Χριστούγεννα

Ο κουραμπιές που διαλύεται στην πρώτη δαγκωματιά.

Τα άδεια πιάτα και τα γεμάτα στομάχια.

Ένας γεμάτος νεροχύτης κι ένας λεκές στο φόρεμα.

Χαρτί περιτυλίγματος και κόκκινες μπάλες.

Άγια Νύχτα και κάλαντα.

Ave Maria κι Ορατόρια.

Μια λαχτάρα κι ένας αποχαιρετισμός.

Μια πλάνη, μια ψευδαίσθηση πως είμαστε μαζί,

πως ακόμη μπορούμε να συνυπάρχουμε.

Τα ταξίδια που δεν κάναμε.

Πόσο χρόνο έχεις ακόμη.

Τι αγαπάς, τι ξεχνάς και τι θυμάσαι.

Βάσανο η μνήμη.

Ευτυχία η στιγμή.

Στο πατρικό

Στο πατρικό σε περιμένουν (ή και ίσως όχι πια) οι φωνές των ανθρώπων που σε μεγάλωσαν, σε μάλωσαν, σ’αγκαλιασαν, σε φίλησαν. Σε περιμένουν κι εκείνες οι γωνίες και τα πράγματα που μικρός ίσως αγνοούσες, μα τώρα μεγαλώνοντας προσέχεις όλο και πιο πολύ γνωρίζοντας πόσο φθαρτοι και περαστικοί είμαστε σε όλα.

Ο Βασίλης

Η χριστουγεννιάτικη μπάλα με τ’ ασημένια και τα κόκκινα γκλίτερ στιφογυρνάει σαν σβούρα στο κρύο μάρμαρο. «Εκτός από την μπάλα σου ‘φερα κι ένα χρυσό κασκόλ. Απο ‘κείνα τα μάλλινα με τα φτερά που σου άρεσαν να φοράς. Γκλίτερ και χρυσό. Όλα όσα αγαπούσες». Μιλούσα για πολλή ώρα, μα τα μάτια στη φωτογραφία με κοιτούσαν παγωμένα.

***

«Έλα Ελσάκι μου! Πάμε να πάρουμε κάστανα μέχρι να τελειώσει η Λένα το χάζεμα», μου ’λεγε ο Βασίλης δίνοντάς μου ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο. Πάντα παίρναμε κάστανα από εκείνον τον παππούλη στην Πλατεία Ειρήνης που μας τα έδινε στο χωνάκι μαζί με τις ευχές του.

Αρχές του ’90 ήμασταν ακόμη φοιτητές στο Πολυτεχνείο, όταν είχαμε καθιερώσει μέσα Δεκεμβρίου τη βόλτα στο χριστουγεννιάτικο κέντρο της Αθήνας. Γύρω στις δέκα το πρωί μπαίναμε στο λεωφορείο από την Ιπποκράτους για να κατεβούμε στην Ακαδημίας και μετά ξεκινούσε ο ποδαρόδρομος. Εγώ, η Λένα και ο Βασίλης, νησιώτες και οι τρεις από διαφορετικούς τόπους βρεθήκαμε στο ίδιο Πανεπιστήμιο και γίναμε αμέσως κολλητοί.

Θυμάμαι τη Λένα στο λεωφορείο να βγάζει πάντα ένα μανταρίνι από την τσάντα της και να μπήγει τα δάχτυλα της στη σάρκα του για να το ξεφλουδίσει. Όταν την κοιτούσα με το ύφος «γιατί το κάνεις αυτό;» έλεγε πάντα δυνατά «για να μυρίσει λίγο όμορφα εδώ μέσα. Θες ένα για να ξυπνήσεις;» Δεν ήμουν καθόλου ομιλητική τα πρωινά και οι άλλοι δυο με πείραζαν ασταμάτητα μέχρι να εκνευριστώ για να σωπάσουν.

