Επέτειοι

Πάντα μου έλεγαν να μην ξεχνάω

τις επετείους, τις μαύρες μέρες

και τον θρήνο της χώρας που γεννήθηκα.

Μεγάλωσα με την μνήμη στις επετείους,

στους ήρωες μιας χώρας που δεν πρόλαβαν να θαφτούν σαν ήρωες.

Γερνάω με την μνήμη μου ξύπνια

για όσους πολέμησαν για να ζω εγώ σαν άνθρωπος.

Πως μπορώ να ξεχάσω;

 

 

 

Στο τρένο

Η Μελίνα ήταν δευτεροετής φοιτήτρια της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Άριστη μαθήτρια της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, μοναχοκόρη, με πατέρα Καθηγητή Ιστορίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και μητέρα γιατρό, και οι δύο απόφοιτοι γερμανικών Πανεπιστημίων. Μικροκαμωμένη, με ξανθιά μακριά μαλλιά και πράσινα μάτια, μεγάλωσε σ΄ένα στεγνό κι αυστηρό περιβάλλον. Έτσι δεν είχε άλλη επιλογή πάρα να φοιτήσει στην Γερμανία, αφού οι γονείς της για εκεί την προόριζαν.

Πάντα της άρεσαν τα τρένα. Θυμάται μικρή τον πατέρα της να την πηγαίνει με το τρένο από την Κηφισιά που διέμεναν στο Θησείο και το Μοναστηράκι και να περπατάνε με τις ώρες στην Ακρόπολη κάνοντας μάθημα Ιστορίας. Παρατηρούσε πάντα τους ανθρώπους στο τρένο, τα ρούχα που φορούσαν, τις εκφράσεις τους, τις χειρονομίες, οι οποίες ήταν διαφορετικές και ποικιλόμορφες. Χαιρόταν να φτιάχνει στο κεφάλι της ιστορίες για την κυρία με το κόκκινο κραγιόν, τον παππού με το εγγονάκι στα γόνατά του, τα κορίτσια με τα ροδοκόκκινα μάγουλα που χαχάνιζαν σε όλη τη διαδρομή, το μελαμψό αγόρι που έμπαινε στο βαγόνι με το ακκορτεόν ζητώντας βοήθεια. Μέσα στο τρένο έβλεπε πάντα μια άλλη ζωή από την νεκρική ησυχία του σπιτιού της. Αποζητούσε αυτό το ταρακούνημα και τον θόρυβο κάθε Κυριακή για να της θυμίσει τη ζωή. Αυτήν που θα ήθελε να ζούσε.

Όταν μετακόμισε στην Χαϊδελβέργη, πριν ξεκινήσει ακόμα το εξάμηνο πήγαινε στον σταθμό του τρένου κι έμπαινε τυχαία σε όποιο ερχόταν για να μάθει τους ανθρώπους της πόλης που θα την φιλοξενούσε για τα επόμενα πέντε χρόνια. Η έκφραση των επιβατών εδώ, όποια γλώσσα κι αν μιλούσαν ήταν η ίδια στα μάτια της Μελίνας. Λες και αγόραζαν όλοι την ίδια έκφραση με το εισιτήριο: παγωμένη χειμώνα-καλοκαίρι, σαν να φορούσαν μια νεκρική μάσκα με το που έμπαιναν στο βαγόνι. ‘Ολοι είχαν μια πειθαρχία είτε όρθιοι είτε καθισμένοι μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.

Μα πιο πολύ την εντυπωσίαζε  ότι σχεδόν όλοι οι επιβάτες του τρένου κρατούσαν ένα βιβλίο ανοιχτό και διάβαζαν. Δεν κοιτούσαν όταν το τρένο έβγαινε από το μαύρο τούνελ του, ούτε το χιονισμένο τόπιο, ούτε τις σταγόνες της βροχής στα παράθυρα, ούτε την ομίχλη του πρωινού, ούτε το πράσινο μιας χώρας όπου το νερό έρεε άφθονο. Διάβαζαν το βιβλίο τους, ίσως από φόβο μήπως σηκώσουν τα μάτια τους ψηλά κι αντικρύσουν την ζωή. Την δικιά τους και των γύρω τους: το ερωτευμένο ζευγάρι που αγκαλιάζεται, τους ανθρώπους στα μαγαζιά, άλλους που ξεκλειδώνουν τις πόρτες του σπιτιού τους, άλλους με τα σκυλιά τους να πηγαίνουν βόλτα. Όλοι μέσα στο τρένο της θύμιζαν κηδεία, πεθαμένους σε φέρετρα αποροφημένους σε σελίδες βιβλίων, είτε τα διάβαζαν, είτε τα κοιτούσαν, για να μην βλέπουν, να μην ακούν, να μην θορυβούν, να σιωπούν, να πεθαίνουν σιγά σιγά.

