Το μέτρημα

Ίσως είναι μεσημέρι, απόγευμα ή νύχτα. Κάθεσαι στην κουνιστή σου πολυθρόνα μπρος -πίσω, πίσω-μπρος, κρατάς σφικτά το ποτήρι και μετράς τη ζωή σου:  τα κουμπιά που πάτησες κι αυτά που άφησες, αυτά που αξιώθηκες να ζήσεις 365 μέρες, τις βροχές και τις λιακάδες, τις κουκίδες χαράς που ξαποσταίνουν στο δέρμα σου,  τις αδυναμίες που δεν ξεσπούν και δεν μιλιούνται, αυτές που γίνονται άγγιγμα βαθύ και αυτές που είναι ξώφαλτσες. Μετράς τις κουβέντες που είπες κι αυτές που ξέμειναν στα συρτάρια του μυαλού σου, μετράς τα «σ΄αγαπώ, μείνε», τις σιωπές των φίλων, τους τραυματισμένους εγωισμούς και τις χαίνουσες πληγές, τις βαθιές αιμοραγίες και τα σπασμένα μέσα σου. Μετράς τα κλειδιά που πέταξες και τις μαδημένες μαργαρίτες, τα ρίσκα, τα πείσματα, τις καταθλίψεις σου. Μετράς τις αμαρτίες στ΄όνομα της Αγιοσύνης και της Πίστης που σ΄έμαθαν και χαϊδεύεις τις απιστίες στ΄όνομα της δικιάς σου θρησκείας. Μετράς τους λύκους που σ΄έφαγαν κι αυτούς που καταβρόχθησες με μια χαψιά εσύ. Μετράς και εισπνέεις ειρωνείες και νέφος και γίνεται καζάνι ο ψυχισμός σου. Και συνεχίζεις να μετράς χορηγούς ευτυχίας, μικρές και μεγάλες πολυτέλειες, επιστροφές σε αγάπες κι αγκαλιές, γελοιοποιημένους έρωτες, νεκρούς γάμους, παιδιά που έκανες ή δεν έκανες, δεύτερες και τρίτες και τέταρτες και χίλιες φορές σε όσα σ΄επιστρέφουν ξανά πάλι εκεί, όπως εσύ ορίζεις το χώρο και τον χρόνο σου. Και μετά ξεχνάς, βγαίνεις από τις γραμμές για να γκρεμίσεις τα τείχη και την τύχη εντός κι εκτός σου. Και ξανά απ’ την αρχή τα ίδια και τα ίδια. Και η ζωή συνεχίζεται όσο κρατούν τα πράγματα και συνεχίζεις να υπάρχεις. Σβήνεις τα φώτα και κλείνεις τα μάτια. Καμία κλάψα, καμία μετάνοια, όλα εδώ. Παράδεισος και κόλαση μαζί στην ίδια πολυθρόνα, στο ίδιο μέτρημα. Κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό σ΄αυτό το παράξενο τοπίο των ανθρώπων.

Εξ΄αποστάσεως

Εκπαίδευση εξ΄αποστάσεως

έρωτες εξ΄αποστάσεως

οργασμοί εξ΄αποστάσεως

γεννητούρια και κηδείες εξ΄αποστάσεως

ζωές εξ΄αποστάσεως σε απόσταση ασφαλείας.

Μάσκες, γάντια, αντισηπτικά.

Καμία χειραψία, κανένα χάδι, κανένα φιλί.

Ακούω τη φωνή σου εξ΄αποστάσεως

Θέλω να σε δω, να σ΄αγγίξω, να σε μυρίσω.

Πόση μνήμη κρατάει ένα σώμα;

Κι έπειτα όταν το κακό κοπάσει

πόσο εξ΄αποστάσεως θα είναι το δια ζώσης;

Τώρα σιωπή

Μόλις ο γιατρός της το ανακοίνωσε χαϊδεψε την κοιλιά της. Δεν ήταν σίγουρη αν άκουσε σωστά ή αν άκουσε αυτό που ήθελε ν΄ακούσει. Ο άντρας της της έσφιξε το χέρι και την φίλησε τρυφερά στο κεφάλι. Πόσες προσπάθειες, οκτώ, εννιά, είχε χάσει πια τον λογαριασμό. Πόσα φάρμακα, πόσες βελόνες στο δέρμα της; Πόσοι μήνες αγωνίας, πόσες αίθουσες και λεπτά αναμονής; Και τώρα έμοιαζε να μην ακούει τον γιατρό. Έβλεπε τα χείλη του να κουνιούνται και το μυαλό της άρχισε να τρέχει μπροστά: αν όλα κυλούσαν καλά τον Απρίλιο θα ερχόταν εκείνο το μικρό πλάσμα. Ωραία εποχή η άνοιξη, όταν γλυκαίνει ο καιρός και προμηνύεται το καλοκαίρι.

