Οι γονείς μας

Δεν ζούμε πια μαζί. Μας χωρίζουν ίσως θάλασσες, βουνά, πολλά χιλιόμετρα. Τους βλέπουμε δύο-τρεις φορές τον χρόνο. Βλέποντάς τους γονείς μας να μεγαλώνουν και να γερνάνε αντιλαμβάνομαι πόσο σπουδαία είναι η μικρή ή μεγαλύτερη κουβέντα μαζί τους, η αγκαλιά, το γέλιο, το ξεδίπλωμα των βαρών και των χαρών που κουβαλάμε κι ας είμαστε και μεις πια μεγάλοι, αλλά δεν θα πάψουμε ποτέ να είμαστε τα παιδιά τους. Και η επιστροφή κοντά τους θα είναι πάντα γλυκόπικρη, αλλά θα είναι ακόμη μια σημαντική σύναξη μνήμης.

Η αυγολέμονη

«Αν φτιάξεις σούπα αυγολέμονη» θα έρθω», έλεγε και ξανάλεγε όσες φορές την παρακαλούσα να ρθει στο σπίτι μας αυτές τις γιορτινές μέρες. Έμενε σ΄ένα σπίτι στον προσφυγικό συνοικισμό και παρά τα ογδόντα κάτι χρόνια της έκανε μόνη όλες τις δουλειές που αυτή ήθελε να κάνει: μαγείρευε, έπλενε πιάτα και τα ρούχα που φορούσε, όλα μαύρα από τότε που έχασε τον άντρα της, φρόντιζε τα λουλούδια της, μα πιο πολύ αυτές τις δύο πορτοκαλιές και την λεμονιά στην αυλή της.

«Πάρε όσα λεμόνια θες, παιδί μου, είναι φορτωμένη δεν την βλέπεις;» μου έλεγε κάθε φορά που την προσκαλούσα στο σπίτι μας τα Χριστούγεννα για το γιορτινό τραπέζι. Δεν ήθελε να ξεβολευτεί από τον μικρόκοσμό της. «Μια χαρά είμαι και δω. Εσείς είστε πολλοί και τα μικρά φωνάζουν, τρέχουν από δω και από κει κι εγώ έμαθα στην ησυχία μου. Να βγεις στον κήπο να μαζέψεις πορτοκάλια και να φτιάξεις και μια πορτοκαλόπιτα για επιδόρπιο. Είναι πολύ γλυκά τα πορτοκάλια μου φέτος που έβρεξε πολύ».

Μιλούσε για τα φρούτα της σαν να μιλούσε για τα παιδιά που ποτέ δεν έκανε. Μετά τον πόλεμο έμεινε άνεργος ο άντρας της, ήρθε και η βαριά κατάθλιψη και δεν χωρούσε πια καμιά επιθυμία για παιδιά και έγνοιες περιττές. Και κάθε φορά που μαράζωνε εκείνη, έβγαινε στην αυλή και καμάρωνε τα φορτωμένα με καρπούς δέντρα της.

Φέτος μετά την εκκλησία, έβαλα λίγη αυγολέμονη σε μια κατσαρόλα και της την πήγα. Όταν κτύπησα το κουδούνι μια γειτόνισσα μου άνοιξε την πόρτα. «Η θεία σας είναι πολύ άρρωστη εδώ και λίγες μέρες. Ήθελα να σας ειδοποιήσω, αλλά δεν έβρισκα το νούμερο του τηλεφώνου σας», μου είπε γλυκά η γυναίκα, της οποίας ούτε το όνομα δεν γνώριζα.

Πήγα στο υπνοδωμάτιό της και νόμιζα που κοιμόταν όταν είδα τα μάτια της κλειστά. «Θεία σου έφερα λίγη αυγολέμονη να φας. Και μετά θα πάμε στο σπίτι, να μείνεις λίγες μέρες μαζί μας», της ψιθύρισα. Δεν απάντησε. Έμεινε εκεί με τα μάτια της κλειστά. Κάθησα δίπλα της για πολλή ώρα κρατώντας το χέρι της. Και η αυγολέμονη είχε ήδη κρυώσει στον πάγκο της κουζίνας.

