Χριστουγεννιάτικη ιστορία στο Φιλελεύθερο

Το μήνυμα του Χρήστου

«Κοιμάσαι ακόμη; Ξύπνα παιδί μου. Ο Χρήστος μας…».
Θα ήταν γύρω στις οκτώ το πρωί, όταν πήρε η μάνα μου τηλέφωνο απ’ τα Γιάννενα. Παραμονή Χριστουγέννων, και η κολλητή μου είχε κάνει πάρτι το προηγούμενο βράδυ, -έτσι το ξενύχτι με έφερε σπίτι τις πρωινές ώρες. Δεν ήθελα να φορέσω κράνος φεύγοντας από το πάρτι. Μ’ άρεσε ο παγωμένος αέρας στο πρόσωπο και στα μαλλιά, καθώς έτρεχε η μηχανή στην Βασιλίσσης Σοφίας. Μια ξαφνική μπόρα μ’ έκανε να σταματήσω στη διασταύρωση με τη Φειδιππίδου. Ένα ασθενοφόρο, με τη σειρήνα να μου τρυπάει τ’ αφτιά πέρασε μπροστά μου, όσο περίμενα να κοπάσει η μπόρα. Δεν έδωσα σημασία, αφού προσπαθούσα να βρω καταφύγιο απ’ τη βροχή.
Στην αρχή χάζεψα για λίγο τα καταστήματα της γιορτινής Αθήνας, κλειστά, αλλά στολισμένα και φωτεινά. Μετά, θυμάμαι, άνοιξα το κινητό μου, για να διαβάσω το μήνυμα του Χρήστου, που είχα λάβει νωρίτερα εκείνο το βράδυ. «Ρε Γιάννη, κοίτα τι βρήκα στο πατρικό μου. Οι δυo μας ντυμένοι Αη Βασίληδες, κάτω από το δέντρο με τα δώρα στο χέρι. Σε περιμένω ν’ ανέβεις πάνω την Πρωτοχρονιά. Να σου γνωρίσω το νέο αμόρε. Τώρα φεύγω για το γνωστό μας στέκι. Θα κεράσω τα παιδιά ρε, για την γιορτή μου. Μόνο εσύ λείπεις». Έβλεπα τη φωτογραφία που μου έστειλε στο κινητό. Πρέπει να ήμασταν γύρω στα έξι-εφτά, στο σπίτι της θείας μου. Από το νηπιαγωγείο μαζί, πρωτοξάδελφα, μεγαλώσαμε σαν αδέλφια. Χαμογελούσα, κοιτάζοντάς μας πιτσιρίκια στη φωτογραφία· μια ζωή λίγο δική μας, λίγο ξένη, δυό παιδιά αφράτα κι ανέμελα, τότε που το living was easy. Όλα τα χρόνια μαζί, στην ίδια τάξη στο σχολείο μέχρι το τέλος του Λυκείου. Εγώ μπήκα στο Πολυτεχνείο στην Αθήνα, εκείνος δεν τα κατάφερε, αλλά δεν τον ένοιαξε διόλου. Είχε μανία με τις μηχανές, τα αυτοκίνητα και τις γυναίκες. Έπιασε δουλειά σε ένα συνεργείο. Του άρεσε να ξηλώνει τις μηχανές των αυτοκινήτων, ν’ αλλάζει λάδια, φίλτρα, μπουζί, δούλευε σκληρά ώρες ατελείωτες, δεν έβαζε φρένο στο ωράριό του. Το πρόσωπο και τα χέρια του μαύριζαν μες στις μηχανές. Συχνά τον πείραζα, κι εκείνος απαντούσε «Γιαννάκη, άλλοι για τα Πολυτεχνεία και άλλοι για τα συνεργεία».
Στο μεταξύ, η βροχή είχε σταματήσει, δεν πρόλαβα ν’ απαντήσω στο μήνυμα του Χρήστου, σκέφτηκα να του στείλω ανήμερα των Χριστουγέννων με τις ευχές μου. Ανέβηκα στην μηχανή κι έτρεχα στη λεωφόρο Κηφισίας για να φτάσω όσο γίνεται πιο γρήγορα στο σπίτι. Περιπολικά δεν είδα πουθενά. Πέρασα ξυστά από μια άλλη μηχανή που ερχόταν απ’ την Πανόρμου. Άκουσα ένα απότομο φρενάρισμα. Δεν έδωσα την παραμικρή σημασία, παρα μόνο πάτησα γκάζι. Όταν είσαι είκοσι πέντε χρονών δεν έχεις όριο στην ταχύτητα. Περνάς τα κόκκινα φανάρια, κοιτάς τον θάνατο κατάματα και τον αφήνεις πίσω σου. Λες πως έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου και τη ζεις στο κόκκινο.
«Ο Χρήστος μας, παιδί μου… χτύπησε τα ξημερώματα με την μηχανή. Κάποιος πέρασε με κόκκινο και του έκοψε το δρόμο. Γιάννη μου ξύπνα,… ο Χρήστος μας είναι πολύ άσχημα». Δεν είχα καταλάβει ακριβώς, αν όλο αυτό συνέβαινε πραγματικά ή αν το ονειρευόμουν.