Ο Βασίλης κολλούσε το πρόσωπό του στο τζάμι και μας σιγοψιθύριζε ιστορίες που έφτιαχνε από το αχνισμένο παράθυρο: «στα βιβλιοπωλεία κρύβονται πίσω από τα ράφια οι συγγραφείς –περίεργοι τύποι– και ρίχνουν κλεφτές ματιές στον κόσμο διερωτώμενοι αν οι πελάτες αγοράζουν τα βιβλία τους. Βάζουν στοιχήματα μεταξύ τους, ποιού το βιβλίο θα πουλήσει καλύτερα και βγάζουν κραυγές υστερίας κάθε φορά που κάποιος κρατά στα χέρια του το δικό τους. Τι ψώνια! Ρε κορίτσια, αυτός ο νόστιμος δικηγόρος με τη γραβάτα και το κουστούμι σίγουρα θα ’θελε τώρα να φοράει πυτζάμες και παντόφλες με ταράνδους και να χοροπηδά στον καναπέ του σπιτιού του».

«Μου λείπουν οι ιστορίες του λεωφορείου, Βασίλη. Μόνο εσύ σκαρφιζόσουν τέτοια τρελά σενάρια. Κι εγώ σου ’λεγα συχνά πως ο κινηματογράφος χάνει ένα μεγάλο ταλέντο. Τότε εσύ μου ‘κλεινες το στόμα με το δάχτυλο και συνέχιζες να μιλάς ασταμάτητα. Μου λείπουν τα ξενύχτια, τα σινεμά και οι κουβέντες μας στα σκαλιά της πολυκατοικίας σου». Και η χριστουγεννιάτικη μπάλα γυρνάει ξανά σαν σβούρα πάνω στο άσπρο μάρμαρο αφήνοντας μικρά γκλίτερ δεξιά κι αριστερά.

Τότε άκουγα τη Λένα και τον Βασίλη να μουρμουρίζουν μέχρι να φτάσουμε στο τέρμα της γραμμής. Άσε που με εκνεύριζε η κίνηση στους δρόμους, που γινόταν ακόμη πιο αφόρητη λόγω των ημερών. Μόλις κατεβαίναμε από το λεωφορείο, η Λένα μάς έφτιαχνε τα κασκόλ με μητρική φροντίδα και ξεκινούσε τον τρελό βηματισμό της. «Μην καθυστερείτε, βρε παιδιά. Να προλάβουμε να ψωνίσουμε πριν πλακώσει ο πολύς κόσμος». Κι εμείς χασκογελούσαμε μαζί της. Μόνο όταν η Λένα έβλεπε μια μάνα να κάθεται στο πεζοδρόμιο και να κρατάει στην αγκαλιά το παιδί της, σταματούσε κι έπαιρνε βαριά ανάσα αφήνοντας λίγες δραχμές στο πλαστικό ποτήρι που είχε στο λερωμένο χέρι της.

Η βόλτα μας διαρκούσε ώρες κι ο κάθενας απ΄τους τρεις μας έψαχνε για τα δικά του χριστουγεννιάτικα στολίδια και τα δώρα για εκείνους που μας περίμεναν να επιστρέψουμε στο πατρικό μας τις ημέρες των γιορτών. Ο Βασίλης τρελαινόταν με τα γυαλιστερά κι έντονα χρώματα στα ρούχα κι έμοιαζε τόσο χαρούμενος κι ευτυχισμένος όταν τα δοκίμαζε. Λάτρευε τα αδέσποτα γατιά, τα ζεστά κάστανα και τα Χριστούγεννα. Έβαφε συχνά το πρόσωπό του με χρυσαφιά και ασημένια γκλίτερ κι αγαπούσε τα αγόρια, κάτι που δεν άρεσε ποτέ στους γονείς του. Δεν ντρεπόταν γι’ αυτό που ήταν, μα φοβόταν πως οι άλλοι δεν άντεχαν τη δική του πολύχρωμη χαρά. Ένα ψηλό και καχεκτικό αγόρι με ξανθά μαλλιά, έκρυβε πίσω από το λαμπερό του χαμόγελο μια λύπη για εκείνο το άλλο αγόρι με το ΗΙV που δεν του είπε ποτέ όλη την αλήθεια.

