Κακές συνήθειες

Περπατάει, ξύνει τις πληγές του

και μετά ανάβει τσιγάρο.

Εκείνος ο έρωτας δίχως αρχή και τέλος.

Δεν ψάχνει αφορμές ή φταίχτες

μόνο εκείνες τις σταγόνες ιδρώτα

ανάμεσα στο στήθος.

Τόση τρυφερότητα

στα δάχτυλα και στη φωνή.

Ειδωλολάτρης

σε μια δίχως τέλος διαδρομή.

Ξύνει τις πληγές του και αιμορραγεί.

Κακές συνήθειες.

Λιόγερμα

Τον Αύγουστο

χαζεύουμε τα ηλιοβασιλέματα

σαν ερωτευμένοι.

Κι έπειτα μαζεύουμε την μελαγχολία μας

μαζί με τα ψαθάκια και τις πετσέτες της θάλασσας

επιστρέφοντας στις ζωές μας.

Πόσο εκτυφλωτικός ο ήλιος του Αυγούστου!

Πόλη της Χρυσοχούς, Κύπρος 2020

Τραγωδίες

Aπέναντι από την παραλία που κάθομαι, στα Κόκκινα, βλέπω στη βουνοπλαγιά την τουρκική σημαία. Σαράντα έξι καλοκαίρια βουτώ σε «ξένες» θάλασσες και το στόμα μου μου αλμυρό, ψάχνει μια απάντηση και μια αποδοχή. Και για κείνον τον «Ηλιο», που δεν προσγειώθηκε ποτέ στην Αθήνα σκοτώνοντας το αγέννητο παιδί του γείτονά μου. Κουβαλώ τα γιατί μαζί με τα χρόνια μου. Σαράντα οκτώ, σαράντα έξι, δεκαπέντε… Αριθμοί, εξισώσεις που δεν βγαίνουν. Οι τραγωδίες παίζονται πάντα το καλοκαίρι.

Τα πράγματά σου

Συναντηθήκαμε στο ίδιο καφέ που γνωριστήκαμε.

Ήτανε μήνας Αύγουστος και η υγρασία ένα με το πετσί μας.

Μου επέστρεψε το φλυντζάνι μου, ένα δίσκο βινυλίου και όσα ρούχα δικά μου είχε στην ντουλάπα του.

Όλα με τάξη μέσα στην χάρτινη σακούλα.

Του επέστρεψα όλες τις επιστολές του κι εκείνη την καρφίτσα με τ΄όνομά μου.

Όλα τυλιγμένα στο μωβ φουλάρι που μου χάρισε.

Απομακρυνθήκαμε χωρίς αντίο, χωρίς δάκρυα.

Τώρα πια δεν έχω τίποτα δικό του.

Μόνο ο τηλεφωνητής μου είναι γεμάτος με μηνύματα.

«Σου πήρα τσιγάρα απ’το περίπτερο. Δεν θα αργήσω απόψε απ’ τη δουλειά».

Ένα gin&tonic παρακαλώ

Φαντάσου να ήμασταν στο θερινό σινεμά με τους κολλητούς και μετά για μπύρες και για gin&tonic, να θυμόμασταν εκείνο το ροκ φεστιβάλ προ αμνημονεύτων χρόνων, να μιλούσαμε για τους θεούς και τους δαίμονές μας, για τους έρωτες που ζήσαμε ή δεν ζήσαμε, να ξεστομίζαμε άφοβα εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες, που είναι για μας μεγάλες, να μιλούσαμε για όλη την ομορφιά που έχουμε μπροστά μας τώρα μαζεύοντας πολύ ήλιο για το χείμωνα και να γελούσαμε δυνατά και άφοβα επιστρέφοντας πάντα σ΄εκείνους κι εκείνα που είναι το καταφύγιό μας. Ένα gin&tonic παρακαλώ.