Στον κάδο των απορριμάτων

«Κάτι εξέχει από τον πράσινο κάδο των απορριμάτων», σκέφτηκε και σταμάτησε την πορεία που έκανε κάθε βράδυ από τον συγκεκριμένο δρόμο. Ακούστηκε το απότομο φρενάρισμα από το ποδήλατο κι έπειτα φάνηκε η σκιά ενός σώματος με κίτρινα αθλητικά παπούτσια που φωσφόριζαν, η θερμοκρασία ήταν κάπου στους πέντε βαθμούς, Δεκέμβριος μήνας και το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλά σου, ο δρόμος ήταν υγρός, τα φωσφοριζέ παπούτσια προχωρούσαν τώρα στο πεζοδρόμιο και το ποδήλατο ήταν ακουμπισμένο έξω από το μπάρ σ΄εκείνο το στενό της πόλης, ένας ήχος σαξόφωνου και μια μπάσα γυναικεία φωνή ακουγόταν, “Speaklow, darling, speaklow, loveisaspark, lostinthedarktoosoon, toosoon” και εκείνη τη στιγμή περνούσε έξω από το μπαρ ένα νεαρό ζευγάρι,  έμοιαζαν γύρω στα εικοσιπέντε, φορούσαν σκούφο και είχαν σακίδια στις πλάτες τους κρατώντας χέρια, ή μάλλον το μικρό δακτυλάκι ο ένας του άλλου, μιλούσαν και γελούσαν δυνατά, δεν φαινόταν να τους ένοιαζε καθόλου το κρύο, περπατούσαν ανέμελα και δεν πρόσεξαν αυτό που εξείχε από τον πράσινο κάδο των απορριμάτων παρά μόνο έστριψαν στη επόμενη γωνιά, χάθηκαν στο σκοτάδι, και ο ποδηλάτης περπατούσε με τα φωσφοριζέ κίτρινα παπούτσια προς τον κάδο, κοντοστάθηκε για λίγο, αφού παραπάτησε σε μια λακούβα που δεν πρόσεξε στον δρόμο, έστρεψε το κεφάλι προς τα πάνω κοιτάζοντας  αριστερά στο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου, δύο μικρά παιδιά στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, λαμπάκια κόκκινα, κίτρινα, μπλε φώτιζαν το δωματιο, οι δύο  γίνανε τέσσερις και μια γυναικεία φιγούρα- η μαμά μάλλον- κρατούσε φλυντζάνια στα χέρια που άχνιζαν, και ο ποδηλάτης έκλεισε για λίγο τα μάτια, του μύριζε κανέλα και γαρύφαλλο, αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα άγριο νιαούρισμα και μια ανοιχτόχρωμη γάτα πετάχτηκε από τον κάδο των απορριμάτων, ίσως έψαχνε να φάει, μα κάτι την έκανε να τρέξει στο απέναντι πεζοδρόμιο αλαφιασμένη και τότε μια ανθρώπινη σκιά φάνηκε δίπλα στον κάδο, φορούσε καμπαρτίνα με τη ζώνη σφιχτά δεμένη και αν ήταν μέρα θα έβλεπε κάποιος πιο ξεκάθαρα αν ήταν γυναίκα ή άντρας, αλλά ήταν περασμένες έντεκα το βράδυ και είχε ομίχλη, κι ο ποδηλάτης σταμάτησε να περπατά, γιατί μια μπλε μάσταγκ πέρασε με ταχύτητα ξυστά από δίπλα του και πάτησε απότομα φρένο εκεί στον πράσινο κάδο, και η σκιά με την καμπαρτίνα άνοιξε στα γρήγορα την πόρτα της μάσταγκ κι έπειτα χάθηκαν στο σκοτάδι, η ομίχλη έγινε ένα με τον καπνό του αυτοκινήτου και η γάτα έγλειφε τα μουστάκια της στο απέναντι πεζοδρόμιο περιμένοντας να συνεχίσει αυτό που έψαχνε στα σκουπίδια, ενώ ο ποδηλάτης πλησίασε τον κάδο των αποριμμάτων, ήταν ακριβώς εκεί που εξείχε αυτό το κάτι και τότε μια κραυγή βγήκε από το στόμα του, έμοιαζε κάτι να τον είχε παγώσει, έβγαλε τα ακουστικά από τ΄αυτιά του, έκανε δύο βήματα προς τα πίσω με τα φωσφοριζέ κίτρινά του παπούτσια κι άρχισε να φωνάζει «θέε μου, θέε μου» μα κανείς δεν τον άκουγε, ήταν μόνος στη μέση του δρόμου. Τότε ακούστηκε ένα τακούνι να πέφτει από αυτό που εξείχε από τον πράσινο κάδο των απορριμάτων και η γάτα έτρεξε προς τα ΄κει έτοιμη να συνεχίσει το δείπνο της.

