Wake me up when September ends

Ο Αύγουστος έμοιζε πάντα για κείνον ο τελευταίος μήνας του χρόνου. Μήνας φορτωμένος κούραση για κείνον, μήνας ξεκούρασης για τους υπόλοιπους. Άδειαζε η πόλη του, άφηνε ν’ αδειάζει το μέσα του και μελαγχολούσε στους άδειους δρόμους που κυκλοφορούσε. Απέφευγε επιμελώς να επιστρέφει στο νησί του τον Αύγουστο, όταν βούλιαζε από τουρισμό. Το σιχαινόταν κι αυτό και την καταγωγή του τέτοια εποχή. Αδημονούσε να μπει ο Σεπτέμβριος, να πάει εκεί, όπου όλοι επέστρεφαν πίσω στις δουλειές τους.

Τον Αύγουστο ξυπνούσε χωρίς ξυπνητήρια και κοιμόταν αργά χωρίς να τον νοιάζει η επόμενη μέρα. Ο καύσωνας των ημερών του Αυγούστου έκαιγε αργά σαν κεράκι όλους τους προγενέστερους έρωτες που χαρτογράφησαν το σώμα, το μυαλό και την καρδιά του. Τον Αύγουστο αυνανιζόταν δυνατά γιατί κανείς δεν τον άκουγε. Μόνο ο καύσωνας κι ο ιδρώτας μάρτυρες της ηδονής του.

Ήταν τέλη Αυγούστου όταν μετά από μέρες τον βρήκαν νεκρό οι γείτονές του. Άλλοι μίλησαν για αυτοκτονία, άλλοι για δολοφονία. Δίπλα στο νεκρό του σώμα βρισκόταν η τρομπέτα του κι ένα χαρτί που έγραφε: wake me up when September ends.

Αϋπνία

Ίντα κακόν εν τούτον να μεν μπορείς να τζοιμηθείς τζαι άυπνος να μηνήσκεις;

Να κλείουσιν τα μάθκια σου που μαύρην κούρασην τζαι να ποτζοιμάσαι λίον.

Μα να στριφογυρίζεις συνεχώς τζαι αναπαμόν εν βρίσκεις.

Τζαι έρκεται το ξημέρωμα τζαι ο πετεινός λαλεί το.

Τζαι συ κομμάθκια κούρασης έσσιεις εις το κορμίν σου.

Τζαι αναρωθκιέσαι ίντα κακόν εν που’ γίνεν τζαι κλέψαν σου τον ύπνον.

Τζαι καρτεράς ξανά π’ αρκής για να νυχτώσει πάλαι.

Ο ύπνος ο γλυτζής να σου τυλίξει το κορμίν στου μεταξιού το χάδι.

Τζαι να ξυπνάς που το πουρνόν ανάλαφρος τζαι πάλαι.

-Ύπνε μεν είσαι άνοστος, οι αθρώποι αγαπούν σε.

Εν έσσιει πλάσμαν πας την γην την αυπνία ν’αγαπά τζαι σένα να σε δκιώχνει.

Σκιές

Κάποιες σκιές εκεί έξω.

Κάποια φύλλα που θρόϊζαν στο πρωινό αγέρι.

Κάποια στάχυα που κιτρίνισε ο ήλιος.

Κάποιες σκιές εκείνων που κάηκαν στα κίτρινα στάχυα,

θα με στοιχειώνουν πάντα.

Κύπρος, Ιούλιος 2018

Μετράμε

Αυτές τις μέρες μετράμε συνεχώς: μετράμε πολύ θυμό, άλλη τόση θλίψη, πολύ πόνο, μελαγχολία, μετράμε πόσοι είναι παρόντες, μετράμε πόσοι έφυγαν πριν γίνουν, μετράμε αρρώστιες, μετράμε τα βάσανα του κόσμου που έγιναν ελέφαντες, μετράω τους θανάτους δικών μου ανθρώπων, μετράς, μετράει, μετράμε αριθμούς ξανά και ξανά. Δεν μετράμε τη βλακεία που δε συμπονά, την ανεπάρκεια μπροστά στον πόνο, την αδικία, την απώλεια, τον θάνατο σ΄ όλα τα κλειστά μάτια τούτων των ανθρώπων που έφυγαν. Αν εμείς είμαστε οι αρχιτέκτονες της δικής μας αποτυχίας, ίσως να μη χρειάζονται τόσες ζωές χαμένες για να μετρήσουμε στα μάτια τους τη ζωή ολάκερη.
Σε λίγες μέρες μπαίνει Αύγουστος και η ζωή δεν είναι για πέταμα, ούτε για χολή και φαρμάκι, ούτε για μικροψυχία και σκατοψυχιά. Η ζωή συνεχίζεται χωρίς να μας ρωτάει πότε και πως και είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι είμαστε πολύ τυχεροί που ζούμε ακόμα.
Και ναι ο θάνατος δεν χωνεύεται με τίποτα.

Παρανάλωμα

Μετρημένα λεπτά για να μας πνίξει ο καπνός.

Μετρημένα λεπτά για να γίνουμε παρανάλωμα.

Μετρημένα λεπτά για να πνιγούμε.

Μετρημένοι οι νεκροί στα λίγα λεπτά.

Αμέτρητη η θλίψη.

Άσβηστος ο πόνος.

Η φωτιά που μας έκαψε, τα δάκρυα που τρέχουν.

Το καλοκαίρι μαύρισε.

«Μαμά, φοβάμαι. Αγκάλιασέ με».

Aντίο στον Μάνο Ελευθερίου

[Πάντα θα ‘χουμε γιορτή
θα ‘ναι η αγάπη μας χρυσή βροχή.
Θα ‘ρθεις μ’ άστρα και φιλιά
να μεθύσουμε από χαρά.

Αύριο εσύ, αύριο κι εγώ
όλοι θα διψάσουμε
για αγάπη κι ουρανό.

Τρένα θα ‘ρθουν, τρένα θα χαθούν
και τα κύματα θα μου μιλούν.
Θα ‘ρθει η μέρα, θα ‘ρθει μια στιγμή
που θα φύγουμε κι εμείς μαζί.

Αύριο εσύ, αύριο κι εγώ
όλοι θα διψάσουμε
για αγάπη κι ουρανό.]

Μάνος Ελευθερίου