Η Ελένη ήταν ήδη σαράντα χρονών και είχε πια πιστέψει πως δεν θα γινόταν ποτέ μάνα. Μετά από τόσες θεραπείες, λόγια αισιοδοξίας των γιατρών που δεν εμπόδισαν τις συνεχόμενες αποβολές της κι εκείνες οι κρυφές ελπίδες του Δημήτρη να γίνουν οπωσδήποτε γονείς, την πίεζαν τόσο, ώστε άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της:  πως ποτέ δεν εκτίμησε σωστά τη ζωή της όσο ήταν νέα και αφέθηκε σε ανούσιες σχέσεις που την γέμιζαν μοναξιά. Πως δεν αγάπησε αρκετά το σώμα της και το τυραννούσε με αφαγίες και αυστηρές δίαιτες, για ν΄αρέσει αρχικά στην μάνα της, που εκείνη πρώτη το απαρνήθηκε κι έπειτα στους ερωτικούς συντρόφους της, που κατά καιρούς την φόρτωναν με ανασφάλειες. Η Ελένη ένιωθε πως ποτέ δεν υπερασπίστηκε σωστά το σώμα και τη ζωή της.  Πως θα μπορούσε να το κάνει με μια άλλη ζωή;  Πως να κουβαλήσει την ίδια τη ζωή σ΄ενα κρύο σώμα; Είχε πια την πεποίθηση πως αυτή έφταιγε που η μήτρα της δεν κρατούσε κανένα έμβρυο.

Όσο οι μήνες περνούσαν και η κοιλιά της φούσκωνε  χωρίς να υπάρξει μια στάλα αίμα, τόσο φούσκωνε και η χαρά τους με τον Δημήτρη πως τώρα ίσως τα καταφέρουν. Είχε περάσει και ο τέταρτος μήνας χωρίς ανατροπές και οι γιατροί της συνέστησαν να μείνει περιορισμένη στο σπίτι, αφού το ιστορικό της ήταν βεβαρημένο. Η Ελένη ζωγράφισε στο τοίχο του δωματίου της μικρής ένα σπιτάκι μ΄ανθισμένα λουλούδια κι έναν τεράστιο ήλιο να χαμογελά πάνω απ΄τη στέγη του σπιτιού. Ο ήλιος είχε χρώμα ζεστό, χρώμα λάβας, ένα βαθύ πορτοκαλί με κόκκινες πινελιές, χρώματα που εκείνη από φόβο είχε απωθήσει στο υποσυνείδητό της.    Τώρα όμως επέστρεψε ξανά σ΄αυτά που τόσο αγαπούσε και είχε εγκαταλείψει χρόνια: τη ζωγραφική, τα τελάρα, τις μπογιές και τα πινέλα της. Ο Δημήτρης πρώτη φορά ίσως έβλεπε τη γυναίκα του στα δέκα χρόνια της κοινής τους ζωής τόσο χαρούμενη, τόσο δοτική σε όλα με όσα καταπιανόταν κι ακόμη σ΄εκείνον, που ξέχασε πως μοιάζει η τρυφερότητα κι αγάπη ανάμεσά τους. Πόσο θόρυβο προκαλούσε όλη αυτή η ευτυχία των τελευταίων μηνών στο σπίτι τους;

