Τσακισμένες σελίδες

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο υπογραμμίζω με μολύβι τις λέξεις που με κάνουν ν’ αλλάζω θέση, ύφος, διάθεση. Όταν διαβάζω πολλές θαρραλέες λέξεις στην ίδια σελίδα, τότε την τσακίζω πάνω αριστερά. Κι όταν το διάβασμα του βιβλίου τελειώσει, επιστρέφω πάντα στα τσακίσματα και θυμάμαι τις λέξεις εκείνες που με τάραξαν, με κούνησαν από την βολική πολυθρόνα. Επιστρέφω πάντα στις τσακισμένες σελίδες και τις μολυβένιες λέξεις και ξέρω ακριβώς γιατί τους φέρθηκα μ’ αυτόν τον τρόπο. Τότε μειδιώ και τσακίζομαι χαρούμενη στις λέξεις εκείνων που πονούν, που ερωτεύονται, που θυμούνται, που θρηνούν.

Στην ταβέρνα

Ντύνεται επίσημα: γραβάτα, γιλέκο, σακάκι. Πάντα θυμάται τον ευατό του με επίσημα ρούχα. Έτσι τον έντυνε εκείνη από παιδί με καλοσιδερωμένα παντελόνια, πουκάμισα και λουστρινέ παπούτσια. Το μοναχοπαίδι της, ο μονάκριβος της γιος, υπάκουος πάντα στις ενδυματολογικές της ιδιοτροπίες. Μεγάλωσε και η ενδυμασία του παραμένει η ίδια. Μια συνήθεια ραμμένη στα μέτρα του. Του το υπαγορεύει εξάλλου και το επάγγελμά του: δικηγόρος με κληρονομιά το γραφείο του πατέρα του, που πέθανε νωρίς αφήνοντας πίσω του το βάρος του ονόματος ενός μεγαλοδικηγόρου. Αν ήταν εδώ εκείνη θα ήταν διπλά περήφανη για τις σωστές επιλογές του.

‘Ηταν περασμένες δύο το μεσημέρι όταν βγήκε στον δρόμο. Μπήκε στην σκοτεινή ταβέρνα της γειτονιάς. Κάθισε κοντά στην τζαμαρία. Στην ίδια θέση που κάθεται πάντα όταν αποφασίζει να βγει μεσημεριάτικα για φαγητό. Δεν είχε πολλούς πελάτες εκείνη την μέρα. Καθώς κοιτούσε το μενού, άκουσε μια μουσική στο βάθος. Ρεμπέτικα. Αυτά που του άρεσαν. Εκείνη τη στιγμή έφερε στη μνήμη του την μάνα του να κάθεται στο πιάνο και να παίζει σονάτες του Σκαρλάτι. Θυμάται τον ευατό του ακούγοντάς την να κλέβει κρυφά μπισκότα βουτήρου από το βιντάζ κουτί που είχε ακουμπισμένο στον πάγκο της κουζίνας ως συνοδευτικά για τον καφέ ή το τσάι. Όταν εκείνη τον έπιανε στα πράσα να καταβροχθίζει λαίμαργα τις απαγορευμένες λιχουδιές, τον κοιτούσε αρχικά αυστηρά κι έπειτα του σκούπιζε με γρήγορες κινήσεις τα ψίχουλα από τα μπισκότα στο πουκάμισο στέλνοντάς τον στο δωμάτιό του. «Τα σωστά αγόρια δεν τρώνε κρυφά από την μαμά τους. Τα σωστά αγόρια προσέχουν τη σιλουέτα τους» την άκουγε να λέει καθώς απομακρυνόταν από την κουζίνα με το κεφάλι σκυμμένο στο πάτωμα, ρίχνοντας τις κατάρες του σιωπηλά.

Τώρα είχε το βλέμμα του στραμμένο στο μενού της ταβέρνας. Ήταν αναποφάσιστος.Του άρεσαν τα βαριά, λαδερά φαγητά. Όλα όσα δεν του επέτρεπε εκείνη να τρώει όσο ακόμη ζούσε στο πατρικό του. Όταν απελευθερώθηκε από τα δεσμά της, αφέθηκε σ΄όλες τις λουχουδιές που του στερούσε. Όταν η μάνα του πέθανε- από καρκίνο στο έντερο- αυτός παραδόθηκε στη ζάχαρη. Είχε γίνει υπέρβαρος, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν έψαχνε ούτε για σύζυγο, ούτε και για ερωμένη. Μόνος και υπέρβαρος εξακολουθούσε να κρύβει το λίπος του πίσω από τις γραβάτες, τα φαρδιά πουκάμισα και τα κουστούμια.

