Οι φίλοι μου

Οι φίλοι μου: όταν δεν έχουμε ξεχάσει να μιλάμε ο ένας στον άλλο, να κοιταζόμαστε, να αποκωδικοποιούμε τα αμίλητα, να δεχόμαστε την πολυπλοκότητα του άλλου και την πολλαπλότητα των αναγκών του. Όταν πεθυμώ τη χροιά της φωνής σου, το βλέμμα σου, το γέλιο σου, τις σκληρές ή μαλακές σου λέξεις. Όταν ακούς τις διέσεις, τις υφέσεις, τις παύσεις, τις ανάσες της ζωής μου. Όταν μου λες οτι το φαγητό μου είναι καλό, ανάλατο ή χάλια. Όταν παίρνεις το ρίσκο να με χάσεις οριστικά ερχόμενος σε ρήξη μαζί μου, προκειμένου να μη με αφήσεις να φάω πάλι και πάλι τα μούτρα μου. Όταν η ζήλεια περνάει, η αμφιβολία έχει πάψει να είναι δεύτερη φύση σου και η εμπιστοσύνη χτίζεται ξανά με τον χρόνο. Όταν μεγαλώνουμε όμορφα, μεγαλώνουμε άσχημα, μεγαλώνουμε στις ατέλειες και τις τελείες ή μικραίνουμε μεγαλώνοντας. Μαζί. Είμαι άνθρωπος που η αλήθεια μου, τα σημαντικά μου είναι αυτοί, οι λιγοστοί άνθρωποι. Οι πραγματικοί φίλοι.

Γυναίκα

Είμαι η κόρη μιας μάνας κι ενός πατέρα.

Είμαι η αδελφή των αδελφιών μου.

Είμαι η μάνα των παιδιών μου.

Είμαι η γυναίκα ενός άντρα και η ερωμένη ενός άλλου.

Είμαι η φίλη άλλων γυναικών.

Είμαι γυναίκα φυλακισμένη στο σώμα ενός άντρα.

Είμαι γυναίκα.

Για όσο κρατάει μια συνάντηση

Την συνάντησε στην κηδεία της αδελφικής του φίλης, της  Ζωής. Ήταν συμφοιτήτριά τους στα μέσα της δεκαετίας του 80’ στο Νομικό της Αθήνας. Είχε να την δει πολλά χρόνια. Την θυμάται να συχνάζει στα ίδια μπαρ με τη Ζωή. Η Δέσποινα, Θεσσαλονικία στην καταγωγή, ήταν ψηλή με κοντά καρέ μαλλιά και πράσινα μάτια. Όμορφη, απόμακρα γοητευτική. Δεν ήταν για τα δόντια του. Για τον Μάριο έμοιαζε με απόρθητο κάστρο. Όταν τελείωσαν τις σπουδές εκείνη είχε φύγει για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, μετά υποτροφία στην Αμερική, όπου έζησε και δούλεψε αρκετά χρόνια στο Διπλωματικό Σώμα της Ελληνικής Πρεσβείας. Τα τελευταία χρόνια είχε ακούσει ότι επέστρεψε στην Ευρώπη. Η Ζωή κράτησε επαφή μαζί της μέχρι που ήρθε η αρρώστια και χαθήκανε. Τους τελευταίους μήνες είχε κλειστεί εντελώς στον ευατό της και τους τέσσερις τοίχους του δωματίου της . Μόνο ο Μάριος επέμενε να την βλέπει ως το τέλος. Είχε γίνει πια πετσί και κόκκαλο μέχρι που η καρδιά της δεν άντεξε.

Ήταν Ιούλιος κι ο ήλιος έκαιγε. Μέρα γεμάτη υγρασία και ιδρώτα, που απλωνόταν στα φύλλα των δέντρων και τα πρόσωπα των ανθρώπων. Όταν τελείωσε η κηδεία και οι λίγοι μαυροφορεμένοι συγγενείς και φίλοι αποχωρούσαν προς το γειτονικό καφεστιατόριο, ο Μάριος κρατούσε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι, κοιτούσε τον τάφο κι έκλαιγε. Ο ιδρώτας του έγινε ένα με τα δάκρυα που έσταζαν αργά και λυπημένα στο νωπό χώμα. Η Δέσποινα, λίγα μέτρα μακρυά του, τον πλησίασε μ΄ένα μπουκαλάκι νερό. «Πιες λίγο», του ψιθύρισε στ΄αυτί. Εκείνος της ζήτησε τσιγάρο. Καπνίσανε μαζί κι έπειτα μπήκανε στο αμάξι της. Οδήγησε εκείνη στην επιστροφή. Τον πήγε στο παραλιακό ξενοδοχείο που έμενε στη Βουλιαγμένη.  Ανεβήκανε στο δωμάτιό της. Χωρίς να βγάλει την φούστα, έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα μουσκεμένα σκέλια της.  Εκείνη τον έγδυσε και τον έκανε να ξεχαστεί.

Ο Μάριος έμενε στο Φάληρο. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια δούλευε σε μια ναυτιλιακή εταιρεία. Χωρίς φιλοδοξίες και όρεξη. Καθημερινά η ίδια ιστορία: δουλειά, σπίτι, λίγες κουβέντες με τις έφηβες κόρες του, λιγότερες με την Φρόσω, την επί δεκαοκτώ χρόνια σύζυγό του. Εκείνη ήταν Φυσικός σε ιδιωτικό σχολείο των νοτίων προαστίων, κάθε απόγευμα παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα και τα βράδια κλεινόταν στο γραφείο της για προετοιμασίες και διορθώματα. Όταν ο Μάριος επέστρεφε από τη δουλειά, οι πόρτες των δωματίων ήταν τις περισότερες φορές κλειστές, οι τοίχοι βουβοί και η κουζίνα κρύα, χειμώνα-καλοκαίρι. Οι κατσαρόλες άδειες, τα κουτάλια στη θέση τους κι αυτός παρήγγελνε  συχνά φαγητό απ΄έξω. Έπειτα κατευθυνόταν στο ψυγείο, άνοιγε μια παγωμένη μπύρα και έπινε από το μπουκάλι.

