Ποτέ δεν ξέρεις

Ποτέ δεν ξέρεις αν θα σε πετύχει η συγκίνηση που αποφεύγεις με τόση επιμονή. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα επιστρέψουν κάποτε αυτοί που έφυγαν απροσδόκητα. Ποτέ δεν ξέρεις αν η νοσταλγία σου θα χτυπήσει την πόρτα. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα ξαναβρείς τις λέξεις να πεις έναν άνθρωπο αδελφό σου. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα ερωτευτείς στην ηλικία που νόμιζες, ότι την είχες γλυτώσει. Ποτέ δεν ξέρεις αν ο αποχαιρετισμός θα είναι ο τελευταίος.

Το φορτίο

Περπατούσε κουβαλώντας το φορτίο του. Δευτερόλεπτα μετά έγινε το κακό. Ό,τι κουβαλούσε μαζί του, -το  μικρό και το μεγάλο – τον προστάτεψε από την συντριβή. Από τότε, κάθε φορτίο έχει το χρόνο μέσα του. Με τρυφερότητητα το αφήνει στην άκρη, το κοιτάει με ευγνωμοσύνη. Κάθε συντριβή ένα κομμάτι της κερδισμένης του ζωής.

Στο χώμα

Η Δήμητρα παλεύει κάθε μέρα με την γη στην πίσω αυλή. Ξεχορταριάζει ταγριόχορτα, τραβάει τις γλιστρίδες -δεν τις θέλει- γιατί όποιος τις τρώει μιλάει πολύ, ‘λέγαν οι παλιοί. Κρατάει μονάχα τις μολόχες και τις τσουκνίδες, τις βράζει στο καυτό νερό για να τις φάει ή να πιει το πικρό ζουμί τους. Με τη τσάπα σκαλίζει το χώμα, με τη τσάπα σκοτώνει τα σκουλίκια και τους γυμνοσάλιαγκες –κακό χρόνο ναχετε, που μου τρώτε τα ζαρζαβατικά. Δεν φοράει ποτέ γάντια, τα νύχια της γίνονται καφέ, στα δάχτυλά της φυτρώνουν ρίζες, οι γαλότσες της ασπρίζουν απ’ το χώμα. «Οι πορτοκαλιές θέλουν κλάδεμα, ν’ αυλακώνεις τα δέντρα. Σε λίγες μέρες να κόψεις και τα κυδώνια, κυδωνόπαστο να κάνεις, να σε γλυκάνει», ακούει μια φωνή μέσα στα χόρτα. Η Δήμητρα αγνοώντας την, συνεχίζει με δύναμη να τσαπίζει. Δυο έτοιμοι λάκκοι χάμω περιμένουν τα νέα φυτά τους. «Που πήγες τις κότες; Φρέσκα αυγά απ’ το δικό σου το κοτέτσι, καημένη μου, δεν θες; Τις ελιές δεν τις μάζεψες εφέτος», συνεχίζει η φωνή να μουρμουρίζει. Η Δήμητρα γονατίζει στη γη, παίρνει την κόκκινη τριανταφυλλιά με τα γυμνά της χέρια και την φυτεύει βαθιά, πολύ βαθιά στο χώμα. Με την άκρη του ματιού της βλέπει τη μαύρη της φούστα με τις ξηλωμένες άκρες και τ’ άσπρα ξέπλεκα μαλλιά της να σέρνονται στη γη. «Άσε με ήσυχη μάνα, τι θες εδώ; Ούτε τις ελιές, ούτε τις πορτοκαλιές σου θέλω. Τριαντάφυλλα στο κήπο να μοσχοβολούν και γιασεμί μονάχα θα φυτέψω. Τις κότες, μάνα, της έδωσα στη γειτόνισσα. Τι να τα κάνω τ’ αυγά, αφού παιδί πια δεν έχω;» και με τα χέρια της γυμνά η Δήμητρα μπήγει βαθιά στη γη την κόκκινη τριανταφυλλιά. «Λίπασμα να βάλεις», λέει κοφτά η φωνή και χάνεται πίσω απ’ τα δέντρα. Αρχίζει ξαφνικά να βρέχει. Αίμα και νερό κάνουν  ένα παράξενο ρυάκι γύρω απ’ την τριανταφυλλιά.

Πρώτη δημοσίευση στο 5ο τεύχος του περιοδικού Φρέαρ

Το φορτίο

Περπατούσε κουβαλώντας το φορτίο του. Δευτερόλεπτα μετά έγινε το κακό. Ό,τι κουβαλούσε μαζί του τον προστάτεψε από την συντριβή. Από τότε, κάθε φορτίο έχει το χρόνο μέσα του. Με τρυφερότητητα το αφήνει στην άκρη, το κοιτάει με ευγνωμοσύνη. Κάθε συντριβή ένα κομμάτι της κερδισμένης του ζωής.

