Ημέρα της εισβολής

«Πώς να τους πεις πως έπηξε το μελάνι στην πέννα σου,
πώς να τους πεις πως έπηξε το αίμα στην καρδιά σου,
πώς να τους πεις να μας αφήσουν ήσυχους;» λέει ο Κώστας Μόντης.

43 χρόνια δεν τα λες λίγα. Ήμουν μωρό και έγινα μάνα.

Κάθε χρόνο η ίδια θλίψη, ο ίδιος κόμπος. Άλυτος.

43 χρόνια. Τα τζιτζίκια σίγασαν όταν ακούστηκαν οι σειρήνες.

Νούμερο 22

Όλα καθαρά και τακτοποιημένα. Μέσα κι έξω από το σπίτι. Ειδικά εκεί στη βεράντα, τα φυτά, τα έπιπλα κήπου, τα δέντρα και το γιασεμί. Αυτή η μυρωδιά του γιασεμιού έχει χαρακτεί στο κεφάλι μου από τότε που ήμουν μικρή, όταν περνούσα έξω από το σπίτι της. Κάτω απ΄το γιασεμί βρήκαν σκοτωμένο τον γιο της. Αυτοκτόνησε με το κυνηγετικό του πατέρα, που δεν πρόλαβε να τον μεγαλώσει. Ένας από τους αγνοούμενους της εισβολής. Η μάνα του τον μεγάλωσε μόνη της μετά τον πόλεμο.

Τον βρήκαν οι γείτονες,  γιατί αυτή ήταν στην δουλειά. Όταν την ειδοποίησαν για το κακό, έτρεξε σπίτι και τον είδε σε μια λίμνη αίματος κάτω από το γιασεμί εκεί στο πλατύσκαλο. Θα ήταν με το ζόρι εικοσιδύο χρονών, φοιτητής ακόμα στην Αθήνα, επέστρεψε στο πατρικό για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Κλειστός χαρακτήρας και θλιμμένος. Οι κουβέντες του λίγες. Έτσι έλεγε η μάνα μου όταν κουβέντιαζε με τη γειτόνισσα.

-Το λάστιχο, το λάστιχο του νερού, φώναζε αυτή όταν τον αντίκρυσε. Να καθαρίσουμε την αυλή από τα αίματα. Γεμίσαμε αίματα παντού, ούρλιαζε καθώς αγκάλιαζε το νεκρό σώμα του παιδιού της. Γιατί γιέ μου; Γιατί αγόρι μου; Πόσο αίμα; επανάμβανε μέσα στους λυγμούς της.

Το σπίτι με την κόκκινη πόρτα ήταν ένα από τα ομορφότερα των παιδικών μου χρόνων. Κλασική ομορφιά. Πάντα καθαρό και τακτοποιημένο. Όλα στη θέση τους. Το κρατούσε ζωντανό και μετά τους νεκρούς της. Την κρατούσε ζωντανή ακόμα.

Πέρασα χτες έξω από το σπίτι με το νούμερο 22. Καθαρά όλα και τακτοποιημένα. Φυτά, γλάστρες, έπιπλα κήπου. Κοντοστάθηκα να το θαυμάσω. Κάτι έλειπε. Το γιασεμί ξεράθηκε.

20226633_10155291526925590_652414126_o(1)

Κύπρος, Ιούλιος 2017

 

Κόκκινες ντομάτες

Ξύπνησα νωρίς πάλι. Αυτά τα τζιτζίκια και η ανελέητη ζέστη.  Μια μέρα πριν την επέτειο του πραξικοπήματος του 74′  ξύπνησα βαριά, γιατί νόμισα ότι άκουσα σειρίνες. Αυτές τις μέρες του Ιουλίου φοβάμαι πιο πολύ. Αυτός ο κολλημένος φόβος στα γονίδια μου… Με κυνηγάει πάντα. Φοβάμαι τα θερμά επεισόδια που έπονται αυτών που προηγήθηκαν. Είναι κι αυτά κολλημένα στο πετσί μου. Το δικό μου, των δικών μου και των ξένων.

«Δεν βαριέσαι, σήκω», μονολογούσα μέσα μου. «Θα φτιάξεις γεμιστές ντομάτες. Άντε να πας νωρίς στον κυρ-Γιάννη να σου δώσει τις καλύτερες, τις πιο ώριμες, τις κατακόκκινες».