Δεν έβγαινε συχνά. Κι αν το έκανε πήγαινε στη Ζωή που ζούσε στη Καλλιθέα μόνη μετά που πέθανε ο άντρας της. Ήταν η μοναδική γυναίκα ίσως που άκουγε τις σιωπές του από τον καιρό του Πανεπιστημίου και μοιραζόταν τον φθαρμένο καναπέ του σπιτιού της.  Τότε που πίστευαν πως η ζωή είναι ένας όμορφος τριανταφυλλόκηπος, πως ο έρωτας είναι δυνατός σαν τον θάνατο. Τώρα όμως η Ζωή είναι νεκρή και ο Μάριος με ποια δύναμη να μοραστεί τη μισή ζωή του και με ποιον;

Η Δέσποινα τον περίμενε τα βράδια μετά τη δουλειά του.Θα καθόταν μερικές μέρες ακόμη στην Αθήνα πριν επιστρέψει στην Πράγα, όπου διέμενε τους τελευταίους έξι μήνες. Αυτή δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν έκανε παιδιά. Αλλάζε συχνά χώρες διαμονής λόγω δουλειάς κι εξάλλου αυτό αποζητούσε, γιατί δεν ήθελε να ριζώσει πουθενά. Ο Μάριος χτυπούσε με αγωνία το 402 σαν να πήγαινε στο πρώτο ραντεβού, εκείνη του άνοιγε ημίγυμνη κι αυτός χωνόταν ανάμεσα στο στήθος της. «Πόσο ωραία μυρίζεις» της ψέλλιζε με μια αφέλεια καθώς την έγδυνε. Αυτή αμίλητη, σχεδόν ψυχρή τον άρπαζε από την γραβάτα, του έκλεινε τα χείλη με το δάχτυλό της και γινόταν το παιχνίδι της για κάποιες ώρες. Το παλιό κρεβάτι του ξενοδοχείου έτριζε όσο τα σώματα τους πάλευαν με την γεύση και την όσφρηση. Και αφού έκαναν ό,τι έκαναν, σηκώνονταν, πλένονταν, έβαζαν το τάλκ και τ΄ αρώματά τους, ντύνονταν και έτσι σταδιακά γίνονταν ξανά αυτό που δεν είναι.

‘Ηταν η τελευταία Παρασκευή εκείνου του ζεστού Ιουλίου, όταν πήγε στο ξενοδοχείο για να την δει για τελευταία φορά πριν πάρει την πτήση της. Ανέβηκε στο 402, κτύπησε αρκετές φορές, δεν θυμάται ακριβώς πόσες, αλλά τίποτα. Καμία απόκριση. Περίμενε για λίγο στον διάδρομο με την καφέ μοκέτα, ξαναχτύπησε την πόρτα κι όταν κανείς δεν άνοιγε κατέβηκε στην ρεσεψιόν. Εκεί έμαθε πως η Δέσποινα είχε ήδη αναχωρήσει από το ξενοδοχείο χθες τα ξημερώματα. Τότε ο Μάριος ρώτησε αν άφησε κάποιο σημείωμα γι΄αυτόν. Μόλις πήρε  αρνητική απάντηση από την ρεσεψιονίστ πήγε στο μπάρ, ζήτησε μια παγωμένη μπύρα κι άναψε τσιγάρο. Ήπιε την πρώτη γουλιά και συνέχισε να καπνίζει.

Λήθη

Οι άνθρωποι εύκολα αλλάζουν

μέσα σ’ έναν χρόνο.

Ξεχνάνε πως κάποτε θυμούνταν.

Φαίνεται στις λέξεις τους, το θόρυβο και τις σιωπές τους.

Η μνήμη ολοένα στενεύει.

Με το κεφάλι ψηλά θωρείς τον γαλάζιο ουρανό κι ό,τι φέγγει ακόμη.

Και περιορίζεσαι στο ουσιώδες.

Ανάμεσα στο ζ και το θ

Κάθε μέρα ζούμε χάνοντας.

Συγκατοικούμε με τις απώλειες φίλων, ευατών, σχέσεων, πατρίδων.

Μέχρι να αποδεχτείς την μια απώλεια έρχεται η επόμενη.

Κι αναρωτιέσαι πόσο γρήγορα μπλέκτηκε ο ενεστώτας με τον παρατατικό και τον αόριστο.

Και τούμπαλιν.

Βάζουμε άνω τελείες, στιγμιαίες παύσεις και ξανά απ΄την αρχή.

Συγκάτοικοι με τη ζωή και το θάνατο.

Πρώτη παρουσίαση του ΛΑΙΜΑΡΓΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2019

Λαίμαργα: το δεύτερο συλλογικό έργο της Wunderart Productions

(Λεμεσός: Εκδόσεις Ακτίς 2018)

 

Αντώνης Κ. Πετρίδης, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου

H Λαιμαργία (ἀδηφαγία, γαστριμαργία, μαργοσύνη ή μαργότης στα αρχαία ελληνικά, ingluvies, immense gula ή helluatio στα λατινικά) ήταν ένα από τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα της καθολικής θεολογίας. Ο Δάντης, στο έκτο Κάντο της Θείας Κωμωδίας, παρουσιάζει όσους κολάστηκαν «per la dannosa colpa de la gola» (6.53) να ζουν παγωμένοι και μουλιασμένοι στον Τρίτο Κύκλο της Κολάσεως, ανάμεσα στους Λάγνους και τους Άπληστους, ουρλιάζοντας σαν σκύλοι και τσαλαβουτώντας στο λιωμένο χιόνι κάτω από ασταμάτητη βροχή και το φάσμα του Κέρβερου. Η τιμωρία τους μπορεί να μην είναι η βαρύτερη, είναι όμως η πιο δυσάρεστη: «che, s’altra è maggio, nulla è sì spiacente» (6.48).

Πέρα από τον Δάντη, η παγκόσμια λογοτεχνία, από τη Χάνσελ και Γκρέτελ των Αδελφών Γκριμ μέχρι τον Τσιάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας του Ρόαλντ Νταλ, από τον αχόρταγο Ηρακλή της αρχαίας κωμωδίας και του σατυρικού δράματος μέχρι τον σερ Τζων Φάλσταφ του Σαίξπηρ, αξιοποίησε ποικιλοτρόπως το θέμα της λαιμαργίας. Το δεύτερο συλλογικό έργο της Wunderart Productions με τον τίτλο Λαίμαργα, υπό τη γενική επιμέλεια της Μαρίας Τζιαούρη-Χίλμερ, προσφέρει την πρώτη, όσο γνωρίζω, απόπειρα πληθυντικής, σφαιρικής προσέγγισης του θέματος στην ελληνική λογοτεχνία.

