Ο Βαγορής

Ιούλιος 1974, σ΄ένα χωριό της Αμμοχώστου

«Κορούες*, ήρτεν ο Βαγορής μας! Ελάτε ποδά στον ηλιακό*. Ήρτεν ο άντρας του σπιθκιού μας», βροντοφώναξε η κυρία- Νίκη όταν ο πρωτότοκος γιος της μπήκε στην εσωτερική αυλή του πετρόχτιστου σπιτιού. Ο Βαγορής Οικονόμου ήταν εικοσιέξι χρονών παλικάρι, ψηλός, με πυκνά σγουρά μαύρα μαλλιά και καταπράσινα μάτια, κληρονομιά του παππού του, πατέρα της μάνας του. Σπούδαζε τότε Διοίκηση Ξενοδοχείων και Τουρισμού με υποτροφία στη Ζυρίχη και επέστρεψε για τις καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό του στην Κύπρο. Ήταν έκπληξη για την μάνα και τις τέσσερις μικρότερες αδελφές του. Δεν τον περίμεναν ακόμη. Ο Βαγορής είχε πάντα εκπλήξεις στο τσεπάκι του. Από παιδί. Από τότε που πέθανε σε εργατικό ατύχημα ο πατέρας τους, ο έφηβος τότε Βαγορής μεγάλωσε πριν την ώρα του κι έγινε ο προστάτης της οικογένειας. «Άφης με* κάτω γιέ μου. Ίντα* με σηκώνεις πάνω σου, κοτζάμου γυναίκα. Εν αντροπή» του είπε η μάνα, όταν αυτός από την χαρά της επιστροφής στο νησί και της ζεστής αγκαλιάς, σήκωσε στον αέρα την κυρία-Νίκη αδιαφορώντας για την τρομάρα της πενητάχρονης γυναίκας.

Όταν ο Βαγορής επέστρεφε στο πατρικό του όλο το σπίτι φωτιζόταν. Χωράτευε τις αδελφές και τις ξαδέλφες του, έπαιζε μπουζούκι στο καφενείο του χωριού με το τσιγάρο πάντα στο στόμα. Ήταν τότε που οι ανύπαντρες κοπέλες του χωριού με τ΄αεράτα τους φουστάνια τον γλυκοκοίταζαν περιμένοντας να τις κοιτάξει μ΄εκείνα τα καταπράσινα, αχόρταγα μάτια του. «Ρε, εν να μας αφήσεις τζαι μας καμιάν κοπέλαν, οξά* θέλεις τες ούλες* να ξεροσταλιάζουν για λόου σου*;» τον πείραζαν οι φίλοι του κάθε φορά που ο Βαγορής έκλεινε το μάτι στις όμορφες συγχωριανές του και συνέχιζε τις μερακλίδικες τρίλιες στο μπουζούκι.

Το καλοκαίρι του 74’ ο Βαγορής ξεκίνησε την πρακτική του στην Αμμόχωστο, στο ξενοδοχείο «Κλειώ». «Μανά, εν να δουλέψω ούλλον τον Ιούλιον τζαι τον Αύγουστον θα κάτσω να σε χορτάσω. Τζαι σένα τζαι τες αρφάες* μου. Τζαι θα κάμνουμεν εκδρομές όποτε είμαι αδκιασερός*. Θα σας πάρω στο Μοναστήρι του Τζύκκου, τζαι όπου άλλου λαχταρά η καρκιά σου». Τα μάτια της μάνας του βούρκωναν κάθε φόρα που  ο μοναχογιός της  έπαιρνε τη θέση του πατέρα  στο σπίτι. Μαυροφορεμένη από τότε που πέθανε ο άντρας της, έθαψε μέσα της τον πόνο, την απώλεια του μοναδικού της συντρόφου, την χαρά, το μοίρασμα. «Να πάμεν γιε μου όπου θέλεις. Να δουν τζαι κάτι άλλον που το χωρκόν μας οι αρφάες σου. Που τότε που λείπεις στο εξωτερικό, λείπει τζαι το φως του σπιθκιού μας. Σσιέρουμαι* όμως γιε μου, που εκατάφερες εσύ να σπουδάσεις, τζαι να΄ βρεις μιαν καλύττερη δουλειά που τα χωράφκια τζαι τα κοπάδκια.»

Ο Βαγορής χαμογέλασε και γλύκανε το πρόσωπό του. Μα πιο πολλή γλύκα έβγαζαν τα σαρκώδη χείλη του, συγκεκριμένα εκείνη η ουλή αριστερά στο πάνω χείλος, κατάλοιπο της ζωηράδας των παιδικών του χρόνων. Κι εκείνη την ημέρα του Ιούλη δάγκωνε την ουλή, που κάπως τον ενοχλούσε.

Αύγουστος 1974, Μεσαορία

 «Κράτα με γερά μανά! Βαστώ σε καλά. Μεν φοάσαι. Να προλάβουμε να περάσουμε απέναντι», είπε ο Βαγορής στην μάνα του που κουβαλούσε στις πλάτες μέσα στο καύσωνα του μαύρου καλοκαιριού. Ήταν Παρασκευή, 16 Αυγούστου 1974. Η κυρία- Νίκη, με το σπασμένο  πόδι της στο γύψο, τρεμάμενη χωρίς να μπορεί να προφέρει λέξη έσφιγγε τους ώμους του γιού της, όσο περπατούσαν μαζί με άλλους συγχωριανούς ανάμεσα στα στάχυα των σπαρμένων χωραφιών της Μεσαορίας. Εκείνη τη μέρα ο ήλιος έκαιγε τα πρόσωπα, τα κορμιά και τα σωθικά των ανθρώπων.