Τέτοιες κατακόκκινες ντομάτες ήθελα ν΄αγοράσω και τότε στον Τουρκομαχαλά του Μονάχου. Να φτιάξω γεμιστά. Τις βρήκα, τις μύρισα, τις διάλεξα προσεκτικά και πήγα στο ταμείο. Ο Τούρκος ταμίας με κοίταξε κάπως περίεργα κι εγώ δεν κατάλαβα τι ήθελε. Τις ζύγισε και πριν μου πει την τιμή τους με ρώτησε κάτι στα τούρκικα. Του απάντησα στα γερμανικά ότι δεν καταλαβαίνω. Και τότε με ρώτησε στα γερμανικά αν ειμαι Τουρκάλα. «Με τα μαλλιά και τα μάτια που έχεις σίγουρα είσαι Τουρκάλα». Του απάντησα έντονα στα γερμανικά ότι γεννήθηκα στην Κύπρο. «Τουρκάλα είσαι τότε», μου απαντάει. Δεν άντεξα, κοκκίνησα σαν τις ντομάτες από θυμό, τις πήρα όπως ήταν μέσα στο σακούλι από τη ζυγαριά και τις πέταξα κάτω φωνάζοντάς του: Είμαι Ελληνοκύπρια ακούς! Griechischezypriotin! Μ΄ένα «άει σιχτίρ» στο στόμα έφυγα κλαίγοντας από το μπακάλικο τότε. Χωρίς ντομάτες, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.

Γεννήθηκα με το «Δεν ξεχνώ» και το κουβαλάω εδώ και 44 χρόνια σε κάθε γη που έχω βρεθεί.  Συχνά πιάνω τον ευατό μου να θέλει να ξεχάσει. Αδύνατον. Είναι μεγάλη τέχνη να μη θυμάσαι. Και δεν την κατέχουμε όλοι.

Βρήκα κόκκινες και ζουμερές ντομάτες. Ίδιες με κείνες του Μονάχου. Ακόμα τις θυμάμαι.

Η πυρά του πόνου

Κάθε Ιούλιον γίνεται τζαι έναν κακόν στην Κύπρον, χρόνια τωρά: το πραξικόπημα, ο πόλεμος, το Μαρί, οι πυρκαγιές, τα ναυάγια, κάθε λογής χαττάς. Τζαι σκοτεινιάζουμεν για λίον ή πιο πολύν τζαιρόν, ξιχάνουμεν ή κάμνουμεν πως ξιχάνουμεν, μα οι πληγές εν τόσο βαθκιές που εν κλείουν ποττέ: ο θείος της εν αγνοούμενος, ο παπάς του ήταν αιχμάλωτος, τον αρφόν της επαίξαν τον.Τζαι βάλουμεν τον πόνο μας σε λέξεις, τζαι τες πληγές μας σε πιο πολλές λέξεις τζαι κάμνουμεν μνημόσυνα για να μεν ξιχάσουμεν τούτους τους Ιούλιους. Τζαι τούτην η λύπη τζαι η σκοτεινιά γίνεται ένα με το πετσί μας, το δικόν μας τζαι των παιδκιών μας, τζαι των άλλων γενιών. Γινούμαστεν έναν κουβάριν που τυλιούμεν τζαι ξυτυλιούμεν ολόχρονα τζαι για πολλές ζωές. Τζαι ο κόσμος θωρεί μας πουπόξω τζαι νομίζει μας ευτυχισμένους. Τζαι μεσα μας κρούζουμεν σαν τούτην πυρά της Κύπρου. Σσιμώναν, καλοτζαίριν.

Στάσεις λεωφορείων

Στις στάσεις των λεωφορείων κοντοστέκονται οι άνθρωποι και μαζί τους οι φόβοι και οι τιμωρίες τους. Στις στάσεις των λεωφορείων κοιτάς τα βλέμματα ανθρώπων με τα καλάθια και τα σακίδιά τους γεμάτα στιγμές. Συχνά εκεί ακούς μικρές και σπάνιες ιστορίες μεγάλων ανθρώπων. Στις ίδιες στάσεις των λεωφορείων βλέπεις τη μοναξιά να περιμένει στα πρόσωπα και τα χέρια τους. Ίσως γιατί το καλοκαίρι τα σώματα ιδρώνουν παραπάνω και κολλάει η απουσία στο δέρμα.  Και πίνουν νερό για να ξεδιψάσουν για όσα δεν έρχονται.

13103494_10153991266075590_8618294349150000307_n(1)