Σαμίρ

Ήταν ξαπλωμένος όλη μέρα. Ένα παλιό κρεβάτι, ένα στρώμα με βαθουλώματα, ένα πορτατίφ κάτω στο μωσαικό και μια σπασμένη ντουλάπα ήταν όλα όσα του «ανήκαν» τον τελευταίο χρόνο σ΄εκείνη την κρύα πόλη που ζούσε.  Στις αργίες, που ήταν μετρημένες γι΄αυτόν, έμενε κλεισμένος με τις ώρες στο υπόγειο δωμάτιό του, στα έξι τετραγωνικά που του παραχώρησαν. Σηκωνόταν μόνο για ν΄ανοίξει το μικρό παράθυρο να μπει λίγο φως, λίγο οξυγόνο, να πιεί νερό, να βάλει κάτι στο στόμα του.  Και μετά πάλι ξάπλωνε. Όρεξη να βγει εξω δεν είχε. Δυσκολευόταν να μιλήσει. Και να πει τι;

Κοιτούσε μια το ταβάνι, μια τις δύο- τρεις φωτογραφίες στο τοίχο που κόλλησε με σελοτέιπ, μια τις χαρακιές στα χέρια του προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τη μνήμη του. «Σαμίρ, βάλε κι άλλο χώμα. Σαμίρ σκάψε πιο βαθιά. Σαμίρ όχι άλλο νερό. Σαμίρ πιο γρήγορα.» Η φωνή του αφεντικού ηχούσε δυνατή στ΄αυτιά του ακόμη και τις ώρες της σιωπής. «Σαμίρ, βάλε το σωσίβιο. Κολύμπα. Όχι δεν θα πνιγείς, μην φοβάσαι. Βλέπω στεριά, βλέπω πολλά σωσίβια στο νερό. Σαμίρ κολύμπα».  Η δικιά του φωνή και των άλλων, εκείνων που φύγανε μαζί  σ΄εκείνη τη βάρκα έρχονται στους εφιάλτες του. Ακόμη κι όταν είναι ξύπνιος.

 Ο Σαμίρ είχε κλείσει τα είκοσι όταν έφυγε από την πατρίδα του. Δεν είχε ξαναταξιδέψει. Ταξιδιώτης χωρίς διαβατήριο βρέθηκε να δουλεύει κηπουρός σε μία άλλη χώρα, ξένος ανάμεσα σε ξένους. Η ζωή του ήταν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Στις έξι το πρωί, αχάραγα, στις κρύες στάσεις των λεωφορείων, στις εννιά διάλειμμα για καφέ και τσιγάρο, στις δώδεκα φαί, στις τρεις καφές, στις 6 το απόγευμα πάλι σ΄ ένα άχαρο λεωφορείο ή τρένο ανάμεσα σε αμίλητους και σκυθρωπούς ανθρώπους με παγερό βλέμμα. Έτσι ήταν και ο καιρός τους περισσότερους μήνες. Στη νέα του πατρίδα κυλούσαν όλα με το ρολόι: ξύπνημα, φαί, ποτό, βροχή, λύπη, μοναξιά.

Μερικές φορές, κάποιες νύχτες που ήταν άυπνος, θυμάται τον τόπο που γεννήθηκε μωρό, τη θάλασσα που πρωτοκολύμπησε, το πικνίκ σ΄εκείνο το όμορφο δάσος, το κορίτσι με το μελαμψό δέρμα που ερωτεύτηκε. Θυμάται την μάνα του που έμεινε πίσω για να φύγει αυτός, τα μάτια της όταν τον χαιρετούσε, στεγνά χωρίς δάκρυα. Θυμάται τον κολλητό του τον Άχμετ, μαζί στο σχολείο, μαζί στη γειτονιά, μαζί στο γήπεδο, μαζί στην βάρκα.  Θυμάται τις ώρες, τα λεπτά που μετρούσανε στην φουρτουνιασμένη θάλασσα. Εκείνος δεν ήξερε να κολυμπά σαν τον Σαμίρ. Θυμάται το σωσίβιο του Άχμετ, τα παγωμένα του πόδια και τα μελανιασμένα του χείλη. Δεν θέλει πια ούτε να θυμάται, ούτε να πενθεί. Θέλει να μηδενίσει τον χρόνο.

