Μια μικρομυθοπλασία στον Χάρτη

Στον παράδεισο

«Τέρμα πια οι έρωτες», σκέφτηκα — η τελευταία μου σκέψη πριν κλείσω τα μάτια μου. Ξύπνησα, δεν ξέρω πόση ώρα αργότερα. Έκανε τρομερή ζέστη. Ήμουνα σ΄ ένα θάλαμο αναμονής μαζί με πλήθος άλλους. Κάθισα σε μια γωνιά. Ίδρωνα. Η πόρτα πρέπει ν΄ άνοιξε μέχρι και δέκα φορές. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Κι εγώ που νόμιζα πως θά’ μασταν λίγοι. Παρακολουθώ τις κινήσεις τους: κάποιοι χορεύουν ξαναμμένοι, άλλοι γλείφονται, μερικοί χώνουν τα δάχτυλα στα σπλάχνα τους. Τον ένιωσα να με καρφώνει με το βλέμμα —πυρακτωμένα μάτια, γαμψή μύτη, τραγίσιο γένι. Μια ανεξήγητη γοητεία, παρά την ασχήμια του—κοντός, με άγριες τρίχες παντού και κούτσαινε κιόλας. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω μου, κούνησε την ουρά του και με πλησίασε χαρούμενος:

—Θα μπεις σήμερα εκεί μέσα μαζί μου;
Με κοροϊδεύεις; Να πάθω τα ίδια; Αν μπω εκεί μέσα*… θα καώ πάλι.
— Έλα τώρα! Μια ζωή δεν φοβόσουνα, τώρα τι σ΄ έπιασε;
Δεν καταλαβαίνεις! Ξέρω καλά τι συμβαίνει εκεί μέσα*, γι΄ αυτό ξέχνα το. Δεν μπαίνω.

Εξακολουθούσε να με κοιτάει επίμονα σαλιώνοντας τα δάχτυλά του. Κι εγώ άρχισα να σιγοτραγουδώ, για να ξεχάσω την πείνα μου.

* Γιώργος Αποσκίτης, Στιγμόμετρο -Μικρά πεζά, Σμίλη 2021, σσ. 14-15· α’ δημοσίευση Ιστορίες Μπονζάι, 22/10/2019.

Μαρία Τζιαούρη-Χίλμερ

https://www.hartismag.gr/hartis-33/pyxides/mikrh-klimaka-gewrgia-kolobelwnh-kyriakos-margariths-iwanna-ntoymproy-maria-tziaoyrh-xilmer?fbclid=IwAR3iUJl7avecYaIIUDyaptHrF3k58McKfg6CMGHPl5u6LBE6fyxb8ZytHsM#.YTHMKZE39Po.facebook

Για σένα

Όταν μιλάμε και ακούμε πραγματικά ο ένας τον άλλον, είμαι χαρούμενη. Δεν με νοιάζει πια το γιατί και το πώς. Όταν μου μιλάς τα βράδια είναι σαν να βυθίζω τα γυμνά μου πόδια στην γαλήνια θάλασσα. «Επιθυμίες στρογγυλές σαν ροδάκινα ανθίζουν μέσα μου όλη νύχτα, δεν μαζεύω πια ό,τι πέφτει.«*

*στίχος της Ανν Κάρσον

Μη φοβάσαι πια

Τις νύχτες που ξυπνάς από

τις φλόγες που απειλούν το σπίτι σου

τα φίδια που ζυγώνουν τα ποδάρια σου

τις καταστροφές και τις σκληρές συναναστροφές

τους δανειστές και τους δικαστές

τις προσευχές που δεν έκανες

τους σπόρους που δεν έσπειρες

τις πέτρες που σε μπούκωσαν

τις τύψεις που σε φόρτωσαν

μ΄ένα τεράστιο γιατί να αιωρείται. 

Κλείσε τα μάτια σου

μη φοβάσαι πια

η βροχή πάντα ξεπλένει τη βρομιά.