Επιφάν(ε)ια

Ρίχνουμε σταυρούς στο βυθό της θάλασσας

και στην επιφάνειά της ξεβράζονται τα πτώματα

εκείνων, που εμείς σαν θεατές θρηνούμε.

Ο καταδύτης με υπερηφάνεια υψώνει το σταυρό

και οι εναπομεινάντες ναυαγοί σηκώνουν τον δικό τους,

όσο εμείς γιορτάζουμε την Γέννηση, τα Φώτα και την Ανάσταση Του.

Πόση επιφάνεια αντέχεις;

Η ηδονή της απουσίας του πόνου

Οι γιορτινές μέρες έφεραν πόνο αντί για δώρα.

Κανένα περιθώριο γι’ αγάπη πάρα μόνο εξοικείωση στα λάθη.

Είχα καταβροχθήσει τις άυπνές μου νύχτες και τη μοναξιά.

Κανένας οίκτος για τον πόνο πάρα μόνο φόβος.

Είχα φουσκώσει με μελαγχολία και λύπη,

για όλα εκείνα που δεν ειπώθηκαν μα κατάπια σιωπήλα.

Ένα χάπι το πρωί κι ένα το βράδυ συνέστησε ο γιατρός.

Σ’ ένα νήμα περασμένες οι οδύνες και οι μέρες μετρημένες.

Πόσο γλυκιά η ηδονή της απουσίας του πόνου.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Ας είμαστε ακόμη τα παιδιά και τα εγγόνια κάποιων.

Ας μην βουλιάζουμε τόσο στις αναπαυτικές πολυθρόνες.

Ας χαζεύουμε λιγότερο τις ζωές των άλλων μαζί με τη δική μας.

Ας ακούμε περισσότερο το σώμα που πονάει.

Ας αποχαιρετήσουμε ό,τι τελείωσε χωρίς γιατί.

Ας είναι πιο ροδινος ο καινούργιος χρόνος.

Μόναχο, Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2019

Επέστρεφε

Επέστρεφε εκεί που σ΄αγαπάνε άδολα,

εκεί που σε θυμούνται ολόχρονα,

εκεί που ο πόνος λιγοστεύει,

εκεί που ο χρόνος δεν μετριέται σε σιωπές.

Επέστρεφε εκεί που ο σπόρος ανθίζει

κι ευτυχία ξεχωρίζει στα σκοτάδια.

Επέστρεφε στο φως και την ελπίδα.

 

Πόση ευτυχία αντέχεις;

 Ήταν περασμένες έντεκα το βράδυ κι έξω έβρεχε. Απόψε την περίμενε πολύς κόσμος για να της δώσει συγχαρητήρια.  Μπήκε στο καμαρίνι της, όταν όλοι πια έφυγαν και κάθισε μπροστά στον καθρέφτη της. Έκλεισε το μεγάλο φως και μόνο τα στρογγυλά λαμπάκια του φώτιζαν το κουρασμένο της πρόσωπο. Μια φθαρμένη από το χρόνο φωτογραφία ήταν σφινωμένη δεξιά στον καθρέφτη: εκείνη νέα σε μια ολάνθιστη αυλή κι ένα ζευγάρι αντρικά χέρια την αγκάλιαζαν τρυφερά γύρω απ΄τη μέση.  Έμοιαζε τόσο ξέγνοιαστη κι ευτυχισμένη στη φωτογραφία.

Η Τάνια Ζαφειροπούλου, παρόλο που πλησίαζε τα πενήντα ήταν μια από τις πιο σπουδαίες ηθοποιούς του θεάτρου της Αθήνας.  Εξαιρετική στις εμφανίσεις της στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ και στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ», μια παράσταση όπου η ερμηνεία της αποθεώθηκε διθυραμβικά από τους κριτικούς της χώρας. Εκτός από το ταλέντο της ξεχώριζε και για την πληθωρική ομορφιά της και συγκεκριμένα για τα χυμώδη και καμπυλωτά στήθη της. Μελαχρινή με γαλάζια μάτια, μια φυσική ομορφιά, σχεδόν εξωτική, που της χάρισε πολλούς ρόλους στο σανίδι και αρκετές εμφανίσεις στον κινηματογράφο. Πολλοί ήταν οι άντρες που την ερωτεύτηκαν για εκείνα τα εκρηκτικά και αποπλανητικά της στήθη, τα οποία όλο και έκρυβε στις φωτογραφίσεις και τις δημόσιες εμφανίσεις τα τελευταία δύο χρόνια.