«Μια χωριάτικη, ένα στιφάδο με μπόλικες πατάτες και μια καράφα άσπρο κρασί» είπε στον σερβιτόρο, όταν αυτός ήρθε για την παραγγελία. «Ωραία ησυχία σήμερα στο μαγαζί» πρόσθεσε, όταν εκείνος ακουμπούσε το ποτήρι, την καράφα του κρασιού και το καλάθι με το ψωμί μπροστά του.  «Νομίζω σας έπεσαν τα κλειδιά σας κύριε Νικολόπουλε», του είπε ευγενικά το γκαρσόνι, δείχνοντάς του στο πάτωμα κάτι που γυάλιζε. Εκείνος τα είδε από απόσταση και έβαλε κρασί στο ποτήρι του. «Θα τα πάρω αργότερα. Τώρα είναι όλα κλειδωμένα» απάντησε σχεδόν παγερά. «Πριν φύγω θα τα πάρω». Κι έβαλε την πρώτη μπουκιά στο στόμα του.

ΛΑΙΜΑΡΓΑ

Το «ΛΑΙΜΑΡΓΑ» αποτελεί ένα συλλογικό έργο ποίησης, πεζογραφίας και σουρεαλιστικής γραφής, με συμμετοχή Ελλήνων και Κύπριων πεζογράφων και ποιητών. Πρόκειται για μια σειρά μικρών ιστοριών μέσα από τις οποίες αντανακλάται η λαιμαργία στην κυριολεκτική και μεταφορική της έννοια, η οποία αναπόδραστα καλπάζει στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Στο βιβλίο η λαιμαργία παίρνει τη μορφή της αρρώστιας, της καταπιεσμένης σεξουαλικής επιθυμίας, της αναγκαιότητας για ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία σ’ ένα περιβάλλον απομόνωσης και εγκλεισμού της σύγχρονης ανθρωπογεωγραφίας. Είναι ένα μωσαϊκό από ιστορίες πείνας και λαιμαργίας σε μια εποχή που ο άνθρωπος αδυνατεί να χορτάσει, που φωνάζει από ασφυξία για ζωή. Στο βιβλίο γράφουν με αλφαβητική σειρά οι: Φώτης Αποστολίδης, Χριστίνα Βραχίμη, Ελένη Ιωαννίδου, Παναγιώτης Λάρκου, Αυγή Λίλλη, Κ.Κ. Μοίρης, Ρωξάνη Νικολάου, Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Βάλια Τσιριγώτη, Μαρία Τζιαούρη-Χίλμερ.

Το «ΛΑΙΜΑΡΓΑ» μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ακτίς (Ιανουάριος, 2019)

50395146_786741278346904_6206545458630754304_n

Αιώνια

Να μ΄αγαπάς όταν μεγαλώσω,

όταν το δέρμα μου δεν είναι πια σφριγηλό.

Να μ΄αγαπάς όταν παχύνω,

όταν η μέση και οι γάμπες μου δεν είναι όπως παλιά.

Να μ΄αγαπάς όταν χάσω τα μαλλιά μου,

όταν ακόμα και οι τρίχες λιγοστεύουν και πεθαίνουν.

Να μ΄αγαπάς όταν δεν μπορώ να μιλώ πια,

όταν οι λέξεις μου πνίγονται στον λάρυγγα.

Να μ΄αγαπάς όταν τα μάτια μου σου φωνάζουν

πόσο πονάω τώρα που πεθαίνω.

Να μ΄αγαπάς κι όταν ακόμα φύγω.

Το ξέρω πως μ΄αγαπάς κι ας είμαι ήδη νεκρή.

 

Βυσσινί φόρεμα

Εννέα το πρωί κι αυτός ήταν ήδη σκυμμένος στα χαρτιά πάνω στο γραφείο του. Όταν η συνάδελφος τον ρώτησε αν ήθελε κι άλλο καφέ, αυτός κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Πάλι γύρισε ξημερώματα στο σπίτι πατώντας στις μύτες των ποδιών του, για να μην ξυπνήσει ούτε εκείνη, ούτε τα παιδιά. Τρεις φορές τη βδομάδα ήξεραν όλοι στο σπίτι ότι αυτός δουλεύει σ΄ένα μπαρ για να φέρνει έξτρα λεφτά. Αυτή άνεργη, τα δίδυμα αγόρια στην Τρίτη Λυκείου λίγο πριν φύγουν για σπουδές κι αυτός έπρεπε να βρει δεύτερη δουλειά για να τα βγάζουν πέρα.

