Το μπαρπεράδικο

Η εικόνα τους με κάνει να κλαίω (παραφράζοντας τον συγγραφέα) σ΄ένα μείγμα φαντασίας και πραγματικότητας.
Στο χωριό Κόρνος που κρύβεται ανάμεσα σε πευκόφυτες λοφοσειρές και ευκαλύπτους, σ΄ένα χωριό που στ΄όνομά του έβλεπα κι άκουγα μόνο ένα στρατόπεδο- πόση άγνοια με γυροφέρνει- βρήκα το αρχοντικό στην πλατεία με τα μωσαικά,τα ψηλοτάβανα και τις γαλάζιες ξυλόπορτες, την κυρά της αγγειοπλαστικής με τα «πηλά στα σιέρκα» και τον μπαρπέρη της γειτονιάς.
-Να σας βγάλω μια φωτογραφία;
– Και δεν βγάζεις, λέει ο μπαρπέρης συνεχίζοντας την τέχνη του ανενόχλητος.
Τούτοι οι άνθρωποι θα είναι οι φωνές εκείνων που έχασαν τη δική τους, θα αρνούνται τον κόσμο ως έχει και θα ζητάνε ελπίδα αιώνια. Κόντρα. Όλα κόντρα στο κατεστημένο μιας κοινωνίας που τείνει να ξεχάσει τα όμορφα και τ΄απλά.

Kόρνος, Κύπρος, 2018

Το κορίτσι με τα βιβλία

Πρώτη δημοτικού. Της χάρισε ο δάσκαλος την πρώτη μέρα ένα βιβλίο. Μεγάλες χρωματιστές εικόνες και σκόρπιες λέξεις. Μόλις κτύπησε το κουδούνι να σχολάσουν, άνοιξε τη σάκα της κι έβγαλε το δώρο του δασκάλου. Το διάβαζε στο κατώφλι του σχολείου μέχρι την τελευταία του σελίδα. Ναι, ήξερε να διαβάζει κι ας ήταν έξι χρονών μόνο. Ό,τι έπεφτε στα χέρια της το διάβαζε μανιωδώς. «Άξια μαθήτρια. Εξαιρετική. Άριστη σε όλα», οι κουβέντες των δασκάλων της, όταν ο κηπουρός πατέρας ρωτούσε για την επίδοση του ξανθού κοριτσιού του με το ισχνό, σχεδόν καχεκτικό σώμα. Δημοτικό, Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο. Πάντα πρώτη. Σιωπηλά.

Με τα χρόνια τα βιβλία έγιναν η προέκταση του χεριού της. Οι λέξεις και οι ιστορίες  έγιναν ο φωτεινός τόπος εντός της στις σκληρές  εποχές της ζωής της: σ΄έναν γάμο που διάλεξαν γι΄αυτήν, στην απώλεια του γενέθλιου τόπου, στον αδικοχαμένο αδελφό,  στους διαδοχικούς πολέμους, στην χρόνια κατάθλιψη, στη μοναξιά της. Μέσα στα βιβλία ζούσε ανενόχλητη και αποστασιοποιημένη από το σύμπαν γύρω της. Και την έλουζε το φως.

– Δεν πονάω, δεν θυμώνω, δεν φοβάμαι, παραμιλούσε.

Κάθε φορά που επιστρέφω κοντά της, εκείνες τις λίγες στιγμές ούτε κι εγώ πονάω. Ούτε φοβάμαι όσα αυτή φοβήθηκε σιωπηλά κι αγόγγυστα τόσα χρόνια. Με κατακλύζει μονάχα ένας τεράστιος θυμός για το σκοτάδι στα μάτια της και για τις λέξεις που δεν μπορεί πια να διαβάσει.

-Κοιμήσου, είναι αργά.

