Πονάς

Πονάς εδώ, εκεί, παντού, λίγο ή πολύ δεν έχει σημάσια. Πονάς όμως, για πολύ καιρό και δεν ξέρεις για πόσο ακόμη. Ξέρεις μόνο ότι πονάς. Κάποιες στιγμές νομίζεις-έχεις μια ψευδαίσθηση-πως ο πόνος λιγοστεύει. Πονάς, όμως, σε μέρη που δεν ήξερες ότι υπάρχουν μέσα σου.

Κριτική για την Γραμμή ανάμεσά μας (Εκδ. Το Ροδακιό, 2020)

Το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Τζιαούρη – Χίλμερ, η συλλογή διηγημάτων «Γραμμή ανάμεσά μας» (εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2020) εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν σπονδυλωτή ταινία. Παρομοιάζω τη συλλογή της Τζιαούρη – Χίλμερ με ταινία, γιατί η συγγραφέας αισθάνομαι ότι λειτουργεί ως σκηνοθέτρια μικρών ιστοριών, που σε καθεμιά υπάρχει ένα κοινό στοιχείο, φυσικά οι είκοσι μία ιστορίες της διατηρούν την αυτοτέλειά τους, μπορούν και οφείλουν να αναγνωστούν ξεχωριστά. Η συγγραφέας έχει λειτουργήσει ως εξωτερικός παρατηρητής, έχει καθίσει στο περιθώριο και παίρνει σημειώσεις, βασικός ήρωας στα διηγήματα στη «Γραμμή ανάμεσά μας» ο πάσχων άνθρωπος, πολλές φορές αβοήθητος, αφημένος στη μοίρα του. Κοινό στοιχείο και στις είκοσι μία ιστορίες της συλλογής, κοινή συνισταμένη των ηρώων της είναι η πίκρα, που μοιάζει να διαποτίζει τις ζωές τους. Διαβάζοντας τις ιστορίες της, αβίαστα φτιάχνεις εικόνες και χτίζεις σκηνικό, οι λέξεις αρχίζουν και παίρνουν σχήμα και όγκο, μυρίζουν, άλλοτε ευωδιάζουν και άλλοτε είναι πνιγηρές οι μυρωδιές. Γι’ αυτό και θεωρώ τη συλλογή της Τζιαούρη – Χίλμερ ταινία, έφτιαξε ιστορίες με κοινά στοιχεία, φαινομενικά άσχετα, έχει διαλέξει πρωταγωνιστές με πάθη, με ευαισθησίες, με όλα τα αρνητικά και όλα τα θετικά τους και τους βάζει στο δικό της ταξίδι. Το ταξίδι που κάνει η Τζιαούρη – Χίλμερ είναι προσωπικό, όχι οι ιστορίες αυτές καθ’ αυτές, τουλάχιστον όχι όλες. Μοιάζει η συλλογή να έχει αρχή – μέση – τέλος, να είναι κατά κάποιον τρόπο η δική της διαδρομή, τα βιώματά της, οι εικόνες της, οι προσλαμβάνουσές της. Οι πρώτες ιστορίες λίγο μετά την προσφυγιά, το βίαιο ξερίζωμα, ιδωμένα με έναν ιδιαίτερα απλό τρόπο, μέσα από τα μάτια ενός παιδιού ή ενός/μιας έφηβου. Πραγματεύεται την απώλεια του ενήλικα, με τα βιώματα εκείνου που είχε τον χρόνο να τα εξορθολογίσει, να τα δουλέψει. Δεν είναι πρωταγωνιστής η συγγραφέας, είναι μεταφορέας μνήμης, λόγων και αχνών εικόνων, που είναι τόσο αληθινές, που δεν έχουν ανάγκη από στολίδια, από λεκτικά σχήματα και μεγαλοστομίες. Πανταχού παρούσα μια γραμμή ανάμεσα στους ήρωές της, μα και στα συναισθήματα των ηρώων της. Η Τζιαούρη – Χίλμερ στα είκοσι ένα της διηγήματα καταπιάνεται με την προσφυγιά, την ακούσια, τη βίαιη και όσα αυτή φέρνει, πώς δηλαδή συντρίβει τα πρόσωπα ή και πώς τα χαλκεύει… αναλόγως του χαρακτήρα του υποκειμένου. Στους επόμενους σταθμούς του ταξιδιού της η συγγραφέας με όχημα τις παρατηρήσεις της, τις συναναστροφές της, το κοινωνικό συγκείμενό της θίγει θέματα όπως η μετανάστευση, μια άλλη μορφή προσφυγιάς, οι τελειωμένες σχέσεις, που δεν κάνουν καν τον κόπο να κρατηθούν ζωντανές, διότι έχουν αποδεχθεί τον θάνατό τους και περιμένουν μόνο την επίσημη ληξιαρχική πράξη, που άλλοτε έρχεται και άλλοτε όχι. Μιλάει και για τη ματαίωση, την αγάπη, την αποδοχή και την ανάγκη του υπάρχειν.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συλλογή έχει δύο βασικά μέρη, το ένα είναι τα εν Κύπρω διηγήματα, που ξεκινάνε με το διήγημα «Το κασετοφωνάκι» και κλείνουν με το «Νούμερο 22», εκεί άλλωστε που είναι η αρχή του παντός, στην Καρπασία. Πριν από το δεύτερο μέρος παρεμβάλλεται το «Γλυκόπικρα», μια ιστορία που είναι η Κύπρος του πρώτου μέρους, αλλιώς ιδωμένη, που συχνά δεν θέλουμε να ξέρουμε. Αντιδιαστέλλεται ένας Γιλμάζ με έναν Χασάν… μία γραμμή μεταξύ προσώπων, μία συνοριακή γραμμή ή μια γραμμή διαγραφής, σαν σε κατάστιχο.

