμονής; Και τώρα έμοιαζε να μην ακούει τον γιατρό. Έβλεπε τα χείλη του να κουνιούνται και το μυαλό της άρχισε να τρέχει μπροστά: αν όλα κυλούσαν καλά τον Απρίλιο θα ερχόταν εκείνο το μικρό πλάσμα. Ωραία εποχή η άνοιξη, όταν γλυκαίνει ο καιρός και προμηνύεται το καλοκαίρι.

Η Ελένη ήταν ήδη σαράντα χρονών και είχε πια πιστέψει πως δεν θα γινόταν ποτέ μάνα. Μετά από τόσες θεραπείες, λόγια αισιοδοξίας των γιατρών που δεν εμπόδισαν τις συνεχόμενες αποβολές της κι εκείνες οι κρυφές ελπίδες του Δημήτρη να γίνουν οπωσδήποτε γονείς, την πίεζαν τόσο, ώστε άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της:  πως ποτέ δεν εκτίμησε σωστά τη ζωή της όσο ήταν νέα και αφέθηκε σε ανούσιες σχέσεις που την γέμιζαν μοναξιά. Πως δεν αγάπησε αρκετά το σώμα της και το τυραννούσε με αφαγίες και αυστηρές δίαιτες, για ν΄αρέσει αρχικά στην μάνα της, που εκείνη πρώτη το απαρνήθηκε κι έπειτα στους ερωτικούς συντρόφους της, που κατά καιρούς την φόρτωναν με ανασφάλειες. Η Ελένη ένιωθε πως ποτέ δεν υπερασπίστηκε σωστά το σώμα και τη ζωή της.  Πως θα μπορούσε να το κάνει με μια άλλη ζωή;  Πως να κουβαλήσει την ίδια τη ζωή σ΄ενα κρύο σώμα; Είχε πια την πεποίθηση πως αυτή έφταιγε που η μήτρα της δεν κρατούσε κανένα έμβρυο.

Όσο οι μήνες περνούσαν και η κοιλιά της φούσκωνε  χωρίς να υπάρξει μια στάλα αίμα, τόσο φούσκωνε και η χαρά τους με τον Δημήτρη πως τώρα ίσως τα καταφέρουν. Είχε περάσει και ο τέταρτος μήνας χωρίς ανατροπές και οι γιατροί της συνέστησαν να μείνει περιορισμένη στο σπίτι, αφού το ιστορικό της ήταν βεβαρημένο. Η Ελένη ζωγράφισε στο τοίχο του δωματίου της μικρής ένα σπιτάκι μ΄ανθισμένα λουλούδια κι έναν τεράστιο ήλιο να χαμογελά πάνω απ΄τη στέγη του σπιτιού. Ο ήλιος είχε χρώμα ζεστό, χρώμα λάβας, ένα βαθύ πορτοκαλί με κόκκινες πινελιές, χρώματα που εκείνη από φόβο είχε απωθήσει στο υποσυνείδητό της.    Τώρα όμως επέστρεψε ξανά σ΄αυτά που τόσο αγαπούσε και είχε εγκαταλείψει χρόνια: τη ζωγραφική, τα τελάρα, τις μπογιές και τα πινέλα της. Ο Δημήτρης πρώτη φορά ίσως έβλεπε τη γυναίκα του στα δέκα χρόνια της κοινής τους ζωής τόσο χαρούμενη, τόσο δοτική σε όλα με όσα καταπιανόταν κι ακόμη σ΄εκείνον, που ξέχασε πως μοιάζει η τρυφερότητα κι αγάπη ανάμεσά τους. Πόσο θόρυβο προκαλούσε όλη αυτή η ευτυχία των τελευταίων μηνών στο σπίτι τους;