                                                                       ***

Όταν άνοιξε τα μάτια της στον θάλαμο της κλινικής ένιωσε έναν πόνο στην κοιλιά. Σαν κάποιος να την είχε κλωτσήσει.  Ήταν ένας αλλιώτικος πόνος από κείνον, με τον οποίο τόσα χρόνια είχε εξοικειωθεί. Ήταν ο πόνος ενός τοκετού, που αντί γι΄αγάπη έφερε μια ψυχρή πραγματικότητα: ένα παιδί που δεν πρόλαβε να ζήσει μέσα κι έξω από την μήτρα της μητέρας του.  Ή ίσως πρόλαβε κάποιους μήνες.  Πέντε ή έξι δεν είχε πια σημασία για κανέναν τώρα πια. Ο πόνος της Ελένης είχε χρώμα κόκκινο, όχι εκείνος που αφήνει περιθώριο γι΄αγάπη, ο άλλος της σιωπής. Ένιωσε το χέρι του Δημήτρη να την αγγίζει στα δάχτυλα του δικού της χεριού. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν το δικό του ήταν πιο κρύο από το δικό της.  Αν το δικό του ήταν πιο άνευρο από κείνης. Όταν βρήκε τη δύναμη άπλωσε το άλλο της χέρι και χτύπησε καθησυχαστικά το δικό του. Τώρα πια η Ελένη δεν είχε τίποτα να φοβάται. Τώρα ήξερε. Τώρα είχε καταβροχθίσει τη σιωπή.

Παράλληλοι κόσμοι

7.30. Μπαίνει στο μετρό. Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή. Χαλάνδρι-Συγγρού-Φίξ. Τα ίδια πρόσωπα κάθε μέρα, οι ίδιες σιωπές μισής ώρας διαδρομή. Και στο σπίτι σιωπή. Έμενε για το παιδί. Έμενε για τα προβλήματα συμπεριφοράς και απόδοσής του στο σχολείο. Είδαν πολλούς ειδικούς. Ο αυτισμός μπήκε ανάμεσά τους.

7.30. Ανεβαίνει στο ποδήλατό της. Η ίδια διαδρομή μέσα από το πάρκο και τους δρόμους της πόλης. Μόλις φτάνει στη δουλειά, κλειδώνει το ποδήλατό της, βγάζει τ΄αθλητικά και βάζει τα τακούνια. Μπαίνει στο ασανσέρ με τους υπόλοιπους κουστουμαρισμένους συναδέλφους. Ένα ψυχρό καλημέρα κρατώντας τον ζεστό καφέ στο ποτήρι. Στο σπίτι συναντιούνται όταν αυτός δεν έχει βάρδια στο νοσοκομείο. Δεν έκαναν παιδιά. Αυτή ήθελε. Αυτός όχι.

15.00. Βγαίνει για ένα τσιγάρο έξω από την εταιρεία. Βλέπει τη φωτεινή πινακίδα στο μαγαζί απέναντι στη λεωφόρο. Η τραγουδίστρια με στρας φόρεμα και μπότοξ στα χείλη υπόσχεται βραδιές απόλαυσης στους θαυμαστές της. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν ανυπόμονα στο δρόμο. «τι περιμένεις ρε μαλάκα, προχώρα γαμώτο», φωνάζει ο ταξιτζής κάνοντας χειρονομίες στο μπροστινό αμάξι. Τους κοιτάει φυσώντας τον καπνό του. Η υπομονή εξαντλείται μέσα κι έξω απ΄αυτόν.

15.00. Πηγαίνει για καφέ με την φίλη της μετά τη δουλειά. Μια μητέρα στο διπλανό τραπέζι θηλάζει το μωρό της. Ένα στρουμπουλό αγόρι με ξανθά μαλλιά και μπλέ μάτια. Γυρνάει και την βλέπει στα κλεφτά κάθε φορά που αυτό αναζητάει το βυζί της μάνας του. Η φίλη της με δάκρυα στα μάτια της λέει για τη μαστεκτομή της. Οι χημειοθεραπείες θα ξεκινήσουν σε λίγες βδομάδες. Την καθησυχάζει πως όλα θα πάνε καλά.

19.00 Μπαίνει στο σπίτι. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς. Ο γιος του φωνάζει. Η γυναίκα του σιωπά. Αυτός αφήνει το σακίδιο του στο γραφείο. Κτυπάει την πόρτα του μικρού. Μπαίνει μέσα και ο γιος κτυπάει τις παλάμες του στο πάτωμα. Κάθεται δίπλα του και αρχίζει να κτυπάει κι αυτός τις παλάμες του στο πάτωμα.  Ο μικρός τον κοιτάει και χαμογελάει. Γέρνει το κεφάλι του στον ώμο του πατέρα του. Δυό άνθρωποι μαζί. Δυό άνθρωποι μόνοι που αγαπιούνται ισόβια.