Στα Λαίμαργα συμμετέχουν δέκα συγγραφείς με ένα ή περισσότερα κείμενα ο καθένας. Στο μικρό αυτό βιβλιαράκι χωράει μια πραγματική ειδολογική πανσπερμία: συμβατικά λίγο-πολύ διηγήματα συνάπτονται με ποιήματα, πεζοποιήματα, υβρίδια στίχου και πεζού και πειραματικότερα κείμενα-ψηφίδες. Όλες οι συμβολές προέρχονται από ανθρώπους που αγγίζουν πάνω-κάτω το ηλικιακό όριο των σαράντα και έλκονται στη λογοτεχνία από ποικίλες αφετηρίες: τη μουσική, τη μουσικολογία, το θέατρο, την εκπαίδευση, την ψυχολογία. Τον σπόρο της συνεργασίας έριξε η Χίλμερ. Καθώς μού αφηγούνταν τα βιώματα που οδήγησαν στη σύλληψη της ιδέας (τη σωματική και την ψυχική ασθένεια, τη θεραπευτική διάσταση της χειροτεχνίας, κ.ά.) αναγνώριζα τα ίχνη της σε κείμενα της συλλογής πέραν των δικών της, ένδειξη ότι το βιβλίο είναι προϊόν ώσμωσης και όχι απλά συναγωγή ατομικών εμπνεύσεων. Στην αξία αυτής της συνεργατικότητας θα επανέλθω.

Η διερεύνηση της λαιμαργίας στη συλλογή είναι πολυπρισματική και συχνά εκδηλώνεται με τρόπους απροσδόκητους και προκλητικούς, που παίζουν με τα πιο παμπάλαια ταμπού του πολιτισμού, όπως η αιμομιξία, η ανθρωποφαγία και η αποφυγή του μιάσματος. Στο «Ψωμοτύρι» του ΦΩΤΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ, που εισάγει τη συλλογή (σσ. 11–14), μια μάνα υποφέρει φριχτά από καρκίνο. Η πληγή και ο αιματοπίδακας που ανοίγει, πού αλλού, στον λαιμό της προκαλούν στον γιο ένα μείγμα από αηδία, πείνα και πόθο, που προσωπικά μού θύμισε κάπως το Salò του Παζολίνι. Όταν η μάνα τελικά πεθαίνει, ο γιος, που την εκμεταλλευόταν εν ζωή κι ας είχε μαζί της σχέση εμφανώς οιδιπόδεια, τρώει χώμα από το μνήμα της. Η λαιμαργία, λοιπόν, της αρρώστιας. Η λαιμαργία επίσης για την πιο στοιχειώδη έστω επιβίωση, την οποία συμβολίζει η οξεία πείνα λίγο πριν απ᾽ τον θάνατο, η απαίτηση για το απλούστερο έδεσμα, το ψωμοτύρι. Η λαιμαργία, τέλος, των τύψεων ή της απωθημένης σεξουαλικής επιθυμίας ή του ζωώδους, αρχέγονου πένθους ή του ετεροχρονισμένου μεταβολισμού της αγάπης ή της σκληρής τάσης της ζωής να συνεχίζεται.

Η λαίμαργη νόσος, που καταβροχθίζει τη σάρκα, ενώ ειρωνικά εκείνη αδυνατεί πια να δεχτεί τροφή, επανέρχεται στο διήγημα «Στη Σοφία» της ΕΛΕΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ (σσ. 18–22). Το αφήγημα διακρίνεται από τη διαρκή αντιπαράθεση λεπτομερειών, που σχετίζονται με τις τρεις πιο λαίμαργες αισθήσεις: την όραση (η σικάτη μάνα, που απομένει παγωμένα κόκαλα)· την όσφρηση (η ανύπαρκτη οσμή του εμετού, που δεν βρωμούσε, επειδή στον οργανισμό της ετοιμοθάνατης δεν διενεργούνταν πια καμία διαδικασία πέψης)· και βεβαίως τη γεύση (το ιμάμ, που η ετοιμοθάνατη ελπίζει πως θα φάει ξανά και η γλυκιά εικόνα της μάνας και της κόρης να μοιράζονται μια στιγμή λαίμαργης αμαρτίας μπροστά από το ψυγείο κατάνυχτα.

Το θέμα της λαιμαργίας, ταυτισμένης με την ερωτική έξαρση, αποτυπώνεται στη στίξη και την τυπογραφική μορφή του κειμένου στο διήγημα αθώρητες προφητείες» της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΒΡΑΧΙΜΗ « (σσ. 15–17). Ένα ζευγάρι παραδίδεται λαίμαργα στη Στιγμή. Το φιλί που ανταλλάσσει μοιάζει με πανάρχαια κανιβαλιστική-ανιμιστική τελετουργία. Όσο το πάθος κορυφώνεται, τόσο και στο χαρτί απάνω μεγεθύνεται το μέγεθος της γραμματοσειράς—για να προσγειωθεί τέλος ανώμαλα και πάλι πίσω στο «ομαλό», όταν στο κείμενο εισάγεται το αντίδοτο του πάθους, η υπευθυνότητα («Υποκλίνομαι στα χείλη σου. Στα επίσημα και υπεύθυνα χείλη σου»). Η ιστορία της οποίας ο τίτλος ο ίδιος παραλείπει το «επίσημο» αρχικό κεφαλαίο για τον αυθορμητισμό του πεζού καταλήγει, «με τον σωρό», σε μια συμβατική τελεία.

Το ξέφτισμα της ερωτικής επιθυμίας ως επανάστασης θεματοποιείται στη βιβλική παρωδία της ΒΑΛΙΑΣ ΤΣΙΡΙΓΩΤΗ «Η μηλόπιτα» (σσ. 61–63). Ο Αδάμ και η Εύα ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια: η προπατορική λαιμαργία για ανεξαρτησία και ζωή, φθαρμένη από τον χρόνο, την άρνηση της νενομισμένης πατροκτονίας, τον ψυχολογικό κομφορμισμό και τη γενική πεζότητα της ύπαρξης υποβιβάζεται από την υψηλή μεταφορά του Μήλου στη φτηνή κυριολεξία της «μηλόπιτας». O Αδάμ ξανατρώει το μήλο, όχι πια στον Κήπο της Εδέμ, αλλά σε ένα λαϊκό φαγάδικο στην οδό Χαρμολύπης, όχι πια κατευθείαν από το ραδινό χέρι της Εύας, αλλά με τη διαμεσολάβηση ενός κουταλιού (τη διαμεσολάβηση αιώνων κουλτούρας, θα έλεγε κανείς· δηλαδή, κατά τον Φρόυντ, αιώνων Νεύρωσης), σε μια χειρονομία που έχει ταυτόχρονα απόηχους ερωτισμού, μητρικής τρυφερότητας, αλλά κυρίως βαθιάς ειρωνείας.