                                                                       ***

Όταν άνοιξε τα μάτια της στον θάλαμο της κλινικής ένιωσε έναν πόνο στην κοιλιά. Σαν κάποιος να την είχε κλωτσήσει.  Ήταν ένας αλλιώτικος πόνος από κείνον, με τον οποίο τόσα χρόνια είχε εξοικειωθεί. Ήταν ο πόνος ενός τοκετού, που αντί γι΄αγάπη έφερε μια ψυχρή πραγματικότητα: ένα παιδί που δεν πρόλαβε να ζήσει μέσα κι έξω από την μήτρα της μητέρας του.  Ή ίσως πρόλαβε κάποιους μήνες.  Πέντε ή έξι δεν είχε πια σημασία για κανέναν τώρα πια. Ο πόνος της Ελένης είχε χρώμα κόκκινο, όχι εκείνος που αφήνει περιθώριο γι΄αγάπη, ο άλλος της σιωπής. Ένιωσε το χέρι του Δημήτρη να την αγγίζει στα δάχτυλα του δικού της χεριού. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν το δικό του ήταν πιο κρύο από το δικό της.  Αν το δικό του ήταν πιο άνευρο από κείνης. Όταν βρήκε τη δύναμη άπλωσε το άλλο της χέρι και χτύπησε καθησυχαστικά το δικό του. Τώρα πια η Ελένη δεν είχε τίποτα να φοβάται. Τώρα ήξερε. Τώρα είχε καταβροχθίσει τη σιωπή.

Παράλληλοι κόσμοι

7.30. Μπαίνει στο μετρό. Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή. Χαλάνδρι-Συγγρού-Φίξ. Τα ίδια πρόσωπα κάθε μέρα, οι ίδιες σιωπές μισής ώρας διαδρομή. Και στο σπίτι σιωπή. Έμενε για το παιδί. Έμενε για τα προβλήματα συμπεριφοράς και απόδοσής του στο σχολείο. Είδαν πολλούς ειδικούς. Ο αυτισμός μπήκε ανάμεσά τους.

7.30. Ανεβαίνει στο ποδήλατό της. Η ίδια διαδρομή μέσα από το πάρκο και τους δρόμους της πόλης. Μόλις φτάνει στη δουλειά, κλειδώνει το ποδήλατό της, βγάζει τ΄αθλητικά και βάζει τα τακούνια. Μπαίνει στο ασανσέρ με τους υπόλοιπους κουστουμαρισμένους συναδέλφους. Ένα ψυχρό καλημέρα κρατώντας τον ζεστό καφέ στο ποτήρι. Στο σπίτι συναντιούνται όταν αυτός δεν έχει βάρδια στο νοσοκομείο. Δεν έκαναν παιδιά. Αυτή ήθελε. Αυτός όχι.

15.00. Βγαίνει για ένα τσιγάρο έξω από την εταιρεία. Βλέπει τη φωτεινή πινακίδα στο μαγαζί απέναντι στη λεωφόρο. Η τραγουδίστρια με στρας φόρεμα και μπότοξ στα χείλη υπόσχεται βραδιές απόλαυσης στους θαυμαστές της. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν ανυπόμονα στο δρόμο. «τι περιμένεις ρε μαλάκα, προχώρα γαμώτο», φωνάζει ο ταξιτζής κάνοντας χειρονομίες στο μπροστινό αμάξι. Τους κοιτάει φυσώντας τον καπνό του. Η υπομονή εξαντλείται μέσα κι έξω απ΄αυτόν.

15.00. Πηγαίνει για καφέ με την φίλη της μετά τη δουλειά. Μια μητέρα στο διπλανό τραπέζι θηλάζει το μωρό της. Ένα στρουμπουλό αγόρι με ξανθά μαλλιά και μπλέ μάτια. Γυρνάει και την βλέπει στα κλεφτά κάθε φορά που αυτό αναζητάει το βυζί της μάνας του. Η φίλη της με δάκρυα στα μάτια της λέει για τη μαστεκτομή της. Οι χημειοθεραπείες θα ξεκινήσουν σε λίγες βδομάδες. Την καθησυχάζει πως όλα θα πάνε καλά.