Παρτιτούρα

Κάθισε στο σκαμπό του πιάνου

άνοιξε την παρτιτούρα μιας

ξεχασμένης μουσικής

νότες μισοσβησμένες

μιας σπουδής σε ρε δίεση ελάσσονα

μέτρησε όλα του τα δάχτυλα

τα βρήκε δέκα

Ακέραιο δεν τον άφησε το πάθος του γι΄αυτήν.

Η μπανιέρα

Άφησε το καυτό νερό να τρέξει στην μπανιέρα και ο ολόσωμος καθρέφτης γέμισε υδρατμούς. «Καλύτερα», ψιθυρίζει, «Να μην με βλέπω. Πως έγινες έτσι: φαλάκρα, μπάκα, τυφλοπόντικας με τα γυαλιά μυωπίας», μονολογεί. Δεν άντεχε την εικόνα του, το είδωλο που αχνοφαινόταν στον καθρέφτη. Αφού μισογέμισε τη μπανιέρα, έκλεισε το νερό και μπήκε γυμνός μέσα χωρίς να νοιάζεται, αν η θερμοκρασία του νερού τσουρουφλίσει το δέρμα του. Το μόνο που ήθελε ήταν να απλωθεί σύγκορμος, να τεντωθεί και να παραδοθεί στο υγρό στοιχείο.

Όταν ήρθε από την Κομοτηνή στην Αθήνα για σπουδές νοίκιασε μια υπόγεια γκαρσονιέρα. Βασικά ένα δωμάτιο ήταν, θεοσκότεινο μ΄ έναν νιπτήρα στην μέση για να πλένει τρία πιάτα και μερικά ποτήρια, ένα παλιό κουζινάκι με δύο μάτια κι ένα ψυγείο που μούγκριζε κάθε δύο ώρες και νόμιζε κανείς πως θα διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη. Το πρώτο πράγμα που ρώτησε την ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια όταν του έδειξε τη γκαρσονιέρα ήταν αν έχει μπανιέρα. Και αυτή χωρίς να μετακινηθεί από την μισανοιγμένη εξώπορτα του΄δείξε με τον δείκτη του αριστερού της χεριού την πόρτα της τουαλέτας. Ανοίγοντάς την ξαφνικά ο Γιάννης χαμογέλασε: αντίκρυσε μια μικροσκοπική γαλάζια μπανιέρα με σπασμένα τα γύρω-γύρω πλακάκια της- πράγμα που αγνόησε εντελώς- αλλά ήταν μια πραγματική μπανιέρα. Και σ΄εκείνο το υπόγειο πέρασε τα τέσσερα χρόνια σπουδών του στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Θυμάται όταν ήταν παιδί στο πατρικό του στο χωριό δεν είχαν μπάνιο στο σπίτι. Η μάνα του κάθε Σάββατο απόγευμα έβγαζε από την αποθήκη έξω στην αυλή την αλουμινένια σκάφη για να τους πλύνει. Έβραζε νερό στο γκαζάκι,  γέμιζε την σκάφη μέχρι πάνω στο χείλος της και φώναζε αυτόν και την μικρή του αδελφή για την ώρα του καθαρισμού. Τότε ήταν τσίρος ακόμη και χώραγε στην μικρή σκάφη μαζί με την Αργυρούλα. Αυτή πάντα φώναζε πως το νερό ήταν καυτό λέγοντας στην μάνα τους να τελειώσει πρώτα ο Γιάννης και στ΄ απόνερά του θα καθαριζόταν μετά κι αυτή. Την θυμάται να τρέχει από κει και από δω ανάμεσα στα λιόδεντρα και να χώνεται πίσω από τον κορμό τους για να αποφύγει το κοινό τους μπάνιο.  Κι ο Γιάννης, καθώς η μάνα έψαχνε την Αργυρώ με την πετσέτα στον ώμο της, έμπαινε στην σκάφη και καθόταν για όση ώρα του αναλογούσε χαζεύοντας τον ατμό που έβγαινε από το καυτό νερό.

