Το κασετοφωνάκι

Τους τελευταίους μήνες δεν μιλούσαμε πολύ μεταξύ μας. Εγώ περνούσα τις πιο πολλές ώρες της ημέρας στην κουζίνα ή με τα παιδιά και τα διαβάσματά τους.  Και τις λιγοστές «ελεύθερες ώρες μού κρατούσε παρέα το κασετοφωνάκι.

Θυμάμαι, όταν ήρθαμε στη Λεμεσό μετά την εισβολή νοικιάσαμε ένα μικρό τριάρι σε μια παλιά πολυκατοικία όχι μακριά από τη θάλασσα. Ήταν στον τέταρτο όροφο, γιατί ο Γιάννης ήθελε να βλέπει έστω κι από μακριά τη θάλασσα. Να του θυμίζει τη θάλασσα στο χωριό που άφησε πίσω του. Να του θυμίζει, ότι το σπίτι μας δεν είναι και τόσο μακριά. Οι μεγάλες μας κόρες μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο κι ο μικρός είχε το δικό του. Ο Γιάννης έλειπε όλη μέρα ψάχνοντας δουλειά κι εγώ ξημεροβραδιαζόμουν στην κουζίνα με τα ρετρό πλακάκια και το κασετοφωνάκι: από τα λίγα πράγματα που κατάφερα να στοιβάξω στις τρεις βαλίτσες που μας επέτρεψαν να φέρουμε στις ελέυθερες περιοχές. Μαζί και τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες μας από το γάμο και τα βαφτίσια των παιδιών. Όσες βγάλαμε πριν τον πόλεμο. Τώρα δεν βγάζουμε  πια φωτογραφίες.

Το διαμέρισμα ήταν σε κεντρικό δρόμο της πόλης και είχε πολύ θόρυβο. Τα πρώτα βράδια όταν μετακομίσαμε εδώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τον θόρυβο των αυτοκινήτων. Σηκωνόμουν και πήγαινα στην κουζίνα να πιω ένα τσάι κι άναβα χαμηλόφωνα το κασετοφωνάκι για να ηρεμήσω. Αργά το βράδυ είχε κλασική μουσική και κάθε φορά που άκουγα πιάνο έκλεινα τα μάτια κι έβαζα τα δάκτυλά μου στο τραπέζι της κουζίνας προσπιούμενη την πιανίστα. Γινόμουν η σολίστ του Μότσαρτ, του Μπράμς, του Σοπέν. Ξεσηκωνόμουν μέσα μου από χαρά, ξεχννώντας στιγμιαία τον πρόσφατο ξεσηκωμό μας.

Ο πρώτος χειμώνας της νέας μας ζωής στη Λεμεσό ήταν υγρός και πολύ κρύος. Θέρμανση δεν είχαμε, ο Γιάννης ήταν ακόμη άνεργος κι εγώ βρήκα ευτυχώς τα πρωινά δουλειά σαν ράφταινα σε μια μικρή βιοτεχνία ενδυμάτων εκεί στη γειτονιά. Με τον πρώτο μισθό αγοράσαμε ένα καλοριφέρ και το βάλαμε στην κουζίνα. Από τότε όλοι εκεί την έβγαζαν για να ζεσταίνονται: τα παιδιά διάβαζαν στην κουζίνα, ο Γιάννης μετέφερε την πολυθρόνα κοντά στο καλοριφέρ μαζί με την κατάθλιψη και τα τσιγάρα του. Κι εγώ κάθε φορά που ήθελα ν΄ανοίξω το κασετοφωνάκι μου ν΄ακουσω ειδήσεις ή μουσική ερχόταν ένα: «μαμά όχι τώρα διαβάζουμε, ή κλείστο ρε Μαρία με τις κωλοειδήσεις τους.»

Μια μέρα που σχόλασα νωρίς από τη δουλειά πήγα στο σπίτι προτού πάω στο σχολείο να πάρω τα παιδιά. Ανοίγοντας την πόρτα άκουσα τον Γιάννη στο βάθος να τραγουδάει δυνατά και φάλτσα το «Η ζωή μου όλη» του Καζαντζίδη. Με απορία πλησίασα στην πόρτα της κουζίνας και τον είδα να κρατάει το κασετοφωνάκι μου στο ένα χέρι κι ένα ποτήρι ουίσκι στο άλλο και να τρεκλίζει. Χωρίς δεύτερη σκέψη τον ρώτησα ευθέως γιατί πίνει μεσημεριάτικα και του είπα να χαμηλώσει τη μουσική γιατί ακουγόταν μέχρι έξω. Τότε με αγριοκοίταξε και μου είπε: τι θες ρε Μαρία, σου πειράξαμε την περιουσία, το κασετοφωνάκι σου; Και συνέχισε ακόμη πιο δυνατά να φαλτσάρει:

                     Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο

                  Που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω

 

Τον πλησίασα άφοβα και προσπαθησα να του πάρω το κασετοφωνάκι. Μάταια. Εκείνος τυφλωμένος πέταξε το κασετοφωνάκι με  τέτοια ορμή και μίσος στα πλακάκια που έγινε θρύψαλα, κομμάτια σκορπισμένα.