Χριστουγεννιάτικη βόλτα

Όταν ήμουν μικρή με πήγαινε πάντα με το λεωφορείο στο κέντρο της πόλης για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια. Θυμάμαι κολλούσα το πρόσωπό μου στο τζάμι και κοιτούσα τους ανθρώπους και τις ζωές τους έξω απ’ το αχνισμένο παράθυρο. Βαριόμουν εύκολα τότε και προσπαθούσα να τα κάνω όλα παιχνίδι για να μην βαριέμαι. Έβλεπα τα βιβλιοπωλεία και φανταζόμουν τους συγγραφείς κρυμμένους πίσω από τις βιβλιοθήκες να γράφουν ατελείωτα με τους κονδυλοφόρους. Στα μικρά μαγαζία με τα παιχνίδια έβαζα έξυπνα αγόρια να ενώνουν κομμάτια φτιάχνοντας ουρανοξύστες. Όταν περνούσαμε έξω από τα Δικαστήρια στην Ευελπίδων έβλεπα τους κουστουμαρισμένους δικηγόρους κι αναρωτιόμουν αν τους σφίγγουν οι γραβάτες και τα παπούτσια τους.

Μόλις κατεβαίναμε στην στάση μ’ έπιανε σφιχτά από το χέρι, μου έφτιαχνε τον σκουφί στο κεφάλι και μου ΄δινε ένα ζεστό φιλί στο παγωμένο μου μάγουλο. Αγαπούσα αυτό το φιλί περισσότερο και από τις χριστουγεννιάτικες βόλτες μας. Ποτέ η βόλτα μας δεν έμοιαζε με βόλτα, γιατί περπατούσε σε γοργούς ρυθμούς. Όταν σταματούσε σε βιτρίνα, χαλάρωνε το χέρι της, στροβιλιζόμουν τότε γύρω από τον ευατό μου και της ζητούσα να μου πάρει κάστανα. «Όχι τώρα, μόλις τελειώσουμε τα ψώνια», μου απαντούσε κοφτά και κοιτούσε μέσα στο τζάμι της βιτρίνας. Δεν μ΄ένοιζε ποτέ τι έψαχνε. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι βιτρίνες. Περίμενα μόνο να σταματήσουμε στον καστανά. Τότε μόνο είχα την ψευδαίσθηση πως είμαστε μαζί.

Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα μπήκαμε σ΄ένα υπερκατάστημα της πόλης. Εγώ χάζευα τα παιχνίδια κι αυτή έμεινε ακίνητη μπροστά στο στολισμένο δέντρο. Κοιτούσε πολλή ώρα το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ώσπου στο κέντρο μιας μεγάλης γυαλιστερής μπάλας, είδε να καθρεφτίζεται ο χρόνος που την κυνηγούσε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο χρόνος της ήταν τόσο πολύ σημαντικός έτσι ώστε να ξεχνά δικά μου σημαντικά. Ήμουν τελειόφοιτη στο Γυμνάσιο όταν «έφυγε».

Μια από αυτές τις μέρες θα περάσω να της αφήσω κάστανα. Τα αγαπούσε όσο κι εγώ.

Ακόμα ανθίζει

Κάποτε είχα μια γλάστρα που μαράθηκε και μια λάμπα που έσπασε κι ένα βιβλίο που δάνεισα και δεν το πήρα πίσω ποτέ ξανά. Όλα δώρα φίλων που «έφυγαν» και πίσω έμειναν τα γιατί και τα διότι αναπάντητα. Όσα άντεξαν στον χρόνο έχουν μια ομορφιά που ποτέ δεν το βάζει κάτω.

Τα χέρια της

Τα χέρια που αγάπησα  πιο πολύ είναι τα δικά της. Από παιδί μου άρεσε να τα παρακολουθώ. Να υφαίνουν κουρελούδες στον αργαλειό και να μπλέκουν καλάθια. Να φυτεύουν καρπούς και να λασπώνονται στον κήπο. Να τα βλέπω να κουνιούνται πέρα- δώθε με σβελτάδα. Να σμίγουν υλικά και να βουτούν σε ζύμες. Να γίνονται γροθιές και να πλάθουν. Ν΄ακονίζουν μαχαίρια και να τα βάζουν στη θέση τους. Τα χέρια που αγαπώ πολύ είναι αυτά της γιαγιάς μου.