«Ελσάκι, θα μ΄αγαπάς εσύ όταν οι δικοί μου σταματήσουν να το κάνουν; Ακόμα και τώρα με το ΗΙV μου; Όταν θα γίνεις μεγάλη αρχιτέκτονας θα με αφήνεις να βάζω άπειρη λάμψη στα χαλιά και τις κουρτίνες των σπιτιών σου;», με ρωτούσε με παιδική αφέλεια όταν καταλήγαμε να πίνουμε μετά τη βόλτα μας σε κάποιο μπαρ κάπου στα Εξάρχεια. Εκεί μιλούσαμε για τις λαχτάρες και τους έρωτές μας, την πίστη και την απιστία, την προδοσία και το θάρρος όλων εκείνων που αποτελούσαν τον μικρόκοσμό μας.

***

«Είναι μέσα Δεκεμβρίου Βασίλη και χθες κατέβηκα στο κέντρο. Η Λένα περιμένει το δεύτερό της παιδί και δεν κατάφερε να ‘ρθει μαζί μου. Σου πήρα και κάστανα. Ο παππούλης δεν είναι πια στην Πλατεία Ειρήνης. Τις προάλλες βρήκα ένα μικρό γατί έξω απ’ το γραφείο μου. Το πήρα στο σπίτι. Το έβαλα να κοιμάται σ΄ένα πολύχρωμο χαλάκι στο σαλόνι. Είμαι σίγουρη πως θα το λάτρευες. Μου λείπεις πολύ».

Άρχισε να νυχτώνει όταν έφυγα από το νεκροταφείο. Στην ταφόπλακα άφησα την χριστουγεννιάτικη μπάλα, τα κάστανα, το κασκόλ και τη φωτογραφία του Βασίλη. Όλοι οι δρόμοι ήταν στολισμένοι με χρυσά κι ασημένια φώτα κι ο κόσμος περπατούσε με ένα αίσθημα ευφροσύνης.

Γενναίες κουβέντες

Οι γενναίες κουβέντες φαίνονται όχι στο «όλα θα πάνε καλά», αλλά στο «είμαι εδώ κι ας μην πάνε όλα καλά». Τίποτα δεν μας ανήκει από τους άλλους. Ανήκουμε στους άλλους ως εκεί που φτάνει η έγνοια μας για αυτούς. Και η έγνοια φαίνεται στις λέξεις και τις πράξεις. Όχι στη σιωπή.

Κόμπος στο λαιμό

Όταν έμαθε για τον καρκίνο έκλεισε τα μάτια για λίγα λεπτά.

Έπειτα έβαλε πλυντήριο ξανά και ξανά.

Κρέμασε την μπουγάδα έξω στην λιακάδα.

Όλα τα χρώματα μαζί.  Όλα καθαρά.

Μαγείρεψε, έραψε τα κουμπιά, πότισε τις γλάστρες.

Αγόρασε από το ζαχαροπλαστείο μια πάστα σοκολάτας.

Κάθε κουταλιά κι ένα δάκρυ.

Τα δάκρυα της ήταν αλμυρά.

Ευτυχώς, γιατί είχε λιγώσει από τη σοκολάτα.

Έπειτα κάθισε στο σαλόνι.

Άγγιξε την πληγή της στο λαιμό.

Της φάνηκε μικρή.

Στο ραδιόφωνο ακουγόταν το δεύτερο βαλς του Σοστακόβιτς.

 

 

 

Το αρτζιδομάντριν*

«Φόρε τ’αρτζιδομάντριν σου»
λαλεί η μανά του γιου της.
«τζαι μάντρωνέ τα όσον μπορείς
να μεν με λάμνουν* οι έννοιες.
Τζαι που να φύεις που δαμαί
κάμε της τζεφαλής σου.
Αμμά’ ξερε οι παλλικαρκιές
μαράζια φέρνουν πάλαι.
Γι’ αυτόν κοπέλιν μου μιτσίν,
τ’αρτζιδομάντριν φόρα.
Ξέρω εννα σκανταλιστείς.
Μα έσσι’ έννοιαν μεν ημπλέξεις».

-ατζιδομάτριν: το σώβρακο στα καρπασίτικα
-λάμνουν: με κατατρέχουν