Ένα βροχερό απόγευμα Τετάρτης η Μελίνα μπήκε στο τρένο για να πάει σινεμά. Δίπλα της καθόταν μια νεαρή κυρία με μαντίλα, έμοιζε Τουρκάλα. Κρατούσε μια γερμανική εφημερίδα και η Μελίνα δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει τα δάκρυα της Τουρκάλας που έσταζαν πάνω στην εφημερίδα. Αρχικά γύρισε το βλέμμα της αλλού. Οι στάγονες όμως από τα δάκρυα ακούγονταν αντιστικτικά με τις σταγόνες της βροχής. Δεν άντεξε. Μέσα σε λίγα λεπτά η Μελίνα δίπλωσε ευγενικά την εφημερίδα της τουρκάλας, της πρόσφερε χαρτομάντηλο και μ΄ενα φωτεινό βλέμμα της είπε στα γερμανικά:

– Κοιτάξτέ με. Είμαι εδώ. Γιατί κλαίτε; Αν θέλετε μπορείτε να μου μιλήσετε. Αν όχι δεν πειράζει. Είμαι εδώ. Η ζωή είναι εδώ. Κοιτάξτε την!

Στρουμπουλές σταφίδες

Ήταν Νοέμβριος, όταν οι στρουμπουλές σταφίδες λόγω ασυνήθιστης καλοκαιρίας αποφάσισαν να βουτήξουν στην κουμανταρία για να δροσιστούν. Οι βουτιές κράτησαν αρκετά κι έπειτα αποφάσισαν ν’ απλώσουν τις μουλιασμένες τις κορμάρες τους στο αφράτο στρώμα της σφολιάτας και να τριφτούν με κανελοζάχαρη για να μοσχομυρίσουν. Αυτές μάλλον μέθυσαν στην κουμανταρία κι αφού ψήθηκαν στον φούρνο (όχι στον ήλιο) μετατράπηκαν σε σταφυλόμπαλες κι έγιναν πιο στρουμπουλές και πιο τραγανές, έτοιμες να φαγωθούν από τους πεινασμένους καλεσμένους.

Ζήτω οι καμπύλες. Ζήτω η στρογγυλάδα!

Τρεις πιστολιές

Δούλευε στις καπνοφυτείες του πατέρα του -κληρονομιά από τον προπάππου- μέχρι να δύσει ο ήλιος.  Όλα τ΄αδέλφια του δούλευαν εκεί είτε το ήθελαν, είτε όχι. Ο Γιάννης, πρωτότοκος γιος της οικογένειας Νικολάου με βλέμμα σκληρό σαν τα μαύρα του γένια, δεν ήθελε καθόλου τούτη τη δουλειά. Τ΄όνειρό του ήταν να γίνει καπετάνιος, μα ο πατέρας του δεν τον άφησε να φύγει στα καράβια.

Ήταν σαράντα χρονών αρχές της δεκαετίας του 70΄στην Καρπασία όταν γνώρισε την Όλγα στη θάλασσα.  Σύχναζε εκεί μετά τη δουλειά προτού επιστρέψει στην γυναίκα του και τα τρία αγόρια που του γέννησε. Η Όλγα ήταν η σύζυγος ενός από τους Ρώσους που ήρθαν στην παραθαλάσσια περιοχή της Κύπρου για να κτίσουν ξενοδοχεία. Ξανθιά, γαλανομάτα και ψιλόλιγνη με αγαλματένια πόδια. Ήταν ακριβώς το αντίθετο από την κοντή, λίγο παχουλή, μα καλοσυνάτη γυναίκα του. Ο γάμος τους έγινε από προξενιό. Τα προξενιά τότε ήταν πολύ συνηθισμένα. Ο έρωτας σπάνιος.  Και στην περίπτωσή τους δεν υπήρξε ποτέ έρωτας. Αυτός ήρθε με την Όλγα. Όταν την πρωτοείδε στη θάλασσα ν΄αγνατεύει το πέλαγος αμέσως μαλάκωσε το βλέμμα κι έλαμψε το πρόσωπό του.