«Οι μουσικές μας τελείωσαν Μαρία! Από τον περασμένο Ιούλιο Μαρία! Πάει το κωλοκασετοφωνάκι σου Μαρία!»

Ακολούθησε νεκρική σιγή λεπτών μέχρι που ο Γιάννης μπήκε στην τουαλέτα και άρχισε τους εμετούς. Γονατιστή μάζευα ό,τι έμεινε από το διαλυμένο μου κασετοφωνάκι κοιτώντας παγωμένη τα θρύψαλα απλωμένα παντού στα ρετρό πλακάκια της κουζίνας.

-Πρέπει να πάρω τα παιδιά από το σχολείο.  Άργησα, σκέφτηκα πετώντας στο καλάθι ό,τι απέμεινε από το κασετοφωνάκι.

Aπό την Κύπρο στο Βέλγιο

Στο αεροπλάνο κάθεται δίπλα μου νέα όμορφη τουρκοκύπρια με βρετανό σύζυγο και δίδυμα τρίχρονα ξανθά με καστανά ματάκια, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Από την ώρα που απογειωνόμαστε μέχρι να φτάσουμε δεν ησυχάζουν, η μικρή κρατάει την Pepa της, μια της τραγουδάει, μια της αλλάζει την πάνα, μια της φωνάζει να ξυπνήσει. Ο μικρός λέει συχνά «mama, it’s Christmas now, I want a present. Yes mummy it’ s Christmas». Η κουρασμένη, με μαύρους κύκλους μαμά προσπαθεί να τους ησυχάσει, it’s time to sleep kids, please have a nap. Αυτά το βιολί τους και την Pepa και τον George τους. Σημειωτέον ότι ο μπαμπάς βοηθάει τα μάλα, δέκα φορές τουαλέτα τα μικρά, daddy im hungry κι αυτός τους δίνει φαγητό κτλ κτλ.
Εδώ ν’ αναφέρω ότι στις τέσσερις ώρες ταξίδι παραγγέλω κρασάκι, ανοίγω καινούργιο βιβλίο που «διψάω» να διαβάσω, ζω σ’ ένα άλλο σύμπαν από αυτό της μαμάς δίπλα μου, ξεχνώντας στιγμιαία ότι κάποτε πέρασα κι εγώ τον ίδιο δρόμο με τα δικά μου παιδιά. Τίποτα δεν μ’ ενοχλεί πια- περίεργο για τις ιδιοτροπίες μου- μάλλον το κρασάκι βοήθησε να κλείσω αυτιά και να βυθιστώ αλλού κι επίσης ότι τα δικά μου «βασανάκια» δεν είναι πια τριών, αλλά γνωρίζω ότι φέρνουν άλλα βάσανα μεγαλώνοντας.
Κάποια στιγμή η μαμά δεν αντέχει, μου απολογείται στ’ αγγλικά για τη φασαρία και μου λέει συγγνώμη που διαβάζετε και απολαμβάνετε το κρασί σας, (αχ τι πολυτέλειες) με το σύννεφο πάνω απ’ το κεφάλι της να γράφει: «I want a glass of wine too». Παραγγέλνω ακόμη ένα κρασάκι και της λέω να πιούμε παρέα και τότε το αγοράκι της λέει:
– Μama, she looks like your sister but she is your friend. Anne, (=μάμα στα τούρκικα) this is your friend και μεις χαμογελάμε τσουγκρίζοντας τα πλαστικά ποτήριά μας.
«Fucking motherhood, have some patience for the next 40 years», της ψιθυρίζω και γελάμε ενώ τα μικρά διαβολάκια μάς κοιτάνε και λένε: they are friends.
Διαπίστωση της πτήσης: μεγαλώνοντας απέκτησα πιο πολλή υπομονή ή το προσπαθώ τουλάχιστον, τα παιδιά είναι παιδιά και καλά κάνουν εφόσον οριοθετούνται από τους γονείς τους και ναι η τουρκοκύπρια δίπλα μου θα μπορούσε να είναι αδελφή μου.

Επέτειοι

Πάντα μου έλεγαν να μην ξεχνάω

τις επετείους, τις μαύρες μέρες

και τον θρήνο της χώρας που γεννήθηκα.

Μεγάλωσα με την μνήμη στις επετείους,

στους ήρωες μιας χώρας που δεν πρόλαβαν να θαφτούν σαν ήρωες.

Γερνάω με την μνήμη μου ξύπνια

για όσους πολέμησαν για να ζω εγώ σαν άνθρωπος.

Πως μπορώ να ξεχάσω;

 

 

 

Στο τρένο

Η Μελίνα ήταν δευτεροετής φοιτήτρια της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Άριστη μαθήτρια της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, μοναχοκόρη, με πατέρα Καθηγητή Ιστορίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και μητέρα γιατρό, και οι δύο απόφοιτοι γερμανικών Πανεπιστημίων. Μικροκαμωμένη, με ξανθιά μακριά μαλλιά και πράσινα μάτια, μεγάλωσε σ΄ένα στεγνό κι αυστηρό περιβάλλον. Έτσι δεν είχε άλλη επιλογή πάρα να φοιτήσει στην Γερμανία, αφού οι γονείς της για εκεί την προόριζαν.