Στα δύο διηγήματα της ΜΑΡΙΑΣ ΤΖΙΑΟΥΡΗ-ΧΙΛΜΕΡ, η λαιμαργία συνδέεται, στην πρώτη περίπτωση με το ακόρεστο της μνήμης, που όλο μηρυκάζει τον πόνοστη δεύτερη με την ισχυρή αντίστιξη ανάμεσα στον αδηφάγο φόβο και στην τόλμη που σωτήρια τον καταβροχθίζει. «Το ζακετάκι» (σσ. 64–5) που μια γυναίκα έχει χάσει επιστρέφοντας από ταξίδι στο εξωτερικό γίνεται η αφορμή να θυμηθεί ένα παλιό της έρωτα: το σβήσιμο της ερωτικής λαιμαργίας εξοργίζει περισσότερο παρά πληγώνει, καθώς γίνεται αντιληπτό ότι εξαφανίζεται ως ψυχικό ερέθισμα πολύ πριν εξαλειφθεί ως μυική μνήμη. Στο «Πόπαστον» (σσ. 66–71), το καμάρι της οικογένειας κάνει τους συγγενείς γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι να στραβοκαταπιούν τη λαχταριστή πορτοκαλόπιτα της γιαγιάς, αποκαλύπτοντάς τους πως είναι γκέι και συστήνοντάς τους τον ερωτικό του σύντροφο. Στο τέλος, όπως φανερώνει η παρουσία του παππού, το σώμα αναπόδραστα θα αυτοκαταστραφεί. Εσύ μπορείς, αν θες, να ζεις με τον τρόμο της ζάχαρης, την αηδία της ψαρίλας ή την ψευδή γαλήνη που παρέχουν οι σκελετοί όσο είναι στο ντουλάπι. Ή αντίθετα μπορείς, τους λέει ο νεαρός, μέχρι να έρθει η στιγμή να σηκωθείς εν τέλει απ᾽ το τραπέζι, να έχεις τσακίσει και δεύτερο κομμάτι από εκείνη τη σιροπιαστή και μυρωδάτη και πεντάγλυκη πορτοκαλόπιτα.

Η λαιμαργία του χρόνου, μα και το πείσμα της μάταιης έστω αντίστασης σε αυτόν, βρίσκεται στον πυρήνα του γλυκόπικρου «Περιμένοντας» της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ (σσ. 33–9). Στην ιστορία πρωταγωνιστούν δυο γέροντες: ένας μαγκούφης πρώην δρομέας, που λάτρευε τον Μπέκετ, και ο σκύλος του, τον οποίο ονόμασε παιγνιωδώς «Γκοντό» (κι όχι «κοντό», όπως τον λένε τα παιδιά της γειτονιάς!), όταν επιτέλους έφτασε, για να γεμίσει τη ζωή του. «Γεροντίστικα πράγματα» είναι το θέμα της ιστορίας, τι ο χρόνος δεν επιτρέπει πια (το τρέξιμο στον άνθρωπο, το λαίμαργο φαγητό στο σκύλο), αλλά και τι επιτρέπει ακόμη, κατ᾽ ακρίβεια δεν μπορεί να αγγίξει μέχρι τη μοιραία ώρα: τη συντροφικότητα δυο ψυχών, που ζούνε «περιμένοντας» την ώρα εκείνη, αλλά όχι χωρίς να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους (χρησιμοποιώντας, π.χ., το slow feeding bowl, ώστε ο σκύλος να μην πεθάνει από τη λαιμαργία του!) να την καθυστερήσουν.

Η ποίηση εκπροσωπείται στη συλλογή από τέσσερις ομάδες κειμένων: τα ποιήματα, αρχικά, της Στέλλας Βοσκαρίδου και του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, και τις υβριδικές συμβολές του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΑΡΚΟΥ και της ΡΩΞΑΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, που συνδυάζουν ποίηση και πεζό είτε παρατακτικά (όπως στην περίπτωση του Λάρκου, που ξεκινά με δύο ιδιόμορφα ποιήματα και καταλήγει με ένα ποιητικότροπο πεζό) είτε στο εσωτερικό τους (όπως στην περίπτωση της Νικολάου, όπου τα όρια ανάμεσα στον στίχο και την αφήγηση καταρρέουν).

«Το αγόρι που είχε μπιζέλια για μυαλό» (σσ. 23–7) του ΛΑΡΚΟΥ είναι το πιο αντισυμβατικό κείμενο της συλλογής. Διαβάζοντάς το ανακάλεσα εικόνες από το υπερρεαλιστικό σινεμά. Το δεύτερο ποίημα με τίτλο «η βασική» (σσ. 28–9), ρεαλιστικό στην υφή του μέχρι τους κυριολεκτικά ανατρεπτικούς δύο τελευταίους στίχους, έχει θέμα τον χρόνο, τη μοναξιά και τη δίψα για τη φευγαλέα γυναικεία μορφή. Το ποίημα βασίζεται σε ένα μορφικό εύρημα: οι στροφές δένονται μεταξύ τους από μια τυπογραφικά διακριτή λέξη, που είναι ταυτόχρονα η τελευταία της προηγούμενης και η πρώτη της επόμενης στροφής. Το τσάι, το καθιστικό και ο έρωτας του ποιήματος «η βασική» γίνονται αφηγηματικό υλικό και στο τρίτο κείμενο του Λάρκου, το πεζογράφημα «τρύπια μάτια» (σσ. 30–2), μια ιδιότυπη, γκόθικ ιστορία ερωτικού ιλίγγου, οβιδιακής μεταμόρφωσης και κλασικού κινηματογραφικού τρόμου.

«Ο κήπος μέσα μου» της ΝΙΚΟΛΑΟΥ (σσ. 39–40) διαβάζεται μάλλον σαν στοχασμός για τη γέννηση του ποιητικού μαργαριταριού μέσα από τη σκληρή επιφάνεια των λέξεων (το σύμβολο του οστράκου) ή το απροσμέτρητο βάθος της εμπειρίας, όλως ιδιαιτέρως της γυναικείας (το σύμβολο της λίμνης). Εδώ το μοτίβο της λαιμαργίας υποβάλλεται από την εικόνα της μάνας που ετοιμάζει το κολατσιό των παιδιών, ενώ μέσα της η πείνα της έκφρασης κυοφορεί το ποίημα. Το σύμβολο της λίμνης επανέρχεται στο δεύτερο κείμενο της Νικολάου («Το άνοιγμα της βρύσης», σσ. 41–4), το οποίο εκλαμβάνω επίσης ως ποιητολογία. Εδώ πια η λίμνη συνδυάζεται όχι με την εικόνα της γαλήνης, αλλά της βίαιης ροής, του κρότου και της έκρηξης, που προκαλείται τη στιγμή που εκλύονται επιτέλους οι πεπιεσμένες δυνάμεις του χαμένου χρόνου και της εσωτερικής πάλης. Η λαιμαργία υποστασιούται ως ορμή.