Κάθε Σάββατο, χειμώνα- καλοκαίρι με κρύα και καύσωνες, η σκάφη ήταν η μόνη μπανιέρα των παιδικών του χρόνων. Εκείνος ρωτούσε συχνά την μάνα του την ώρα που τον έπλενε «πότε θα έχουμε μια κανονική μπανιέρα στο σπίτι όπως όλοι οι άλλοι, πότε ο πατέρας θα κτίσει ένα μπάνιο επιτέλους εδώ μέσα». Και τότε αυτή τον έτριβε μα μανία στην γκρίζα σκάφη μέχρι να γδαρθεί το δέρμα του. Όταν ο Γιάννης επέμενε στην ερώτησή του, τότε η μάνα του λέγε κοφτά, πως δεν είχανε λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες. Και ξάφνου εμφανιζόταν η Αργυρώ με κλαδάκια ελιάς στα χέρια και τον χτυπούσε στο κεφάλι για να τον εκνευρίσει κι άλλο.

Πήγαινε ήδη στο Γυμνάσιο όταν ο αλκοολικός πατέρας του πέθανε. Εκείνος με την μάνα και την αδελφή του μετακόμισαν μετά από κανέναν χρόνο στην Κομοτηνή, στην χήρα θειά του- την μικρότερη αδελφή της μάνας του. Η μάνα του είχε πια αποφασίσει πως ήρθε ο καιρός να δώσει στα παιδιά της μια ευκολότερη από την μέχρι τότε ζωή τους.   Σίγουρα μια αλλιώτικη απ΄αυτή που είχαν όσο ζούσε ο άντρας της. Όταν μπήκαν με τις βαλίτσες στο σπίτι της θειάς του, δύο πράγματα θυμάται από κει μέσα: τις βιβλιοθήκες και το μπάνιο. Πρώτη φορά έβλεπε σπίτι με μπανιέρα. Επιτέλους δεν θα λουζόταν πια  στη σκάφη. Χάρη στην θεία Τρυανταφυλλιά αγάπησε ο Γιάννης και τα βιβλία. Συνταξιούχος δασκάλα εκείνη διέκρινε την αγάπη του γι΄αυτά. Τα βράδια εκείνος ξενυχτούσε πάντα μ΄ένα βιβλίο στο χέρι κάτω από το πράσινο αμπαζούρ στο σαλόνι. Και η Τριανταφυλλιά τον ρωτούσε να της πει τι του άρεσε και τι όχι από το κάθε βιβλίο που καταβρόχθιζε. Βούλιαζε μέσα στις λέξεις χωρίς να τον νοιάζει που κοιμόταν στον καναπέ, αφού η μάνα και η αδελφή του μοιράζονταν το δεύτερο κρεβάτι του σπιτιού. Την μπανιέρα όμως δεν μπορούσε να τη χαρεί όπως φανταζόταν: η θειά δεν ήθελε να χαραμίζουν το ζεστό νερό στα μπάνια. «Μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα, θα γεμίζετε την μπανιέρα με νερό».

Μετά την Αθήνα, ο Γιάννης με υποτροφία βρέθηκε στο Λονδίνο για μεταπτυχιακό στην Αρχαία Γραμματεία. Εκεί προόδευε με αλματώδη ταχύτητα. Τελείωνοντας το διδακτορικό του αφιερώθηκε στην Ακαδημαϊκή του καριέρα: Αναπληρωτής Καθηγητής στην Οξφόρδη κι έπειτα Καθηγητής στην έδρα Κλασικών Σπουδών του Μοντρεάλ. Για οικογένεια και παιδιά ούτε κουβέντα. Σκυμμένος πάνω από συγράμματα και μελέτες νυχθημερόν, παραμέλησε τον εαυτό του εντελώς. Στο σπίτι του σπάνια έμπαινε. Μόνο για να πλένεται και ν΄αλλάζει ρούχα. Έκανε ένα γρήγορο ντους κι έφευγε για το Πανεπιστήμιο.

Στην Ελλάδα είχε να πάει πάνω από δέκα χρόνια. Έπεστρεψε μόνο για την κηδεία της μάνας του. Τις λίγες μέρες της διαμονής του στην Κομοτηνή τον φιλοξένησε η αδελφή του, που είχε πια κληρονομήσει το μικρό διαμέρισμα της θειάς τους.  Όταν τελείωσε κι ο καφές της κηδείας, επέστρεψαν στο σπίτι, ο Γιάννης κατευθύνθηκε στο μπάνιο κι άφησε το νερό της μπανιέρας να τρέχει με ορμή. Όσο το καυτό νερό άτμιζε, εκείνος παρατηρούσε προσεκτικά για πρώτη φορά τους άσπρους κύκνους και τις μαύρες πάπιες στα πλακάκια κι άρχισε να μονολογεί: «Τόσα χρόνια δεν αξιώθηκες Γιάννη μια δική σου μπανιέρα. Ζήτω η πρόοδός σου κύριε Καθηγητά!». Μπήκε μέσα, το νερό έκαιγε κυριολεκτικά, άλλα εκείνος δεν ένιωθε τίποτα.  Πήρε το σαπούνι και άρχισε να τρίβει με οργή το στήθος, τα δάχτυλα, τα πόδια και το πρόσωπό του. Το νερό άρχισε σιγά- σιγά να γίνεται ροζ.