Πάντα της άρεσαν τα τρένα. Θυμάται μικρή τον πατέρα της να την πηγαίνει με το τρένο από την Κηφισιά που διέμεναν στο Θησείο και το Μοναστηράκι και να περπατάνε με τις ώρες στην Ακρόπολη κάνοντας μάθημα Ιστορίας. Παρατηρούσε πάντα τους ανθρώπους στο τρένο, τα ρούχα που φορούσαν, τις εκφράσεις τους, τις χειρονομίες, οι οποίες ήταν διαφορετικές και ποικιλόμορφες. Χαιρόταν να φτιάχνει στο κεφάλι της ιστορίες για την κυρία με το κόκκινο κραγιόν, τον παππού με το εγγονάκι στα γόνατά του, τα κορίτσια με τα ροδοκόκκινα μάγουλα που χαχάνιζαν σε όλη τη διαδρομή, το μελαμψό αγόρι που έμπαινε στο βαγόνι με το ακκορτεόν ζητώντας βοήθεια. Μέσα στο τρένο έβλεπε πάντα μια άλλη ζωή από την νεκρική ησυχία του σπιτιού της. Αποζητούσε αυτό το ταρακούνημα και τον θόρυβο κάθε Κυριακή για να της θυμίσει τη ζωή. Αυτήν που θα ήθελε να ζούσε.

Όταν μετακόμισε στην Χαϊδελβέργη, πριν ξεκινήσει ακόμα το εξάμηνο πήγαινε στον σταθμό του τρένου κι έμπαινε τυχαία σε όποιο ερχόταν για να μάθει τους ανθρώπους της πόλης που θα την φιλοξενούσε για τα επόμενα πέντε χρόνια. Η έκφραση των επιβατών εδώ, όποια γλώσσα κι αν μιλούσαν ήταν η ίδια στα μάτια της Μελίνας. Λες και αγόραζαν όλοι την ίδια έκφραση με το εισιτήριο: παγωμένη χειμώνα-καλοκαίρι, σαν να φορούσαν μια νεκρική μάσκα με το που έμπαιναν στο βαγόνι. ‘Ολοι είχαν μια πειθαρχία είτε όρθιοι είτε καθισμένοι μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.

Μα πιο πολύ την εντυπωσίαζε  ότι σχεδόν όλοι οι επιβάτες του τρένου κρατούσαν ένα βιβλίο ανοιχτό και διάβαζαν. Δεν κοιτούσαν όταν το τρένο έβγαινε από το μαύρο τούνελ του, ούτε το χιονισμένο τόπιο, ούτε τις σταγόνες της βροχής στα παράθυρα, ούτε την ομίχλη του πρωινού, ούτε το πράσινο μιας χώρας όπου το νερό έρεε άφθονο. Διάβαζαν το βιβλίο τους, ίσως από φόβο μήπως σηκώσουν τα μάτια τους ψηλά κι αντικρύσουν την ζωή. Την δικιά τους και των γύρω τους: το ερωτευμένο ζευγάρι που αγκαλιάζεται, τους ανθρώπους στα μαγαζιά, άλλους που ξεκλειδώνουν τις πόρτες του σπιτιού τους, άλλους με τα σκυλιά τους να πηγαίνουν βόλτα. Όλοι μέσα στο τρένο της θύμιζαν κηδεία, πεθαμένους σε φέρετρα αποροφημένους σε σελίδες βιβλίων, είτε τα διάβαζαν, είτε τα κοιτούσαν, για να μην βλέπουν, να μην ακούν, να μην θορυβούν, να σιωπούν, να πεθαίνουν σιγά σιγά.

Ένα βροχερό απόγευμα Τετάρτης η Μελίνα μπήκε στο τρένο για να πάει σινεμά. Δίπλα της καθόταν μια νεαρή κυρία με μαντίλα, έμοιζε Τουρκάλα. Κρατούσε μια γερμανική εφημερίδα και η Μελίνα δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει τα δάκρυα της Τουρκάλας που έσταζαν πάνω στην εφημερίδα. Αρχικά γύρισε το βλέμμα της αλλού. Οι στάγονες όμως από τα δάκρυα ακούγονταν αντιστικτικά με τις σταγόνες της βροχής. Δεν άντεξε. Μέσα σε λίγα λεπτά η Μελίνα δίπλωσε ευγενικά την εφημερίδα της τουρκάλας, της πρόσφερε χαρτομάντηλο και μ΄ενα φωτεινό βλέμμα της είπε στα γερμανικά:

– Κοιτάξτέ με. Είμαι εδώ. Γιατί κλαίτε; Αν θέλετε μπορείτε να μου μιλήσετε. Αν όχι δεν πειράζει. Είμαι εδώ. Η ζωή είναι εδώ. Κοιτάξτε την!