 

Τυχερή

Τα βλέπω να ξυπνούν και να κοιμούνται, να φοράνε τη σχολική στολή, τις αθλητικές τους φόρμες και τα καλά τους ρούχα. Τα βλέπω να διαβάζουν στο γραφείο και να παίζουν στην πίσω αυλή. Τα βλέπω να σκάνε στα γέλια με αστεία, που δεν βρίσκω καθόλου αστεία και να κλαίνε για ανούσιους κι ανύπαρκτους λόγους (στα δικά μου μάτια). Τα βλέπω να τσακώνονται και να ζηλεύει ο ένας τον άλλον, γιατί «αυτός έχει την μπάλα κι αυτή  φοράει κοντομάνικα, κι εκείνος έχει καινούργιο ποδήλατο κι εκείνη μεγαλύτερο δωμάτιο». Τα βλέπω στο γήπεδο να τρέχουν, στο θέατρο και σε αίθουσες συναυλιών να παίζουν, να ιδρώνουν και να ιδρώνω κι εγώ μαζί τους. Τα βλέπω τις μικρές ώρες να ψιθυρίζουν τους εφιάλτες τους και να ψήνονται στον πυρετό. Τα βλέπω να μεγαλώνουν, να κλειδώνουν και να κλειδώνονται, ν΄αλλάζει η φωνή και το σώμα τους. Τα βλέπω να φεύγουν, ν΄ανοίγουν τα φτερά τους, να ξενιτεύονται και να ξαναγυρνάνε. Τα βλέπω να ερωτεύονται, να πληγώνουν και να πληγώνονται. Να ζουν την αγάπη και τον πόνο της απώλειάς της. Να γίνονται λύκοι ή να κρύβονται απ΄αυτούς.

Τα βλέπω και νιώθω τυχερή. Και ταυτόχρονα τώρα βλέπω, πως έκλεινα τα μάτια μου χρόνια τώρα για τον ψημένο μου εγωισμό, για τις δικές μου επιθυμίες, για τον φόβο μου. Δεν έβλεπα πόσο τυχερή είμαι για την μητρότητα που φόρεσα από επιλογή ή από ανάγκη ή γιατί η τύχη σε διαλέγει κι όχι εσύ αυτήν.

Να χωρέσουν όλα τα σ΄αγαπώ

Τρέχεις, τρέξε, θα τρέξεις. Χρόνε χώρεσε όσους αγαπώ. Να προλάβω να ανοίξω τα χέρια μου και να φτάσω τα χέρια σου, ν΄αγγίξω το δέρμα σου και να φιλήσεις το δικό μου. Χρόνε χώρεσε όσα αγαπώ. Να προλάβω την μουσική σου στις χορδές μου, τις λέξεις μου στο χαρτί σου, τις γεύσεις μας στο τραπέζι, τα άσπρα σεντόνια στο σώμα, τις βρόχινες πατημασίες στην αυλή, τις σιωπές μας στο τρένο, τις αγκαλιές στις αίθουσες αναμονής. Όλα όσα ονευρετήκαμε, ίσως τα μισά να ζήσουμε, Χρόνε.

Χρόνε μην μ΄εγκαταλείπεις.

Μνήμη  μην με τιμωρείς.

Πόσες σιωπές αντέχει η μνήμη;

Πόσα κρατάει ο χρόνος;

 

Suitcases of memories

The happiest moments of us.

The birds were singing outside.

The children were playing.

The fireplace was burning.

The summer nights in the backyard.

The cold mornings watching through windows.

The sky was blue as far as the eye could see.

If you look inside, you will find me.

Saying no goodbyes.

April 2018

Η λαμπρατζιά

Όλοι οι μάρτυρες σιωπούν μπροστά σου.
Το φως τούτον το λαμπρόν ένα αέναο κάλεσμα,
στις τακτοποιημένες μας ζωές,
στα συγυρισμένα μας σπίτια,
στα όχι που ποθούν να γίνουνε ναι.
Αν μιλούσε η φωτιά, θα έκαιγε τις σιωπές και τις λύπες που κανείς δεν μαρτυρεί.
Άπλωσα τις παλάμες μου πάνω σου.
Δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια χωρίς να σε δω και να σ’ αγγίξω.

Κύπρος, Απρίλιος 2018