Η Κλεονίκη, η μητέρα της μητέρας μου, η γιαγιά μου γέννησε πέντε κόρες και δύο γιούς. Ο ένας  πέθανε μικρός από αρρώστια κι ο άλλος αγνοείται μέχρι σήμερα μετά την εισβολή του ‘74. Τότε έμεινε εκούσια εγκλωβισμένη στο χωριό της  περιμένοντας τον ίσως να γυρίσει και τρία χρόνια μετά το κακό  κουβάλησε ό, τι της επέτρεψαν να φέρει στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Μαζί της και ο παππούς σ΄ένα αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνος, κτυπημένος από εγκεφαλικό δεν μιλούσε, ούτε περπατούσε. Κοιτούσε κι έψαχνε συνέχεια τη γιαγιά. Κι αυτή τον κοιτούσε ασταμάτητα: τον φρόντιζε, του μαγείρευε, τον τάιζε, τον έλουζε, τον έντυνε και ξάπλωνε στο κρεβάτι πάντα μαζί του. Για μια ζωή. Εκείνος εφύγε πρώτος. Εκείνη έμεινε για αρκετά χρόνια ακόμα. Και της έλειπε ο παππούς  όπως και ο γιος της, το σπίτι, το χώμα και οι ρίζες της.

Αρχές της δεκαετίας του ΄80 εγώ μικρό παιδί με θυμάμαι να περνάω συχνά τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι της στον προσφυγικό συνοικισμό. Με ήλιους και βροχές η Κλεονίκη ήταν έξω στην αυλή της. Είτε να ξεχορταριάζει, είτε να τσαπίζει το χώμα κάτω από τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές της. Τους συμπεριφερόταν σαν να είναι κι αυτά παιδιά της. Όταν πάγωναν από το κρύο, πάγωνε κι η ίδια. Όταν ξεπρόβαλλε ο ήλιος, έλαμπε το πρόσωπό της κοιτάζοντάς τα. Τους μιλούσε και τους σιγοτραγουδούσε καθώς τα πότιζε. Κι εγώ σε μια γωνιά την θαύμαζα κι απορούσα με την τόση αγάπη που τους έδειχνε.

Μια χειμωνιάτικη μέρα έβγαζε απ΄τη νωτισμένη γη τ΄αγριόχορτα με τις ρίζες τους, κράταγε στο χέρι το χώμα και το σκόρπιζε σαν χρυσόσκονη στη γη. «Γιαγιά, γιατί αγαπάς τόσο πολύ το χώμα; Δεν λυπάσαι τα χέρια σου που έχουν σκληρύνει  με τόσα σκαλίσματα;», την ρώτησα με μια παιδική αφέλεια. « Όταν έφυγα από το χωριό, παιδί μου, αυτοί που έμειναν πίσω μού έλεγαν να πάρω μαζί μου λίγο χώμα. Τι να κάνω το χώμα;  Να το πάρω ως αναμνηστικό της γης μου, της  πατρίδας μου; Τις ρίζες μου τις κουβαλώ όπου και αν πάω. Το χώμα και η λάσπη, παιδί μου, δε θα λείψει από τον κόσμο ποτέ.» μου είπε κρατώντας τις λασπωμένες ρίζες στα χέρια της. «’Αντε πάμε να πλυθούμε και ν΄ανοίξουμε φύλλο για πίτα.», μου φώναξε για να πάρει την θλίψη της αλλού.

Και από τα αγριόχορτα του κήπου βρισκόμασταν στα σπανάκια  της πίτας της.  Η πιο δυνατή εικόνα που έχω είναι τα αλευρωμένα χέρια της να ζυμώνουν, να διπλώνουν και ν΄αφήνουν τη ζύμη στην άκρη να ξεκουραστεί. Τα μακριά δάχτυλα της με τους ρόζους και οι φλέβες που διαγράφονται ξεκάθαρα στην επιφάνειά τους με μάγευαν πάντα.

Και από τις πίτες και τον κήπο  της Κλεονίκης βρέθηκα φοιτήτρια στην Αθήνα σ΄ένα μικρό δυάρι με μπαλκόνι. Για ένα πράγμα ήμουν σχεδόν σίγουρη. Ότι θα μαγειρεύω και θα έχω φυτά στο σπίτι μου. Και σ΄εκείνο το δυάρι και στις εκάστοτε κουζίνες έφαγαν οι άνθρωποι της ζωής μου. Οι έρωτες και οι φίλοι, τ΄αδέλφια και οι γνωστοί. Όσους πέρασαν από τη ζωή μου τους τάισα. Και αν δεν τους τάισα ήταν απλά περαστικοί. Και τις ρίζες μου τις κουβάλησα παντού, όπου κι αν έχω ζήσει.

Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που σταμάτησε η καρδιά της γιαγιάς. Δεν πρόλαβα την κηδεία. Έλειπα στο εξωτερικό. Στο μυαλό μου την έχω πάντα ακούραστη και ζωντανή. Και τα χέρια της τόπος που ησύχαζα την όποια πείνα μου. Κι αν κάποτε φεύγει από το μυαλό μου, τα τελευταία κομμάτια που μένουν είναι τα χέρια της.