Δημιουργεί σιωπηρούς ήρωες η Τζιαούρη – Χίλμερ, ειρωνικές τραγικές στιγμές, που ορθά-κοφτά ρίχνουν την αυλαία στις ιστορίες τους

Η γραφή της συγγραφέως είναι απλή, καλά δουλεμένη όμως και σωστά ζυγισμένη, άλλωστε όλοι οι ήρωές της είναι καθημερινοί άνθρωποι, άνθρωποι του διπλανού διαμερίσματος, της διπλανής πόρτας, που τους ακούμε, αλλά δεν τους γνωρίζουμε. Δεν θα ταίριαζε στην Αντρικκού άλλος λόγος παρά της ντοπιολαλιάς της, ούτε και κανένα άλλο όνομα, φυσικά, παρεκτός αυτό του par excellence αγίου της Κύπρου, του Αποστόλου Ανδρέα, όνομα που επανέρχεται. Όπως δεν φτιασιδώνει τις ιστορίες της γλωσσικά η συγγραφέας, άλλο τόσο δεν προσπαθεί να εξωραΐσει τους ήρωές της, δεν τους λυπάσαι ακριβώς, δεν τους μισείς, άλλους τους οικτίρεις, άλλους τους προσπερνάς, και άλλους απλώς προσπαθείς να τους καταλάβεις. Δημιουργεί σιωπηρούς ήρωες η Τζιαούρη – Χίλμερ, ειρωνικές τραγικές στιγμές, που ορθά-κοφτά ρίχνουν την αυλαία στις ιστορίες. Μοιάζουν σαν φάρσα κάποιες από τις ιστορίες, εξ ου ίσως και η αναφορά δις στον Σοστακόβιτς, αλλά και οι αντιδιαστολή των κλασικών με τον Καζαντζίδη.

Στις είκοσι μία ιστορίες της ο κάθε ήρωας έχει διανύσει τον δικό του Γολγοθά, τοποθετείται συχνά εκτός τόπου, εκτός του φυσικού του τόπου, αντιμετωπίζει τον εαυτό του σε συνθήκες δύσκολες, συχνά οι ήρωες έχουν ανακαλήματα, που μοιάζουν κοιμισμένα για καιρό. Κι εδώ, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει η μαεστρία της συγγραφέως, κανείς ήρωάς της δεν είναι Ήρωας, είναι απλώς δρων υποκείμενο, ένα υποκείμενο που πασχίζει να αλλάξει τη μοίρα του, να ξεφύγει από τον Γολγοθά που άλλοι τον έχουν οδηγήσει, περπατούν αν θέλετε σε μία οριζόντια γραμμή.