Υπομονή

Από μωρό άκουγα τη λέξη υπομονή, καθώς η μάνα με ταχτάριζε όταν σφάδαζα από τους κολικούς, το ίδιο όταν πεινούσα, «σώπα μικρό μου μέχρι να ψηθεί το φαγητό». Έπειτα μ’ έβαζε στο πάρκο- εκείνο το τειχισμένο με δίχτυ στρώμα- έπαιζα με τις ώρες ή ξάπλωνα ανάσκελα κοιτώντας το ταβάνι μέχρι να με θυμηθεί η μάνα μου, που έτρεχε μια στη δουλειά, μια στον μπακάλη, μια στο γιατρό να δει το μαυρισμένο της μάτι ή το σπασμένο της χέρι. Όταν αργότερα περπάτησα κάναμε βόλτες στο πάρκο της γειτονιάς, με τα δέντρα και τους θάμνους. Έπεφτα απ΄την κούνια μια, δυό και τρεις φορές και έκλαιγα πολύ, μα εκείνη μου’ λεγε «θα περάσει μωρό μου».  Η πρώτη λέξη που είπα ήταν Υπομονή, η πρώτη που έμαθα να γράφω, και όλοι με θαύμαζαν για τις λέξεις που γνώριζα μόλις στα τέσσερά μου. Στα δεκατέσσερα άρχισα να σωπαίνω, όταν οι συμμαθητές μου με φώναζαν «χοντρή, χοντρομπαλού φάε κι άλλο γιαουρτλού». Έκανα υπομονή μέχρι να’ ρθουν οι γιορτές και οι καλοκαιρινές διακοπές για να βρεθώ στο νησί με τον παππού και τους ψαράδες, που υπομονετικά έβγαζαν απ’ τα δίχτυα την ψαριά τους. Αυτοί αργότερα τραβούσαν μέχρι τη στεριά τις βρεγμένες μάνες με τα παιδιά τους- τυχεροί όσοι φορούσαν τα σωσίβια-, άλλοι πάλι δεν πρόλαβαν να δουν στεριά και «υπομονή όλα θ΄αλλάξουν για σας στην καινούργια γη», έλεγαν οι χωριανοί, μα οι άνθρωποι πεινούσαν και πονούσαν γιατί δεν είχαν άλλη υπομονή. Εγώ μεγαλώσα και τώρα τρέχω πια πολύ ακούγοντας μουσική στ’ ακουστικά μου,· η Annie Lenox τραγουδάει I saved the word today, δυο αγόρια περπατάνε ανέμελα στο δρόμο κρατώνας χέρια και κοιτιούνται τρυφερά, κι εγώ υπομονετικά περιμένω τους ανθρώπους να τηρούν τις υποσχέσεις τους, «δεν ήτανε ληστής», «πατέρα που ήσουν τόσα χρόνια», «όχι άλλα ψυχοφάρμακα μητέρα», «μην με χτυπάς άλλο αγάπη μου, πονάω, αιμορραγώ, πεθαίνω», κι όλοι λένε «ήταν η κακιά η ώρα, τι τραγικό συμβάν, ήταν καλό παιδί».  Μα κάνω υπομονή για εκείνα τα συγγνώμη που ήρθαν ή δεν ήρθαν ποτέ ή ίσως- λέω ίσως- θα’ ρθουν μάνα, πατέρα, αδελφή, άντρα, φίλε, και κάθομαι στο πάρκο με υπομονή κοιτώντας τα πουλιά στον ουρανό ελεύθερα να φτερουγίζουν.

H Σαπφώ και η πρόσλήψή της από γερμανόφωνους ποιητές και ποιήτριες

Weihnachtsspecial mit Gedichten von Dirk Uwe Hansen, Andreas Hutt, Anja Kampmann, Odile Kennel, Birgit Kreipe, Marianna Lanz und Anne Martin, ins Griechische übersetzt von dem Workshop META GRAFES, unter der Leitung von Elena Pallantzahttps://www.facebook.com/SignaturenMagazin