19.00. Κλειδώνει το ποδήλατό της έξω από το σπίτι τους. Άρχισε να χιονίζει πάλι. Ανεβαίνει τις σκάλες μέχρι τον τέταρτο. Ξεκλειδώνει την εξώπορτα και παίρνει από το πάτωμα τα γράμματά της. Λογαριασμοί, γράμμα από την μητέρα της κι ένα γράμμα από κείνον. Το ανοίγει μ΄ ένα μειδίαμα στο στόμα: « Αγαπημένη μου Άννε. Εύχομαι να είσαι καλά. Ο γιος μου κάθε μέρα χειροτερεύει. Οι γιατροί μας το είπαν. Δεν ξέρω πως μπορώ πια να τον βοηθήσω. Δεν περνάει μέρα χωρίς να σε σκέφτομαι. Μου λείπεις αφόρητα. Περιμένω τα νέα σου. Σε φίλω. Νίκος.»

1.00 Τον βασανίζουν οι αϋπνίες. Σηκώνεται να πιεί νερό. Η βροχή δεν λέει να κοπάσει. Ρίχνει μια ματιά στον γιο του που κοιμάται. Του χαϊδεύει τα μαλλιά και τον σκεπάζει. Κάθεται στο γραφείο του και βάζει μουσική. Δεύτερη κίνηση από το δεύτερο κονσέρτο του Σοστακόβιτς. Το είχε ακούσει αμέτρητες φορές μαζί της. Στο Βερολίνο, την Αθήνα. Ανοίγει το λάπτοπ του. Κοιτάει τις παλιές φωτογραφίες τους. Δεν πέρασε μια μέρα χωρίς να την σκεφτεί. Η ώρα πήγε 2.30. Ξαπλώνει δίπλα στη γυναίκα του.

1.00. Εκείνη κοιμάται με το βιβλίο δίπλα της και το φως του φωτιστικού αναμμένο. Ο άντρας της επιστρέφει μετά από δύο συνεχόμενες βάρδιες στο νοσοκομείο. Μπαίνει στο υπνοδωμάτιο, την φιλάει στο μέτωπο, βάζει το βιβλίο στο κομοδίνο και κλείνει το φως.  Προχωράει στην κουζίνα και παίρνει μια μπύρα από το ψυγείο. Κάθεται στο σαλόνι κι ανοίγει την τηλεόραση. Δεν μπορεί ακόμη να κοιμηθεί. Το κανάλι δείχνει μια ερωτική ταινία. Ξεκουμπώνει το παντελόνι του και χαλαρώνει.

Έξω το χιόνι αρχίζει να στοιβάζεται. Ο χειμώνας φέτος είναι βαρύς. Στην Αθήνα και το Βερολίνο.

Όταν το σώμα πονεί

Θα κλάψω απόψε για όλα τα βράδια που δεν σε φίλησα

για τις ηδονές που δεν σε πότισα

για τις μέρες που δεν σου μαγείρεψα

για τις λέξεις που στέγνωσαν στο στόμα μου

θα κλάψω για τη φωνή σου που δεν άκουσα

για τα λεπτά που άργησες

για τα χαλίκια στα χέρια μου

για το ουρλιαχτό στο μαξιλάρι

θα κλάψω για τα ζευγάρια που λαχανιάζουν

για τον φρικτό πόνο της επιθυμίας

για τα σώματα που δεν συναντήθηκαν ποτέ

για τα κλειστά μάτια και τις ανοιχτές παλάμες που ψάχνουν

θα κλάψω για σένα και  για μένα.

Υπάρχει μεγαλύτερη απελπισία από τον έρωτα;

Μην πατάς στ΄όνειρό μου

«Είναι εκείνος ο πόνος που δεν έφυγε ποτέ», φώναξα και ξύπνησα ιδρωμένη. Ήταν εφιάλτης. Ήμουν λέει, ξαπλωμένη στο κρεβάτι του ξενοδοχείου σε μια επαρχιακή πόλη έξω από το Παρίσι. Και ανάμεσα στο στήθος μου ήσουν κρυμμένος εσύ. Δεν ανέπνεες όμως, τα μάτια σου ήταν κλειστά και το στόμα σου ανοιχτό. Και τα χέρια μου, αχ τα χέρια μου γύρω από το λαιμό σου κι εγώ σου ψιθύριζα «γιατί πάγωσες, γιατί δεν είσαι εδώ;».