Αφού καθάρισε το πρόσωπό της από το υπερβολικό μακιγιάζ του ρόλου, έλυσε τα μακριά της μαλλιά, σηκώθηκε  από την καρέκλα κι άρχισε να ξεντύνεται. Έβγαλε πρώτα το μαύρο μάξι φόρεμά της κι έπειτα με προσοχή, σχεδόν ευλαβικά έβγαλε το σουτιέν κρατώντας το δεξί της στήθος. Στη συνέχεια έπιασε με το αριστερό της χέρι το ψεύτικο της στήθος: ήταν φτιαγμένο από σιλικόνη στο χρώμα του δέρματος, με θηλή που έμοιαζε αληθινή και μέγεθος ακριβώς το ίδιο με το κανονικό της στήθος, το δικό της, το αριστερό. Το εναπόθεσε προσεκτικά σε μια θήκη που βρισκόταν στον καναπέ και το έκρυψε στη τσάντα με τα υπόλοιπα πράγματά της.

Εκείνη ακριβώς της στιγμή, μπήκε φουριόζα στο καμαρίνι της η κυρία Τζένη, η καθαρίστρια του θεάτρου, ανοίγοντας το μεγάλο φως  αφού νόμισε πως όλοι είχαν φύγει από το θέατρο. Το βλέμμα της έπεσε κατευθείαν στο στήθος και συγκεκριμένα στο σημάδι της μαστεκτομής της Ζαφειροπούλου. Και οι δύο γυναίκες προς στιγμή μαρμάρωσαν. Η κυρία Τζένη απολογήθηκε στα γρήγορα και πισωπατώντας προσπάθησε να φύγει από το καμαρίνι με εμφανή την ντροπή στα μάγουλά της.

«Τζένη μην φεύγεις. Πέρασε μέσα», της είπε η ηθοποιός με μια γλυκιά χροιά στη φωνή της.  Η κυρία Τζένη με σκυφτό το κεφάλι έκανε ένα βήμα προς το καμαρίνι κι ανασήκωσε δειλά το κεφάλι προς την ηθοποιό. «Πάντοτα έπαιζα ρόλους προσπαθώντας να ζω σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων. Οι θεατές περιμένουν πάντα πράγματα από σένα: να είσαι καλή στο ρόλο σου, να είσαι αδιάσπαστα όμορφη, να λάμπεις, να ξεχωρίζεις, να είσαι μοναδική γι΄αυτούς. Να είσαι καλά κουρδισμένη, χωρίς κενά. Να μην γίνεις ποτέ άσχημη γι΄αυτούς. Δεν ήθελα να τους απογοητεύσω, όπως έκανα με τον πρώην άντρα μου. Όταν ασχήμυνα, αυτός με παράτησε. Έφυγε μετά από δέκα χρόνια συμβίωσης και μ΄αφησε μ΄έναν ξεραμένο πόνο. Δεν άντεξε την νέα πραγματικότητα. Η αλήθεια τον συνέτριψε. Δεν είχα την πολυτέλεια να επιτρέψω κάτι αντίστοιχο και στους θαυμαστές μου. Έτσι πήρα την απόφαση και φοράω το ψεύτικο μου στήθος, τα καπέλα και τα πούπουλά μου και βγαίνω στη σκηνή. Για όσο ακόμα αντέχω. Όταν φύγεις κλείσε και το μεγάλο φως σε παρακαλω.» είπε η Ζαφειροπούλου και φόρεσε στα γρήγορα το κόκκινο της πουλόβερ.

Η κυρία Τζένη την άκουγε αμήχανα κι αφού απολογήθηκε για ακόμη μια φορά, την καληνύχτισε κλείνοντας το φως και την πόρτα από το καμαρίνι. Τότε η Ζαφειροπούλου κάθισε ξανά στην καρέκλα, κοίταξε το είδωλό της στο καθρέφτη και σκούπισε να δάκρυα της με την άκρη του πουλόβερ της.

«Κάνενας δεν αντέχει την πολλή ευτυχία», σιγοψιθύρισε κοιτώντας την σφινωμένη φωτογραφία στη δεξιά πλευρά του καθρέφτη.