Ανν Κάρσον

«Στο λογοτεχνικό της έργο, η Καναδή ποιήτρια και κλασική φιλόλογος Anne Carson επανέρχεται συχνά στα κείμενα της κλασικής γραμματείας, ελληνικής και ρωμαϊκής. Οι συνομιλίες της με τα κείμενα αυτά είναι έκκεντρες, λοξές, και μας υποχρεώνουν να αντικρίσουμε με νέα ματιά κείμενα που τα θεωρούμε γνωστά και οικεία. Ένα τέτοιο κείμενο είναι η Αντιγόνη του Σοφοκλή, την οποία η Carson «μεταφράζει», αλλά στην ουσία ξαναγράφει, στο έργο της Antigo-Nick (2012).»
.
Αυτά κι άλλα θα ακούσετε την ερχόμενη Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου, στις 7 το βράδυ, στο Πλουμιστό Ψωμί στη Λεμεσό
.
Ομιλητές:
-Βάιος Λιαπής, Καθηγητής του Αρχαίου Θεάτρου και της Πρόσληψής του στο ΑΠΚΥ
-Βάλια Τσιριγώτη, Κοινωνιολόγος- Ψυχοθεραπέυτρια
Συντονίζει η Μαρία Τζιαούρη Χίλμερ, Φιλόλογος- Συγγραφέας
.
Διοργανωτής: Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο Κέντρο Λόγου Τεχνών

Κάθε Παρασκευή

Κάθε Παρασκευή φοράω τα χρωματιστά μου φουστάνια και πηγαίνω στη δουλειά. Εκείνα με το κίτρινο του Βαγκ Γκογκ και τα μπλε του Νταλί. Στις φλέβες μου κυλάει ακόμη το κόκκινο του Ρόθκο και κάτω από το θολό μου δέρμα πνίγω τους στεναγμούς. Στην δουλειά με κοιτάνε έκθαμβοι. Πόσο χρώμα σε μια ζωντανή νεκρή;