Ποτέ δεν ξέρεις

Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σε πετύχει η συγκίνηση, που αποφεύγεις με τόση επιμονή.

Ποτέ δεν ξέρεις πότε ένας φίλος σταματάει να είναι φίλος στα πιο μικρά και στα πιο μεγάλα.

Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα ερωτευτείς και πάλι στην ηλικία που νομίζεις ότι την έχεις γλιτώσει.

Ποτέ δεν ξέρεις πότε ο αποχαιρετισμός θα είναι ο τελευταίος και ο αμεταγύριστος.

Ο καθρέφτης

Κουρασμένη απ΄ τα πήγαινε- έλα, έκανε ένα ζεστό ντους.

Έπειτα στεκόταν πολλή ώρα μπροστά στον καθρέφτη.

Η όψη της σταματημένη μες τον χρόνο.

Χτένιζε τα κατάμαυρα μαλλιά της κι έβλεπε τις κροταφογναθικές αρθρώσεις της.

«Οι μικρορήξεις είναι δυνατόν να προκαλέσουν μεγάλο πόνο», έτσι είπε ο ειδικός.

Κοίταζε το είδωλό της στο κάτοπτρο.

Δεν έκανε καμία κίνηση, ένα νεύμα, μία αλλαγή της έκφρασης.

Μόνο εκείνος ο σπαραγμός φαινόταν ολοκάθαρα τους τελευταίους μήνες.

Μια κάποια ποιότητα χαράς μέσα στην νύχτα

Βγαίνω πάντα μετά τις έντεκα το βράδυ. Εκείνη την ώρα λιγοστεύουν οι περιπατητές και οι αθλούμενοι στο γήπεδο της γειτονιάς. Οι λίγοι προβολείς φωτίζουν το ταρτάν. Μέσα στο μισοσκόταδο βλέπω ανθρώπους με τα αθλητικά τους ρούχα, ιδρωμένα πρόσωπα, εύσωμες γυναίκες μέσα στα κολάν και άντρες ευτραφείς, που ονειρεύονται ένα λιπόσαρκο σώμα που θέλει ν΄αγαπηθεί πολύ. Σκιές σωμάτων που γυρνάνε σαν μπίλιες σε μια τεράστια ρουλέτα και ποντάρουν σε μια καλή ζαριά. Τον τελευταίο καιρό βλέπω ανθρώπους που πενηνταρίζουν να κυνηγούν εκείνο το σφριγηλό σώμα, που τους είχε προσπεράσει εδώ και χρόνια, αφού αυτό παραδιδόταν ανελέητα σε οικογενειακά γλέντια και αλκοολικά ξενύχτια. 

«Νίκο, κόβεις μαχαίρι το κάπνισμα και τους καφέδες, τα λίπη και το αλκοόλ και αρχίζεις να γυμνάζεις το σώμα σου. Η πίεση σου είναι πολύ ψηλή. Δεν αστειευόμαστε μ΄αυτά, ειδικά τώρα που κλείνεις τα πενήντα». Την ώρα που ο γιατρός τελείωνε την πρόταση της καταδίκης μου, αντιλήφθηκα πως σε λίγους μήνες γίνομαι μισό αιώνα άνθρωπος. Από τότε που με θυμάμαι βαριόμουν τη γυμναστική. “Έλα ρε για μπάσκετ το απόγευμα”, φώναζαν οι κολλητοί, μα εγώ δεν σήκωνα κεφάλι από τα κόμικς ή την οθόνη του υπολογιστή. Άρχισα το κάπνισμα στην εφηβεία, το αλκοόλ σαν φοιτητής. Μια σχέση πάθους που κρατάει ακόμη.  Μετά τις σπουδές βουλιάζω σε λογιστικά γραφεία, πάνω από χαρτιά, αριθμούς και εξισώσεις. Δωδεκάωρα δουλειάς, πολλά ξενύχτια, ακόμα πιο πολλά τσιγάρα και λίγος ύπνος. Κι αυτός σ΄ένα κρεβάτι αδειανό, αφού η μια ή άλλη σχέση δεν οδήγησε ποτέ σε μια καλή εξίσωση, σε μια δήθεν ευτυχία.

Αρχίζω γρήγορο βηματισμό γύρω από το γήπεδο. Με προσπερνάει ένα ζευγάρι φοιτητών μ΄εκείνη την ασφάλεια της νιότης που η ζωή τους το επιτρέπει. Εκείνος της ψυθυρίζει κάτι στ΄ αυτί και  εκείνη τον αγκαλιάζει τρυφερά. Δύο ολοζώντανα σώματα που γεννούν τον πόθο και τον φθόνο. Ξεκινώ να τρέχω με την ψευδαίσθηση των αντοχών που κουβαλώ. Μετά τον πρώτο γύρο αρχίζει το ασθματικό λαχάνιασμα. Το αγνοώ, πιστός στο στοίχημα με τον εαυτό μου.  Στον δεύτερο γύρο το οξυγόνο παλεύει με την πίσσα  σ΄ ένα  άνισο αγώνα  με τα πνευμόνια ενός καπνιστή μετά από χρόνια εξάρτησης.  Συνεχίζω να τρέχω προσπερνώντας τους φοιτητές που χαμογελούν με καλοσύνη και συμπάθεια. Τους χαιρετώ με την κρυφή χαρά της νίκης σαν αθλήτης που έκοψε το νήμα της πρωτιάς. Μετά τον τρίτο γύρο ξαπλώνω σ΄ένα πάγκο. Ζαλισμένος, ιδρωμένος, καταπονεμένος  μα χαρούμενος για τον θρίαμβο της βραδιάς.

Περασμένα μεσάνυχτα κι ετοιμάζομαι για την επιστροφή.  Το ζευγάρι των φοιτητών οδεύει αγκαλιασμένο προς την έξοδο του γηπέδου. Θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση του αγοριού τώρα πια. Δεμένοι και οξυγονωμένοι, δυο φιγούρες λαμπέρες που οργώνουν την νύχτα ευτυχείς και ανέμελοι. ‘Ορθιος και χαμογελαστός  σκουπίζω τον ιδρώτα μου καθώς οι προβολείς του γηπέδου κατεβάζουν τους διακόπτες τους.