Ποσοτικά τουλάχιστον, ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ απολαμβάνει τη μερίδα του λέοντος στο βιβλίο. Στη συμβολή του, που φέρει τον συνεκτικό τίτλο «Τετράδιο Αγνώστου Ποιητή» (σσ. 47–60), περιλαμβάνονται δέκα ποιήματα, στα οποία τα πολλαπλά προσωπεία της λαιμαργίας τρόπον τινά περιέχουν τις θεματικές εξερευνήσεις ολόκληρης της συλλογής: η λαιμαργία του χρόνου, που άλλοτε είναι παραγωγική ζύμωση, άλλοτε ανηλεής παρακμή («Διαδρομές οίνου / διαδρομές όνου»)· το ακόρεστο σεξουαλικό πάθος, που σε τρώει—και θες να σε τρώει—σαν τη γυναίκα-αράχνη («Το αίνιγμα της Βένους»), πανίσχυρο σαν τον αρχαίο Τιτάνα του σεισμού («Εγκέλαδος») και βασανιστικό σαν την επώδυνη, επίμονη στύση του Πριάπου («Ευχή»)· η λαιμαργία για την Ποίηση ως παραγωγή φωτός, που καταλήγει τραγικά να μην είναι παρά αντανάκλαση («Αλντεμπαράν»)· η πάλη με την έκφραση και για την έκφραση σαν πάλη με τον Κριτή, που στέκεται απόμακρος και δεν διευκολύνει τη λύτρωση της ανατολής-δημιουργίας («Κόκορας»)· η τριήμερη ταφή στην κοιλιά του βιβλικού Πόνου-Κήτους-Ποιήματος, ο πιο αναστάσιμος από όλους τους θανάτους («Κήτος»). Το σπονδυλωτό ποίημα του Παπαγεωργίου (γιατί περί ενός ποιήματος κατ᾽ ουσίαν πρόκειται) είναι μια mise an abîme υποστάσεων μέσα στις υποστάσεις της λαιμαργίας. Όμως, στην επιφάνεια προβάλλει πάνω από όλα μια μεταγλωσσική λαιμαργία για λόγο, ο λαίμαργος πόθος για άρθρωση ως ανακούφιση, που κάποτε γίνεται εξιδανικευμένη, υψηλή Ποίηση (και ο λειτουργός της Ιεραπόστολος), κάποτε δεν διαφέρει από την έκχυση σωματικών υγρών μετά από την παράδοση στα πάθη (έμετος, ούρηση, εκσπερμάτιση), και πάντοτε είναι όλα αυτά μαζί και εκ παραλλήλου («έκανα και τα τρία»): το ποίημα στο οποίο αναφέρομαι εδώ αποκαλείται χαρακτηριστικά «Δοχείο νυκτός». Το Τετράδιο Αγνώστου Ποιητή είναι σε τελευταία ανάλυση ένα σετ ποιημάτων ποιητικής, σώμα δέκα μετακειμένων, που δημοσιεύονται υπό μια αφηγηματική πρόφαση γνωστή μας ήδη από το νατουραλιστικό διήγημα—με τη διαφορά ότι εδώ το τέχνασμα «διά την αντιγραφήν» υφίσταται μια σημαινόντως πολλαπλή διάθλαση. Τα δέκα ποιήματα του Τετραδίου υποτίθεται ότι γράφτηκαν από ένα περιπλανώμενο νεαρό, ανακαλύφθηκαν στο πεταμένο του τετράδιο από μια αναλφάβητη κυρία, παραδόθηκαν στον αστυνομικό, που τα πάσαρε στη γυναίκα του, που τα δακτυλογράφησε και τα ανάρτησε στο Facebook και που τώρα τα κοινοποιεί ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής (σε ένα εισαγωγικό πεζό κείμενο) με δηλωμένο στόχο την επανασύνδεση του δημιουργού με το δημιούργημα. Πενταπλή οικειοποίηση του λόγου, που βεβαίως ισούται με πενταπλή ανοικείωση, πενταπλή αποξένωση του ποιήματος από τον ποιητή—έμβλημα της γλωσσικής μας εποχής· μιας εποχής, όπου η λαίμαργη (ανα)παραγωγή λόγου (και δη η ψηφιακή, η οποία στερείται κι εκείνη τη στοιχειώδη έστω σωματικότητα της γραφής) δεν είναι παρά δάνεια πειράματα έκφρασης «χωρίς την πολυπόθητη» δημιουργική «φωτιά» («Αλντεμπαράν»), μηχανική πράξη στην κυριολεξία. Στο ποίημα «Ευχή» θυμίζει τις φρενήρεις μηχανικές παλινδρομήσεις του χεριού στο ορθωμένο ανδρικό μόριο, που απεκδυμένες κάθε γνήσια επιθυμία κακοφορμίζουν σε βασανιστική παθολογία. Η ποίηση στην εποχή του Facebook είναι ποιητικός πριαπισμός και η πράξη της δημιουργίας αδιέξοδη σαν τον αυνανισμό υπό τα βογγητά του ζευγαριού που απολαμβάνει άγριο σεξ «στο δίπλα δωμάτιο» («Εγκέλαδος»): κενή παραδοξολογία («τελείωσα / μα μοιάζει / να μην τελείωσα»), σκέτο παιγνίδι με τους ήχους (οίνος-όνος) σαν το παιγνίδι του ποιητικού Εγώ με το γένος του ανδρικού του μορίου («τΗν παίζω», «τΟν παίζω»).