Τους τελευταίους μήνες ο Σαμίρ μετράει τις λέξεις που έμαθε στα γερμανικά. Oktober, bier, kalt, danke. Πλησίαζε η 3η Οκτωβρίου, εθνική γιορτή των Γερμανών, ημέρα της Επανένωσης τους. Την προηγούμενη μέρα το αφεντικό του χάρισε μια συσκευασία από τοπικές μπύρες. «Αύριο είναι αργία. Δεν δουλεύουμε. Πίνουμε μόνο. Αυτές είναι για σένα», του είπε  χτυπώντας τον στο ώμο χαιδευτικά. Ο Σαμίρ έδειχνε σαστισμένος με το ξαφνικό δώρο του αφεντικού του. Δεν πρόλαβε ούτε να αρνηθεί, μα ούτε και να τον ευχαριστήσει. Τις πήρε παραμάσχαλα και περπάτησε μέχρι το δωμάτιό του. Φυσούσε ένας κρύος αέρας που του περόνιαζε τα κόκαλα. Το φθινόπωρο  όμως φάνταζε ωραίο. Τα κιτρινωπά φύλλα στα δέντρα και τη γη μίκρυναν την χλωμάδα της πόλης.

Ήταν ήδη νύχτα όταν μπήκε στο ξένο του δωμάτιο.  Έβγαλε τα παπούτσια, άνοιξε μια μπύρα, κάθησε στο πάτωμα και κάπως ξεχάστηκε.

Η πόλη βουλιάζει

«Που πήγε το σπίτι μου; Που είναι η τηλεόρασή μου; Ποιος είμαι; Που βρίσκομαι; Τι ώρα είναι;» Όλα πέρασαν στιγμιαία από το μυαλό του Απόστολου μόλις άνοιξε τα μάτια του εκείνο το βράδυ. Ήταν φθινόπωρο του ’85 και ζούσαν πια σε μια συνοικία στο κέντρο της Λευκωσίας. Αυτός και οι δύο γέροι γονείς του. Όλα ήταν αλλιώς σ΄εκείνη την πόλη. Όλα ήταν αλλιώς στη ζωή του τα τελευταία χρόνια. Όλα άλλαξαν μετά την εισβολή του ΄74 για όλους.

Ήταν περασμένες δέκα το βράδυ όταν ξύπνησε ιδρωμένος. Δεν θυμόταν πότε τον πήρε ο ύπνος. Τους τελευταίους μήνες έπασχε από αυπνίες. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, ανέσυρε στα τυφλά τις σαγιονάρες του, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και πήγε ν΄ανοίξει τις άθλιες κουρτίνες. Το δωμάτιο μύριζε κλεισούρα, αφού είχε μέρες να το αερίσει έτσι αποφάσισε ν΄ανοίξει το παράθυρο. Έξω ήταν κατασκότεινα και ψιχάλιζε. Μέσα ήταν η ώρα της κατατάθλιψής του. Αυτή όμως δεν είχε ποτέ ώρα. Καιρό τώρα είχε έρθει απρόσκλητη και έμεινε.

Πήγε στην κουζίνα, έβαλε να πιεί νερό, αφού το ουίσκι του τελείωσε πριν μέρες και κατευθύνθηκε  προς το σαλόνι. Οι γονείς του κοιμόντουσαν όπως κάθε μέρα με τις κότες. Μα κι όσο ήταν ξύπνιοι οι κουβέντες ανάμεσά τους ήταν λιγοστές, μετρημένες. Άναψε το μικρό αμπαζούρ με το λευκαρίτικο κέντημα, προικιό της μάνας του κι άνοιξε τα συρόμενα πορτάκια της Telefunken. Την είχε αγοράσει με τις οικονομίες του για να ξεχνιούνται λίγο οι γέροι του. Πάτησε το κουμπί τρία, μετά το πέντε μα τίποτα δεν του άρεσε. Στο τέλος το γύρισε στο έξι και κάθησε στον ξεθωριασμένο καναπέ.  Έπαιζε «Το μινόρε της Αυγής» και στρώθηκε να το δει. Η καφέ  Telefunken ήταν και η δική του συντροφιά τέτοιες ώρες σιωπής.