Ο Αντώνης, είχε μόλις κλείσει τα σαράντα και ήταν ήδη μπαμπάς δύο έφηβων αγοριών. Είχαν μικροπαντρευτεί με την Λίζα με το που τελείωσαν το Οικονομικό του Πειραιά. Γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο, τα έφτιαξαν γρήγορα γιατί η μάνα του επέμεινε ότι το Λιζάκι ήταν καλό κορίτσι, μορφωμένο κι ας ήταν από επαρχία.  Σίγουρα δεν ήταν ο έρωτας της ζωής του. Λίγο οι κουβέντες της μάνας του, λίγο οι δικές του ανασφάλειες, συν την απροσδόκητη εγκυμοσύνη, βρέθηκαν παντρεμένοι. Γάμος στα γρήγορα, για να μην πει κάτι ο κόσμος.

Αυτός βρήκε εύκολα δουλειά σε μια πολυεθνική εταιρεία στον τομέα των πωλήσεων. Μετά τη δουλειά και πριν επιστρέψει στο σπίτι, του άρεσε να συχνάζει σ΄ένα μπαρ  στην Πατησίων. Καθόταν εκεί και θαύμαζε τ΄αγόρια με τα φτερά και τα φανταχτερά χρώματα στο σώμα και το πρόσωπο. Όταν ήταν παιδάκι του άρεσε πολύ να ντύνεται Κοκκινοσκουφίτσα ή Πριγκίπισα, κλέβοντας τις στολές της αδελφής του. Αλλά αυτό δεν άρεσε καθόλου στη μάνα του. Χάζευε τ΄αγόρια που ντύνονταν κορίτσια και ήθελε πολύ να τους μοιάσει. Όμως ήξερε πως στη μάνα του αυτό δεν θα άρεσε καθόλου. Γι΄αυτό παντρεύτηκε, γιατί ήξερε ότι αυτό θα άρεσε στη μάνα του.

Τώρα ο Αντώνης λέει στην Λίζα και στα παιδιά ότι δουλεύει σε κάποιο μπαρ στον Πειραιά. Μόνο τρεις νύχτες για να μπορεί να είναι εντάξει στην πρωινή του δουλειά στην εταιρεία. Για να μπορεί να πληρώσει τα φροντιστήρια των διδύμων στην Τρίτη Λυκείου. Για να μπορεί να φοράει τα κουστούμια και τις γραβάτες από τις οκτώ το πρωί. Όμως τις τρεις εκείνες νύχτες, αφού έχουν φάει όλη η οικογένεια μαζί, φεύγει από το σπίτι μετά τις δέκα, για την άλλη του δουλειά και τότε μπορεί να φοράει φανταχτερά χρώματα, να βάζει μίνι και ζαρτιέρες και κόκκινο κραγιόν. Γίνεται Σαμάνθα, βγαίνει στη Συγγρού και περιμένει τον πρίγκιπα ή τον λύκο του να τον παρούν βόλτα κι αυτός  πρόθυμος για όλα: πίπα, κώλο, πίπα, κώλο. Γυρνάει αχάραγα στο σπίτι με λεφτά και οργασμούς. Γίνεται πάλι Αντώνης. Ξαπλώνει στον καναπέ για να μην ξυπνήσει το Λιζάκι για κανένα τρίωρο μέχρι να ξημερώσει. Ξαπλώνει μα δεν μπορεί να κοιμηθεί.

Χθες δεν μπορούσε να ξυπνήσει ούτε μετά τον τρίτο καφέ που του έφερε η συνάφελφος. «Είστε άρρωστος;», τον ρώτησε αυτή όσο πιο διακριτικά μπορούσε να ρωτήσει.  Ο Αντώνης της είπε να του φέρει το σακάκι του από την άδεια ντουλάπα. Έπρεπε να απουσιάσει για λίγο απ΄το γραφείο. Καθώς του έφερνε από απροσεξία της το έριξε κάτω στο χαλί και τότε έπεσε από την τσέπη ένα κόκκινο κραγιόν. «Δικό μου είναι!» φώναξε ο Αντώνης. «Για την Λίζα το πήρα» διόρθωσε στα γρήγορα για καλύψει την βλακεία που μόλις πέταξε απ΄το στόμα του. Της το πήρε από το χέρι και το έβαλε στα γρήγορα πίσω στην τσέπη του. Κατακόκκινος. Σαν το κραγιόν.

Βγήκε έξω στο δρόμο ν΄αναπνεύσει. Περπατώντας μπήκε στο πρώτο κατάστημα με  φανταχτερά ρούχα, με γκλιτερ και φτερά. «Θα ήθελα παρακαλώ αυτό το βυσσινί φορεματάκι. Για δώρο είναι.» είπε στην πωλήτρια και έβγαλε το πορτοφόλι του να πληρώσει το βυσσινί φόρεμα.