Άφησα τελευταίο το ποίημα «Λαίμαργα» της ΣΤΕΛΛΑΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ (σσ. 45–6), ένα ποίημα για τη λαίμαργη κατάποση των λέξεων, όχι μόνο διότι ο τίτλος του ονομάζει το βιβλίο εν γένει, αλλά διότι καμία φιλολογική ανάλυση δεν θα δικαίωνε όσο μια υποφερτή, ελπίζω, απαγγελία την εντυπωσιακή συναισθησία των εικόνων, τον αχόρταγο τρόπο με τον οποίο η ποιήτρια αποτυπώνει στο επίπεδο του σχεδόν προγλωσσικού ήχου τη θεματολογία της συλλογής, παίζοντας με την παρήχηση και τη συνήχηση, τους «σκληρούς» (συριστικούς και ουρανικούς) και τους «μαλακούς» (υγρούς και χειλικούς) ήχους και τόσα άλλα. Το διαβάζω απλά λοιπόν:

Νύχτα που είναι

θα κάτσω να φάω

τις σκληρές μου λέξεις

τα μαλακά τους σημεία

τα μικρά τους φτερά

τα πελώρια αγκάθια

τις ζωηρές τους ουρές και όλα

τα σημεία στίξης και όλα ανεξαιρέτως

τα σημεία τήξης τα

μελαμψά περιστέρια τους και τα ύψη
των περιστάσεών τους
τις μυτερές μου λέξεις
και τις καμπύλες που πέταξαν
μυτερά κλωνιά
με τη ρώσσικη στέπα τους
με τα δέλτα των Νείλων τους και

των ώριμων φρούτων την ανεξίτηλη

ορθογραφία

με τους ξένους φθόγγους της ζωής
και τις αποτζιατούρες του θανάτου

τις τυφλές μου λέξεις με το μάτι
πότε του Κύκλωπα και πότε
του κυκλώνα

με το έλκος του Λόρκα στη λήγουσα

και τη χρωματιστή τους

διάρκεια φορτωμένη με

χαίρε ύψος δυσανάβατον χαίρε

βάθος δυσθεώρητον τις παγωμένες μου λέξεις

μα πού

να γυρνάω τέτοια ώρα και μάτια και λόγια

ποιανού να ζητώ

νύχτα που είναι

θα κάτσω να φάω

τις σκληρές μου λέξεις

και ποιου να γυρεύω τα χέρια και

την ανεξίκακη

θερμοκρασία

ποιανού να ζητώ

νύχτα που είναι

λαίμαργα

θα κάτσω να φάω

τις σκληρές

σκληρές μου λέξεις τα

απόκοσμα

παξιμάδια.

 

***

Θα κλείσω με ένα σχόλιο γραμματολογικού χαρακτήρα. Πέρα από την όποια προσωπική αξία των συγγραφέων και των κειμένων τους, που κάθε άλλο παρά είναι αμελητέα, αυτό που θεωρώ ιστορικά σημαντικό στο συγκεκριμένο πρότζεκτ είναι το συνεργατικόν του πράγματος. Η πολιτιστική ακμή δεν απαιτεί τόσο λαμπρές μονάδες, όσο συμπύκνωση του ταλέντου μέσα από συνέργειες και ίσως υπό την ομπρέλα θεσμών. Στην Κύπρο παρατηρείται ολοένα αυξανόμενη τέτοια συμπύκνωση, καθώς δημιουργοί ομαδοποιούνται, με στόχο όχι απλώς την κοινωνική γνωριμία, τον συνδικαλισμό, το ενδογαμικό «αλληλοσιουμάλισμα» ή ό,τι άλλο, αλλά πρωτίστως τη διαπίδυση του ταλέντου, τη συμπαραγωγή, αυτό που θα αποκαλούσαμε, δανειζόμενοι τον όρο από τη φυτολογία, καλλιτεχνική επικονίαση. Μπορούμε να αναφέρουμε εδώ ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις—με τις απολογίες μας, αν κάποιος μας διαφεύγει—το Σαρδάμ, τον Μίτο, τις Διαβάσεις, πρωτοβουλίες όπως ο Άρτος ή το Βιβλιοτρόπιο, πολύμηνα, φιλόδοξα πρότζεκτ όπως η Σεζόν Γυναίκες και οι Wunderart Productions, που τώρα μας δίνουν τα Λαίμαργα.

Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν πως η αισιοδοξία δεν είναι στη φύση μου, επομένως έχω συναίσθηση όσων θα πω (και έχω ξαναπεί): κάτι καλό τεκταίνεται στα κυπριακά γράμματα την τελευταία δεκαετία, χωρίς πια κατανάγκην την πατρωνεία της κρατικής επιχορήγησης, την καταδυνάστευση αυτοδικαιωτικών μύθων ή την υποχρεωτική σχεδόν κυπροκεντρικότητα των αφηγημάτων, που κρατούσαν την κυπριακή λογοτεχνία, ή ένα μεγάλο τμήμα της τουλάχιστον, περιφερειακή.

thumbnail

Θα κλείσεις την πόρτα και το σπίτι θα εκραγεί

«Κλείσε την πόρτα όταν θα φύγεις. Και όπως είπαμε: μπακάλικο, περίπτερο για τα τσιγάρα μου και μετά ψωμί από τον φούρνο. Μην τολμήσεις να ξεχάσεις κάτι.»

Η αγριοφωνή και οι απειλές σου ηχούν ακόμη στ΄αυτιά μου. Κι ας έχουν περάσει χρόνια. Όποτε ήθελες να κάνεις μια βρωμοδουλειά όταν η μάνα έλειπε, μ’έδιωχνες από το σπίτι. Έκλεινα την εξώπορτα του σπιτιού και  της έδινα μια μπουνιά, αφού δεν μπορούσα να την δώσω στα μούτρα σου. Κατέβαινα τις σκάλες κι έβριζα. Οι τοίχοι, τα πόμολα των διαμερισμάτων, τα κουδούνια άκουγαν μήνες τον θυμό μου.

Γύριζα από το θέλημα που μ’είχες στείλει και στην εξώθυρα  της πολυκατοικίας μ΄έπιανε ήδη τρεμούλα, τα πόδια μου βάρυναν σαν να κολλούσαν στο πάτωμα με άρνηση να βηματίσουν μπροστά. Εναπόθετα στο θυρωρείο για λίγο τα ψώνια και έπαιρνα βαθιές ανάσες μέχρι να ρθει το ασανσέρ. Κάποιες στιγμές ο κύρ- Γιάννης, ο θυρωρός μας, αν ήταν εκεί με ρωτούσε για το σχολείο, την υγεία μου κι αν χρειαζόμουν κάτι. Κι εγώ τον κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια. Αφού απαντούσα κοφτά σε κάθε του ερώτηση, έπαιρνα  την απόφαση και τις σακούλες για ν΄ανέβω όσο γίνεται πιο αργά προς το σπίτι.   Όταν έφτανα στην πόρτα μας, διπλοτσέκαρα πάντα αν αγόρασα τα τσιγάρα σου. Αν τα ξεχνούσα, σ΄έβλεπα πάντα να βγάζεις τη ζώνη. Και κάπου- κάπου τα ξεχνούσα για να σε εκδικηθώ. Και τότε ξεκίνησαν τα χαστούκια. Στάματησαν μόνο όταν οι γείτονες φώναζαν από τα μπαλκόνια τους «Πάψε πια, έχεις σαπίσει το παιδί, θα καλέσουμε την αστυνομία».

