Πεινούσα

Κάθε βράδυ μπούκωνα τις λέξεις σου

κι έπειτα άνοιγα το ψυγείο

έτρωγα το μπαγιάτικο φαγητό

έπινα μονορούφι μια παγωμένη μπύρα

λαχταρούσα τα γλυκά του κουταλιού

και με γεμάτο στομάχι ξάπλωνα στο κρεβάτι

δήθεν να κοιμηθώ.

Δεν ήθελα να παραδεκτώ

πόσο σε πεινούσα.

Η φωτογραφία

Εκείνη η φωτογραφία πάνω στον τοίχο

_ένα κοινό πεπρωμένο στα πρόσωπα τους.

στα λευκά σεντόνια

στον ήλιο που έρπει στο δωμάτιο

στη βροχή που κτυπάει στο παράθυρο

στις αφαιρέσεις και στους πολλαπλασιασμούς.

Τα σώματά τους

μια ακατανίκητη τρυφερότητα μέσα στον χρόνο.