 Το κακό δεν άργησε να γίνει. Συναντιόντουσαν κρυφά και συχνά, όσο τους επέτρεπε ο  τόπος που έτυχε να γνωριστούν. Εκείνος την πήγαινε σε μέρη ερημικά, που δεν τα γνώριζαν πολλοί. Άλλοτε βαθιά μέσα στα λιόδεντρα, άλλοτε με τη βάρκα του στην σκούρα μπλε θάλασσα της Καρπασίας. Ο έρωτας τους φούντωνε με τον καιρό, ψήλωνε σαν τ΄αγρια κύματα που έσκαγαν πάνω στα μαύρα βράχια της βορεινής Κύπρου. Έτσι έσκαγε από την οργή του ο Γιάννης κάθε φορά που έβλεπε την Όλγα με τον άντρα της να περπατάει αγκαζέ στην πλατεία του χωριού.

«Θα τον εσκοτώσω. Επειδή αυτός έχει λεφτά;  Θα τον εσφάξω τον βρωμιάρη και θα την πάρω να φύγουμε στα ξένα». Το’ λεγε και το ξανάλεγε ο Γιάννης μέσα του και φούντωνε σαν φωτιά ο θυμός του κάθε φορά που σκεφτόταν πως εκείνη ξάπλωνε στο ίδιο κρεβάτι με τον Ρώσο.

Ήταν Αύγουστος, ένα δειλινό με τον κατακόκκινο ήλιο να βράζει στα νερά της θάλασσας, όταν η Όλγα του ανακοίνωσε πως περιμένει παιδί. Αλλά ποιανού παιδί δεν ήξερε: αν ήταν δικό του ή του άντρα της. Με το που άκουσε το μαντάτο μια σκοτοδίνη τον τύφλωσε κι ένιωσε πως θα λιποθυμήσει από το κακό που τον κτύπησε. Όχι, γιατί το παιδί θα μπορούσε να είναι δικό του. Αλλά για την πιθανότητα να μην είναι δικό του! Την άρπαξε από τον λαιμό σφιχτά κι εκείνη τον χτυπούσε παντού με τα χέρια της για να ξεφύγει: από το μίσος που έβλεπε στα οργισμένα του μάτια που θα οδηγούσε στον βέβαιο θάνατό της. Όταν επιτέλους τα κατάφερε, έτρεξε σαν αλλοπαρμένη ανάμεσα στα κίτρινα στάχυα κι αυτός με τις παλάμες στο κεφάλι του γονάτισε στο χώμα.

Μετά από εκείνο το δειλινό δεν την είδε για μέρες. Ήταν δεκαπενταύγουστος κι η εκκλησία του χωριού γιόρταζε.  Ήξερε πως θα την συναντούσε. Είπε στην γυναίκα του πως τον πονούσε το κεφάλι και πως θα πήγαινε πιο μετά στην λειτουργία. Όταν έφτασε στο προαύλιο της εκκλησιάς έστησε καρτέρι πίσω από τον αγριοπλάτανο . Είχε μια αλλόκοτη συννεφιά σαμπώς και δεν ήταν Αύγουστος. Κι όταν φάνηκε η Όλγα με το μεταξωτό λευκό της φόρεμα να περπατάει σαν άγγελος δίπλα στον άντρα της, ακούστηκαν τρεις πιστολιές. Τότε σωριάστηκε στο χώμα και το φουστάνι αιματοβάφτηκε.

«Δεν γινόταν αλλιώς» είπε τότε ο Γιάννης πετώντας το πιστόλι του κάτω.

Μεγαλώνω

Μεγαλώνω με το γιασεμί της γιαγιάς στη πόρτα του σπιτιού μου.

Μεγαλώνω με τις ελιές και τις λεμονιές της.

Μεγαλώνω με τα παπλώματα που μου ‘φτιάξε στο βελονάκι και τις κουρτίνες που μου ‘ράψε για προίκα.

Μεγαλώνω με τις φωτογραφίες στους τοίχους μου.

Μεγαλώνω με το ίδιο ψωμί που με τάιζες παιδί.

Μεγαλώνω με την αγάπη που με μεγάλωσες.

Μεγαλώνω με τη θλίψη που μου άφησε η προσφυγιά στον τόπο που γεννήθηκα.

Μεγαλώνω με την έγνοια πως μεγάλωσα και χάνω όσα αγάπησα.

Φοβάμαι πως μεγάλωσα.

Κι ο φόβος μεγάλωσε μαζί μου.