19.00 Μπαίνει στο σπίτι. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς. Ο γιος του φωνάζει. Η γυναίκα του σιωπά. Αυτός αφήνει το σακίδιο του στο γραφείο. Κτυπάει την πόρτα του μικρού. Μπαίνει μέσα και ο γιος κτυπάει τις παλάμες του στο πάτωμα. Κάθεται δίπλα του και αρχίζει να κτυπάει κι αυτός τις παλάμες του στο πάτωμα.  Ο μικρός τον κοιτάει και χαμογελάει. Γέρνει το κεφάλι του στον ώμο του πατέρα του. Δυό άνθρωποι μαζί. Δυό άνθρωποι μόνοι που αγαπιούνται ισόβια.

19.00. Κλειδώνει το ποδήλατό της έξω από το σπίτι τους. Άρχισε να χιονίζει πάλι. Ανεβαίνει τις σκάλες μέχρι τον τέταρτο. Ξεκλειδώνει την εξώπορτα και παίρνει από το πάτωμα τα γράμματά της. Λογαριασμοί, γράμμα από την μητέρα της κι ένα γράμμα από κείνον. Το ανοίγει μ΄ ένα μειδίαμα στο στόμα: « Αγαπημένη μου Άννε. Εύχομαι να είσαι καλά. Ο γιος μου κάθε μέρα χειροτερεύει. Οι γιατροί μας το είπαν. Δεν ξέρω πως μπορώ πια να τον βοηθήσω. Δεν περνάει μέρα χωρίς να σε σκέφτομαι. Μου λείπεις αφόρητα. Περιμένω τα νέα σου. Σε φίλω. Νίκος.»

1.00 Τον βασανίζουν οι αϋπνίες. Σηκώνεται να πιεί νερό. Η βροχή δεν λέει να κοπάσει. Ρίχνει μια ματιά στον γιο του που κοιμάται. Του χαϊδεύει τα μαλλιά και τον σκεπάζει. Κάθεται στο γραφείο του και βάζει μουσική. Δεύτερη κίνηση από το δεύτερο κονσέρτο του Σοστακόβιτς. Το είχε ακούσει αμέτρητες φορές μαζί της. Στο Βερολίνο, την Αθήνα. Ανοίγει το λάπτοπ του. Κοιτάει τις παλιές φωτογραφίες τους. Δεν πέρασε μια μέρα χωρίς να την σκεφτεί. Η ώρα πήγε 2.30. Ξαπλώνει δίπλα στη γυναίκα του.

1.00. Εκείνη κοιμάται με το βιβλίο δίπλα της και το φως του φωτιστικού αναμμένο. Ο άντρας της επιστρέφει μετά από δύο συνεχόμενες βάρδιες στο νοσοκομείο. Μπαίνει στο υπνοδωμάτιο, την φιλάει στο μέτωπο, βάζει το βιβλίο στο κομοδίνο και κλείνει το φως.  Προχωράει στην κουζίνα και παίρνει μια μπύρα από το ψυγείο. Κάθεται στο σαλόνι κι ανοίγει την τηλεόραση. Δεν μπορεί ακόμη να κοιμηθεί. Το κανάλι δείχνει μια ερωτική ταινία. Ξεκουμπώνει το παντελόνι του και χαλαρώνει.

Έξω το χιόνι αρχίζει να στοιβάζεται. Ο χειμώνας φέτος είναι βαρύς. Στην Αθήνα και το Βερολίνο.

Όταν το σώμα πονεί

Θα κλάψω απόψε για όλα τα βράδια που δεν σε φίλησα

για τις ηδονές που δεν σε πότισα

για τις μέρες που δεν σου μαγείρεψα

για τις λέξεις που στέγνωσαν στο στόμα μου

θα κλάψω για τη φωνή σου που δεν άκουσα

για τα λεπτά που άργησες

για τα χαλίκια στα χέρια μου

για το ουρλιαχτό στο μαξιλάρι

θα κλάψω για τα ζευγάρια που λαχανιάζουν

για τον φρικτό πόνο της επιθυμίας

για τα σώματα που δεν συναντήθηκαν ποτέ

για τα κλειστά μάτια και τις ανοιχτές παλάμες που ψάχνουν

θα κλάψω για σένα και  για μένα.

Υπάρχει μεγαλύτερη απελπισία από τον έρωτα;