Πάντα ό, τι ήθελα

Από μικρή έκανα πάντα ό,τι ήθελα. Στα φανερά ή τα κρυφά (κι αυτό ήταν πολύ γλυκό) έκανα αυτό που ήθελα. Αυτό που είχα στο κεφάλι μου, το έβαζα στα χέρια ή στα πόδιά μου. Πάντα αυτό που ήθελα το έκανα.

Τώρα κάνει αυτό πάντα ό,τι θέλει. Με ή ερήμην μου.

Ο πύργος σου

Εκεί ψηλά στα σκοτεινά ζούσες πεθαμένη.

Τα χείλη σου δεν ζούνε πια.

Η μήτρα σου ξεράθηκε και τα βυζιά σου στέγνωσαν.

Και τα μαλλάκια τ’ όμορφα δεν τα’ λουζε μια αχτίδα φως.

Εκεί ψηλά στον πύργο σου κλείστηκες πληγωμένη στους ραγισμένους τοίχους του.

Σκύβεις το κεφάλι, κλείνεις τα μάτια και καρτερείς.

-Ποιος είπε πως αυτοί που ζουν δεν είναι πεθαμένοι;

Κύπρος, Μάιος 2018

Διχασμένοι

Ανάμεσα σε δύο χώρες

Ανάμεσα σε δύο ταυτότητες

Ανάμεσα σε δύο πατρίδες

Ανάμεσα σε δύο γλώσσες

Ανάμεσα σε δύο ευατούς

Ανάμεσα σε δύο σώματα.

Άνθρωποι διχασμένοι,

δίχως  να ξαποστάσουν σε μια μεριά.

Διχασμένοι χωρίς τελείες.

Άνω τελεία, όλη τους η ζωή.

Οι μούγιες που μουγιάζουνται

Οι μούγιες που μουγιάζουνται

έννεν με τα καλά τους.

Την μιαν μιλούν σου τζαι γελούν,

Την άλλην σου μουτρώνουν.

Την τρίτην την σσιηρότερην θωρούν σε τζαι κορτώνουν.

Οι μούγιες που μουγιάζουνται

έν θελούν πολλά να μουγιαστούν.

Μιάν φταίει τους η ζούλα τους,

μιαν άλλην η πετσιά τους.

Οι μούγιες που μουγιάζουνται να παν να φαρατζιστούσιν.

Μες την καρκιάν μας εν χωρούν,

αλλού να παν να χολοσκούν.

Πόσα αντέχει η μνήμη;

H μια κλαδεύει τις τριανταφυλλιές της και τις καμαρώνει σαν παιδιά της, ή άλλη ποτίζει τις λεμονιές και ραντίζει το πεζοδρόμιο να δροσιστεί κι αυτό λιγάκι από τον πρόωρο καύσωνα, μια περπατάει στο δρόμο με το ψωμί παραμάσχαλα, που μόλις αγόρασε από τον συνοικιακό φούρνο και σταματά στη γειτόνισσα για μια τελευταία κουβέντα της ημέρας. Έλλη, Αντρικού, Μαρούλα, Φοίβη, όλες από 65 μέχρι 80 από την Κερύνεια, τη Μόρφου, την Καρπασία, την Αμμόχωστο. Σχεδόν όλες μαυροντυμένες, με μάτια υγρά, ανατολίτικα, χέρια ζαρωμένα που μεγάλωσαν παιδιά, εγγόνια και δυσέγγονα.
-Κόρη μου έλα να σου δώκω λίον δκύοσμιν φρέσκον. Είδες ίντα λόης μυρίζει όμορφα! Τζαι λία λεμόνια τζαι μέσπιλα. Είχα τζαι στο χωρκό μου στην Τζερύνεια, αλλά ήταν καλύτερα τζει κάτω. Τζαι δαμαί εν καλά, αλλά σαν τζεινα εν είναι.
Γυναίκες στο συνοικισμό προσφύγων του νησιού, που ζουν περιμένοντας ακόμα να γυρίσουν πίσω. Εκεί που γεννήθηκαν, εκεί που έχασαν όσους έχασαν. Γυναίκες με μνήμη που δεν ξεχνάει, μνήμη ριζωμένη πολύ βαθιά απ΄ότιδήποτε.
Πόσο ακόμα θα πάσχουμε από μνήμη;