«Μανά, όπου τζαι αν είσαι εφτάσαμεν απέναντι. Θωρώ* τα αυτοκίνητα του Ερυθρού Σταυρού. Εκαταφέραμέν τα μανά. Εγλυτώσαμεν που τους Τούρκους. Μεν φοάσαι μανά. Βαστώ σε γερά στες πλάτες μου. Θυμάσαι που ήμουν μιτσής* που με σήκωνες ψηλά. Ε! Τωρά εν η σειρά μου. Εκαταφέραμέν τα μανά », έλεγε ασταμάτητα ο Βαγορής κι ο κρύος ιδρώτας έτρεχε από τα πυκνά του μαλλιά στα σκοτεινά του μάτια. Κι ο ήλιος έκαιγε. Κι όμως κατάφεραν και σώθηκαν από τους πυροβολισμούς των Τούρκων. Όλη η οικογένεια. Ο Βαγορής, η μάνα του και οι τέσσερις αδελφές του.

«Το Αντρικούι μου; Που εν τον Αντρικούι μου; Που εν το μωρούιν μου;» ακούστηκε ξαφνικά μια αλαφιασμένη γυναίκα λίγα μέτρα πιο κάτω από την οικογένεια Οικονόμου. Τότε ο Βαγορής χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς κανένα δισταγμό άφησε την μάνα και τις αδελφές του στα χέρια των νοσοκόμων του Ερυθρού Σταυρού κι έτρεξε στη γυναίκα που αναζητούσε το παιδί της. Κι έγινε καπνός μέσα στα κίτρινα στάχυα της Μεσαορίας. Να βρει το Αντρικούι.

«Βαγορή μου! Βαγορή μου!» ακούστηκε μαραμένα η φωνή της κυρίας- Νίκης, όταν η σκιά του γιού της χάθηκε στο βάθος των ηλιοκαμένων χωραφιών.

Ιούλιος 2019, Λεμεσός

Κάθεται στον καναπέ του σαλονιού. Αμίλητη, άκεφη. Τα παραθυρόφυλλα είναι μισόκλειστα για να κρατήσουν την αφόρητη ζέστη και υγρασία έξω απ΄ το σπίτι. Τα μαλλιά της άρχισαν ν΄ άσπρίζουν. Στην τηλεόραση ακούγονται οι ειδήσεις των 14:00. «Σήμερα κλείνουν σαρανταπέντε χρόνια από την μαύρη εκείνη μέρα του Πραξικοπήματος. Από τους 1619 αγνοούμενους βρέθηκαν τα κόκκαλα των…». «Κλείστην την τωρά. Εν θέλω ν΄ακούω τίποτε» ακούστηκε η φωνή μιας ηλικιωμένης γυναίκας μέσα από την κουζίνα. Σηκώθηκε από τον καναπέ, έκλεισε κατευθείαν την τηλεόραση και πήγε στο δωμάτιό της. Έσκυψε κάτω από το κρεβάτι, ανέσυρε ένα ξύλινο κουτί και κάθησε στην απέναντι πολυθρόνα. Το άνοιξε με προσοχή, κοίταζε μια-μια τις μαυρόασπρες φωτογραφίες και μετά κοντοστάθηκε σε μια φθαρμένη από τον χρόνο και το άγγιγμα φωτογραφία. Την χαίδεψε με τα δάχτυλά της σαν ν΄άγγιζε το μάγουλο ενός μωρού και ψιθύρισε μ΄έναν υπόκωφο λυγμό στον λαιμό: «Βαγορή! Βαγορή μου! Ζεις Βαγορή μου; Ζεις; Εν επαντρεύτηκα Βαγορή μου, γιατί καρτερώ σε. Να΄μαστε πάλαι μαζί. Να παντρευτούμεν. Είμαι δαμαί*τζαι καρτερώ σε ώσπου να κλείσουν τα μάθκια μου. Καρτερώ σε».

Γλωσσάρι:

-κορούες: νεαρά κορίτσια

-ποδά: εδώ

-ηλιακός: προχώλ

-άφης με: άφησέ με

– ίντα: γιατί

-κοτζάμου: κοντζάμ

-οξά: ή

-ούλες: όλες

– για λόου σου: για του λόγου σου

-αρφάες μου: αδελφές μου

-αδκιασερός: ο άδειος, που ως εκ τούτου έχει χώρο ή χρόνο για άλλα, ο εύκαιρος

-σιέρουμαι: χαίρομαι

-θωρώ: βλέπω

-μιτσής: μικρός

-δαμαί: εδώ

Συλλέκτης απλών στιγμών

Ας υποθέσουμε πως κοιμάσαι σε μια ακρογιαλιά.
Και ξυπνάς σε μια άλλη.
Περπατάς στα ίδια βήματα.
Κοιτάς τα πουλιά που πετάνε πάνω απ’ τους βράχους.
Ακούς το κύμα σε andante.
Σκέφτεσαι όλα εκείνα που δεν έγιναν.
Κάποτε λες στον ευατό σου «έτσι είναι».
Γίνεσαι συλλέκτης απλών στιγμών.

Τα παλιά σπίτια

Αγαπώ τα παλιά σπίτια γιατί οι τοίχοι τους, έστω κι αν έχουν σχισμές, πρόλαβαν να ποτιστούν με το φως από τον ήλιο και την ζέστη του τζακιού. Γιατί οι άνθρωποι που έζησαν σ’ αυτά έγραφαν γράμματα στο χαρτί, θωρούσαν περήφανα τα ψιλοτάβανα ακούγοντας ωραίες μουσικές, ερωτεύονταν και χόρευαν στα εκλεκτά πλακάκια. Γιατί τα έργα τους γίνονταν με αγάπη.

Κύπρος, Ιούνιος 2019