Το ξενοδοχείο όπου μέναμε είχε μια μεγάλη αυλή και στη μέση ένα τεράστιο στρογγυλό τραπέζι. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με γλυκά και πάνω είχε ένα πορσελάνινο σετ τσαγιού. Στη μέση υπήρχε ένα βάζο με ψηλά λευκά κρίνα. Και μεις καθόμασταν αντικριστά, μα τα κρίνα έκρυβαν τα πρόσωπά μας. Ξαφνικά πλήθη κόσμου, βαβούρα, μεγάλος συνωστισμός μαζεύτηκε γύρω από το τραπέζι. Έμοιαζε πως θα γινόταν μια μεγάλη γιορτή. Το τσάι όμως είχε τελειώσει και τα γλυκά δεν έφταναν για όλους του καλεσμένους. «Και τώρα τι θα κάνουμε με τόσο κόσμο χωρίς τσάι και κεραστικά;» γύρισα προς εσένα με ανησυχία. Σ΄έψαχνα απέναντί μου, μέσα στην πολυκοσμία, μα εσύ δεν υπήρχες πουθενά. Δεν καθόσουν πια στο τραπέζι, ούτε σε είδα άναμεσα στους άλλους γύρω μας. Κι ο κόσμος γινόταν όλο και πιο λίγος κι εγώ καθόμουν σ΄ένα άδειο τραπέζι κι έβλεπα τα κρίνα να με κοιτάνε με απορία: «πού πήγε η ανθρώπινη χαρά, πού πήγε εκείνος, που εξαφανίστηκες;». Και ξαφνικά έπιασε βροχή και σκοτείνιασε ο τόπος.

Ξύπνησα αλαφιασμένη. Κοίταξα το ρολόι δίπλα στο κομοδίνο. Ήταν τρεις τα ξημερώματα. Έκανε αφόρητη ζέστη εκείνο το βράδυ. Άναψα το μικρό φωτιστικό και ήπια μια γουλιά νερό από το μισογεμάτο ποτήρι. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Κοίταξα την στοίβα από τα βιβλία πάνω στο κομοδίνο και πήρα το τρίτο από τα πέντε που έχω αφήσει αδιάβαστα εδώ και καιρό. Πήρα εκείνο που μου χάρισες. «Οι μεγάλες αγάπες πάντα συμβαίνουν, δεν γίνονται», μου είχες γράψει στη δεύτερη του σελίδα.

Δεν προλάβαμε να ζήσουμε τον έρωτά μας. Δυο παιδιά εγώ, τρία εσύ. Ζωές σε γάμους που νέκρωσαν χρόνια τώρα. Σ΄ερωτεύτηκα ακαριαία στην πρώτη μας συνάντηση εκείνη την ανοιξιάτικη βραδιά στο σινεμά. Με πάτησες κατά λάθος όταν πέρασες για να καθίσεις δίπλα μου. Απολογήθηκες μ΄ εκείνη την γλύκα και ευγένεια των λίγων πια ανθρώπων γύρω μας. Άκουγα την ανάσα σου σ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας κι ένιωθα τις αμήχανες στιγμές σου όταν με κοιτούσες στα κλεφτά. Συστηθήκαμε στο τέλος του έργου. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Ένας ξαφνικός έρωτας που περιμέναμε και οι δυό να μας συμβεί χρόνια. Κι ας μην το παραδεχτήκαμε ποτέ. Όνειρα, σχέδια που έμειναν σχέδια, αποχαιρετισμοί.

Δεν μπόρεσες ποτέ να φύγεις από το σπίτι σου. Από τη γυναίκα και τα παιδιά σου. Το τελευταίο μας βράδυ, μου ψιθύρισες στ΄αυτί όταν με κρατούσες αγκαλιά στο κρεβάτι, πως τόσα χρόνια με περίμενες, πόσο εξαίσια παράλογο είναι αυτό που μας συμβαίνει, πως εσύ είσαι ο άλλος όπως είπε και ο Ρεμπώ. Πως αυτός ο έρωτας μας είναι ακατάλυτος και μοναδικός. Έφυγες πριν ξημερώσει, πατώντας ανάλαφρα στο πάτωμα να μην σ΄ακούσω.