Μια φορά γύρισα μάλλον νωρίς στο σπίτι και είχες κλειδώσει την εξώπορτα. Κτύπησα το κουδούνι αρκετές φορές χωρίς ανταπόκριση. Κάθισα στο χαλάκι και περίμενα. Φοβισμένος. Βύθιζα τα δάκτυλά μου στο χαλάκι κι έκανα μπαλίστες από το χνούδι του μετρώντας τις μαζί με τα λεπτά της αναμονής. Ήταν χειμώνας θυμάμαι και κρύωνα αφού έμπαζε τ΄αγέρι στον διάδρομο. Κάποια στιγμή πρέπει να με πήρε ο ύπνος, όταν εσύ άνοιξες ξαφνικά την πόρτα κι εγώ έγειρα ανάσκελα. «Τι κάνεις ρε κωλόπαιδο τόση ώρα και περιμένω τα τσιγάρα μου». Με σήκωσες βίαια από το πάτωμα και ξέσκισες τη σακούλα ψάχνοντας τη νικοτίνη σου. «Μπες στο δωμάτιο σου τώρα και μην βγεις μέχρι να γυρίσει η μάνα σου» μου φώναξες κι εγώ τρομαγμένος έτρεξα στο καταφύγιό μου. Κλείδωσα από τον φόβο της τρέλας σου μην φάω πάλι ξύλο.

Κάποιες φορές την πέτυχα στις σκάλες. Εγώ ανέβαινα κι αυτή κατέβαινε βιαστική. Έμοιαζε κυνηγημένη. Μύριζε έντονα άρωμα λεβάντας, είχε ξανθά μακριά μαλλιά και έντονα βαμένα μάτια. Ήξερα πως αυτή ειναι η ερωμένη σου. «Μοιάζεις στον πατέρα σου, αγόρι μου», μου ψιθύρισε στ΄αυτί μια μέρα που διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας στα σκαλοπάτια. Κοκκίνησα από ντροπή και οργή ταυτόχρονα κι έτρεξα να φύγω μακριά της. Ήταν τότε που ήθελα να σε σπάσω εγώ στο ξύλο ή ακόμη και να σε σκοτώσω.

Η μάνα δούλευε υπερωρίες από τότε που έχασες τη δουλειά σου. Καθάριζε σπίτια το πρωί και γραφεία εταιρειών το απόγευμα. Να μην μου λείψει τίποτα. Να μπορεί να πληρώνει τα φροντιστήριά μου. «Εσύ να σπουδάσεις παιδί μου. Να φύγεις από δω. Να ΄χεις μια καλύτερη ζωή από μας.» τέτοια μου΄λεγε όταν έπλενε τα πιάτα και εγώ δίπλα της τα στέγνωνα με την πετσέτα. «Δεν είναι κακός άνθρωπος ο πατέρας σου. Άνεργος είναι παιδί μου. Συγχώρεσέ τον», έλεγε κι έβλεπα που και που τα δάκρυά της να τρέχουν, όπως το νερό έτρεχε στα λερωμένα πιάτα.

Τότε θυμόμουν τις σπάνιες στιγμές- πρέπει να ήμουν στην  πρώτη ή δευτέρα Γυμνασίου- όταν μ΄έπαιρνες να πάμε για μπάσκετ στη γειτονιά. Ήταν άνοιξη θυμάμαι γιατί μύριζαν οι γλάστρες στα μπαλκόνια κι ο κόσμος άπλωνε την μπουγάδα έξω να στεγνώσει. Περνούσαμε από το γήπεδο του Παναθηναικού και μου υποσχόσουν πως σύντομα θα δούμε εκεί τον επόμενο αγώνα παρέα. Σε θυμάμαι να κρατάς στο ένα χέρι  την μπάλα και στ΄ άλλο το δικό μου χέρι σφικτά. Κι όταν νύχτωνε πια πριν γυρίσουμε στο σπίτι με ρωτούσες αν ήθελα να φάμε  σουβλάκι στην Πανόρμου. Τι ωραία εκείνα τα μερόνυχτα της άνοιξης.

Δεν πήγαμε ποτέ στο γήπεδο. Τα σουβλάκια σταμάτησαν. Και άρχισαν οι προσταγές. Και εσύ ξεκίνησες να καπνίζεις σαν φουγάρο. Κι εγώ καιγόμουν από θυμό για την κατάντια σου, δούλος στις παραγγελιές σου. Οι μέρες μας έγιναν χειμωνιάτικες, γεμάτες σύννεφα, ομίχλη, καταιγίδες.  Μια τέτοια μέρα με πολλή βροχή ξέχασα την ομπρέλα μου στο σπίτι. Εσύ κοιμόσουν. Η μάνα ήταν στην δουλειά ακόμη. Είχα ήδη αργήσει για το μάθημα στο φροντιστήριο. Γύρισα γρήγορα σπίτι ν΄αλλαξω ρούχα. Έσταζα από την κορφή ως τα νύχια. Το ασανέρ ήταν χαλασμένο. Ευτυχώς μέναμε στον πρώτο όροφο. Ανέβηκα λαχανιασμένος τις σκάλες, πόσα αγκομαχητά είχαν δει τούτες οι σκάλες. Μα όσο πλησίαζα μου μύριζε καμμένο.

Τότε την είδα να στέκεται όρθια έξω απ΄το σπίτι μας. Χλωμή, άσπρη σαν σεντόνι. Στο δεξί της χέρι κρατούσε την τσάντα της και στ΄άλλο το σπιρτόκουτο. «Μάνα τι κάνεις εκεί;» τη ρώτησα κι ένας ιδρώτας με περιέλουσε στο σβέρκο.

«Τώρα έκλεισε η πόρτα γιε μου και το σπίτι θα εκραγεί» έσκυψε προς το χαλάκι, τ’ άναψε με το σπίρτο και περπάτησε προς το μέρος μου.

Ανοιχτός φάκελος

 

«Πόσα χαρτιά βρέ Άλκη μου! Μάζεψε τα ή πέταξέ τα επιτέλους» φώναζε πάντα η μαμά όταν έμπαινε στο δωμάτιό μου.