Η συλλογή διηγημάτων «Γραμμή ανάμεσά μας» της Μαρίας Τζιούρη – Χίλμερ είναι κυνική και ταυτόχρονα ρομαντική, οι είκοσι μία ιστορίες είναι κατά βάση ισοϋψείς λογοτεχνικά και διατρέχονται από ένα κοινό στοιχείο, είναι γραμμικές στην αφήγηση, στεγνές στην αρχή, αλλά όσο προχωράει ανεβαίνει η ένταση, ώσπου η ιστορία να προσγειώσει τον αναγνώστη στην πραγματικότητα ή να τον αφήσει να αναζητήσει το δικό του τέλος.

Αποστόλης Κουρουπάκης

Εφ. Καθημερίνη (Κύπρος), Μάιος 2020

Μεγάλη Παρασκευή

[…] Μα ήτανε την μέρα εκείνη Μεγάλη Παρασκευή, τότε ακριβώς που σταματάνε να εργάζονται, φεύγουνε στα χωριά τους ή στα τίμια σπίτια τους, -τότε και το Δεκαπενταύγουστο της Παναγιάς, άλλη μια φορά – κι είναι συγκινητικό-, δείχνει πως νοσταλγούν , θυμούνται πάντως την παρθενικότητα βάζοντας έξω από την πόρτα τους -όπου και το δισύλλαβο απαραιτήτως όνομα- την έτοιμη από καιρό επιγραφή που έγραψε κάποιος πελάτης καλλιγράφος και εγγράμματος: «Μετά το Πάσχα» ….
…Μα βγαίνοντας απο την εκκλησιά ο Επιτάφιος τράβηξε πρώτα πλάγια, χώθηκε μεσα στις γειτονιές με τα κλειστά ισόγεια με τα χαμαιτυπεία του λιβανιού και δεν τον είδαμε σχεδόν καθόλου… Κι όταν πήρε η κυκλοφορία να παραλύει να προηγούνται τα μικρά παιδιά , να ανάβουνε κεριά στα υψηλά πατώματα ετοιμαστήκαμε κι εμείς ν απολαύσουμε το μέγα θέαμα στο σκότος μέσα της κρεβατοκάμαρας…Από μπροστά μας όταν διάβαιναν έψελνε η χορωδία τα εγκώμια. Μαθήτριες με επιπόλαιες φωνές παρόμοιες με τον γραφικό τους χαρακτήρα βαδίζοντας στο ψευτοκουρασμένο βήμα των στρατιωτών εκείνο με το επ’ ώμου λόγχη, βαδίζοντας ωραίοι και σκοτεινοί…τραβούσαν φορτωμένοι νιάτα και έξαψη…

(απόσπασμα απο το κείμενο «Επιτάφιος θρήνος» Γιώργος Ιωαννου – περιέχεται στην ομότιτλη συλλογή – Εκδόσεις Κέδρος, 1980, 1985)

Γέρος;

Κάθε βράδυ η ίδια ιεροτελεστία: φορούσε τις πυτζάμες του, έπλενε τα δόντια του μηχανικά, κοιτούσε στον καθρέφτη τις άσπρες τρίχες των μαλλιών του και στεκόταν σιωπηλός μπροστά στο είδωλό του για πέντε λεπτά. Τότε περνούσαν από μπροστά του σαν ταινία, όλες εκείνες οι στιγμές μιας περασμένης ζωής χωρίς κενά, χωρίς φόβο, χωρίς ατελείωτες ιστορίες.

Κάθε βράδυ νιώθει γέρος. Μόνο η μνήμη του δεν γερνάει.

Ο άλλος Χριστός

Ο Χριστός κουράστηκε,

ένιωσε θλίψη για τους ανθρώπους που έπλασε με τόση αγάπη.

Ο Χριστός θύμωσε,

γιατί δεν πρόλαβε να δώσει όσα απλόχερα ήθελε σ΄εκείνους.

Ο Χριστός βαρέθηκε

να σταυρώνεται ξανά και ξανά .

Ποιος τα πάντα στέγει, ποιος τα ελπίζει, ποιος τα υπομένει;

Ποιος ουκ ασχημονεί;