Από μικρός έκτιζα ένα χάρτινο οχυρό και κρυβόμουν μέσα. Ένιωθα ασφαλής και προστατευμένος μέσα στο χαρτόσπιτό μου.Ούτε τα στρατιωτάκια, ούτε τ’ αυτοκινητάκια, ούτε τα κυβάκια  μου άρεσαν. Έκοβα χαρτιά από βιβλία, από τετράδια άλλοτε τα ζωγράφιζα, άλλοτε τ΄άφηνα άσπρα όπως ήταν και κολυμπούσα σ΄αυτά, σχεδόν βυθιζόμουν μέσα τους.  Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν έξω απ΄το δωμάτιό μου κρυβόμουν πίσω από τους τοίχους του χάρτινου κάστρου μου. Τα χαρτιά ούτε μιλούσαν δυνατά, ούτε φώναζαν, ούτε έκλαιγαν.

«Θες να φας κάτι για μεσημεριανό;» με ρώτησε η Θάλεια χθες το μεσημέρι. «Θα πεταχτώ στην καντίνα. Να σου φέρω κάτι;», επέμενε παρόλο που εγώ ήμουν σκυμμένος στον καφέ φάκελο που με  παίδευε από το πρωί. Καλό κορίτσι η Θάλεια, αλλά κάπως ενοχλητική μερικές φορές. Μοιραζόμαστε το ίδιο γραφείο. Μια καλημέρα, ένα όλα καλά, ένα καλό απόγευμα αρκούν και περισσεύουν για μένα. Προφανώς όχι γι΄αυτήν. «Τι με ρωτάς αν θέλω κάτι για μεσημεριανό, αγαπητή συνάδελφε, αφού εδώ και έξι μήνες που σε στρίμωξαν μαζί μου στο ίδιο γραφείο βλέπεις πως εγώ δεν σηκώνω κεφάλι απ΄τα χαρτιά μου», μονολογούσα σιωπηλά και ελαφρώς θυμωμένος για την επιμονή της αν πεινάω.

«Ο Άλκης μας θα γίνει μια μέρα πολύ σπουδαίος καθηγητής», περηφανευόταν συχνά η μαμά στις φίλες της. «Λατρεύει το διάβασμα. Συνεχώς σκυμμένος πάνω από τα βιβλία του. Δεν προλαβαίνει να τελειώσει το ένα, τρέχουμε στα βιβλιοπωλεία για το επόμενο. Βιβλιοφάγος. Εξαιρετικός μαθητής! Μας το λένε όλοι οι δάσκαλοί του.» Όποτε την άκουγα να μιλάει έτσι έκλεινα την πόρτα του δωματίου μου για να μην εκνευρίζομαι. Μαζί με μένα την άκουγε και η μικρότερή μου αδελφή κι έπειτα ξεκινούσε το άλλο μου μαρτύριο: «Ο Αλκης μας και ο Αλκης μας ο βιβλιοφάγος. Πόσο σπουδαίος καθηγητής θα γίνει. Ο τέλειος γιος.» τόνιζε ειρωνικά η αδελφή μου με το που ξεπρόβαλα από το οχυρό μου.

Τελικά δεν ήμουν τόσο τέλειος γιος και μαθητής όταν βγήκαν τ΄αποτελέσματα των Πανελληνίων. Δεν πέρασα στο Πανεπιστήμιο και γκρεμίστηκε ο γυάλινος κόσμος της μαμάς και όλης της οικογένειας, που πίστευαν πως τόσα χρόνια χωμένος στα χαρτιά θα γινόμουν σπουδαίος και τρανός άνθρωπος των γραμμάτων. Ήταν εκείνο το καλοκαίρι που πήρα όλες τις σημειώσεις μου, τα χαρτιά που συσώρευα χρόνια, ακόμη και κάποια βιβλία που αγαπούσα πολύ και τους έβαλα φωτιά. Σε λιγότερο από μισή ώρα ο χάρτινος μου κόσμος έγινε παρανώλωμα του πυρός κι εγώ πίσω απ΄τα αποκαϊδια ένιωθα αδύναμος, μικρός, νεκρός.

Μετά την αποτυχία μου να μπω στο Πανεπιστήμιο έφυγα από το σπίτι. Βρήκα καταφύγιο στο νησί, στον παππού και τη γιαγιά από την μεριά του πατέρα μου. Για δύο χρόνια τον βοηθούσα στο μαγαζί του. Πριν ακόμη γεννηθώ ο παππούς ήταν φοβερός δύτης. Ανήκε στους σφουγγαράδες του νησιού που το έκαναν γνωστό. Μετά από ένα ατύχημα στη θάλασσα  δεν καταδυόταν πια στο νερό κι έγινε έμπορος σφουγγαριών. Όσο αγαπούσε την θάλασσα, άλλο τόσο τον πλήγωνε. «Να γυρίσεις πίσω παιδί μου. Στα χαρτιά σου. Στην χαρά σου. Τώρα ξεκινάς τη ζωή σου. Με τις ανηφόρες και κατηφόρες της. Θα τις περπατήσεις όλες. Και θα κοιτάς πάντα μπροστά», ακόμη τον θυμάμαι να με συμβουλεύει κοιτώντας με με τα θαλασσιά του μάτια, με το πείσμα και την σοφία ενός ανθρώπου που πέρασε από χίλια κύματα.

Είναι Δεκέμβριος και έξω βρέχει μανιωδώς από το πρωί. Κάθομαι στο γραφείο, πνιγμένος μέσα στους μεγάλους φακέλους: δεξιά οι καφέ, αριστερά οι μπλε. Εδώ και δέκα χρόνια βρίσκομαι στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, υπεύθυνος σε θέματα ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας. Έρχομαι πάντα στην ώρα μου και φεύγω πάντα τελευταίος από το κτίριο. Φοράω συνήθως κουστούμι και μαύρα παπούτσια. Όταν η Θάλεια απουσιάζει βγάζω το σακάκι, κλείνω τα μάτια και γέρνω το κεφάλι για λίγο πίσω. Εκείνες τις λίγες στιγμές μετράω τη ζωή μου, τις αβλεψίες, τα λάθη του πριν και του τώρα.

Η Θάλεια επέστρεψε μετά το διάλειμμά της με χαμόγελο και καφέ για μένα. Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ με έκανε να σηκώσω το κεφάλι από τον φάκελο που με τυραννούσε. Ήπια μια γουλιά και την κοίταξα: «Θάλεια, θα ήθελες μήπως μετά τη δουλειά να πάμε για ένα ποτό;» την ρώτησα. Με κοίταξε μ΄ένα φωτεινό χαμόγελο στα χείλη και πριν απαντήσει έσκυψα πάλι στον ανοιχτό καφέ φάκελο του γραφείου μου.