Ο Απόστολος δούλευε χρόνια στις οικοδομές. Ψηλός, μελαχρινός, γύρω στα τριάντα έδειχνε μεγαλύτερος απ΄ότι ήταν στην πραγματικότητα. Κάποιοι άνθρωποι λένε πως γεννιούνται γερασμένοι. Τις τελευταίες μέρες δεν πήγαινε δουλειά, γιατί έβρεχε καταρακτωδώς και η πόλη έμοιαζε να βουλιάζει. Το αφεντικό τους είπε πως μόλις ηρεμήσει ο καιρός έπρεπε να επιστρέψουν στη δουλειά. «Τα μεροκάμματα όμως να τα ξεχάσετε τις μέρες που βρέχει. Βούλιαξαν κι αυτά στις λάσπες», τους είπε κοφτά ο μάστρος Νεόφυτος για να τους κόψει τα «μα και μου» απ΄την αρχή.  Ο Απόστολος βλαστημούσε από την πρώτη στιγμή που βρήκε αυτή την δουλειά στα κτίσματα. Ανάθεμα την ανάγκη του να βγάλει το πενηντάλιρο τον μήνα, να ταίσει τους συνταξιούχους του γονείς και να πληρώσει αυτό το ρημάδι το σπίτι, που τους βρήκε η πολιτεία για να ζήσουν από τότε που προσφυγοποιήθηκαν. «Το νοίκι σας είναι χαμηλό κύριε Αποστόλου, βλέπετε δεν έχετε ούτε παιδιά, ούτε εγκλωβισμένους. Δεν μπορούμε στην παρούσα φάση να σας βρούμε κάτι άλλο», του τόνισε ο υπάλληλος στη Υπηρεσία Προσφύγων όταν ο Απόστολος παραπονέθηκε πως το σπίτι έβαζε νερά και είχε πιάσει μούχλα.

 Άναψε το τσιγάρο του και σηκώθηκε να δυναμώσει την φωνή της τηλεόρασης εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο Καφετζόπουλος άρχισε να παίζει μπαγλαμά και να τραγουδάει:

«Μανούλα μου αρρώστησα βαριά, ο χάροντας μ΄αγγίζει

Θυμάμαι το σπιτάκι μας και η καρδιά ραγίζει.

                          Μάνα μου τα λουλούδια μου συχνά να τα ποτίζεις.

Όπως τα δρόσιζα κι εγώ, κι εσύ να τα δροσίζεις»

 

Ο Απόστολος τίναζε αφηρημένος τις στάχτες του τσιγάρου του στο πάτωμα και μετρούσε το χρόνο με απώλειες. Πόσα σίδερα και πόσα τούβλα κουβαλούσε μες τους καύσωνες και τις καταιγίδες για να κτίσει το σπίτι τους στη Λάπηθο. Πόσες θυσίες έγιναν για να στεγάσει σ΄εκείνο το μικρό οικοπεδάκι γονείς και αδελφή. Πόσο λίγο κράτησε η χαρά του «δικού μας σπιτιού», της προσμονής για το στεφάνωμα της Χαρούλας, της μονάκριβης του αδελφής. Κι έπειτα ακολούθησαν απανωτά το ξεσπίτωμα, η προσφυγιά, ο ξενιτεμός της Χαρούλας στην Αγγλία. Όλα βούλιαξαν.

Όσο κυλούσαν οι μικρές ώρες τόσο δυνάμωνε η βροχή. Βλαστημώντας για την κακοκαιρία ο Απόστολος άνοιξε την μπαλκονόπορτα και κοίταξε βαρύς και θυμωμένος τον ουρανό. Κοιτούσε μια τον ουρανό, μια τον δρόμο που έμοιζε με λίμνη. Τότε ήταν που άκουσε το βραχνό νιαούρισμα έξω στο δρόμο. Μες την άγρια νύχτα ο ήχος που ακουγόταν δεν ήταν ένα γουργούρισμα μα ένα ισχνό παράπονο. Άνοιξε γρήγορα την εξώπορτα του σπιτιού και  με μια δρασκελιά πετάχτηκε στον δρόμο αγνοώντας την μπόρα. Μια αίσθηση  χρέους τον ανάγκασε να ψάξει το γατί που κινδύνευε. Άνοιξε το φορτηγάκι του, πήρε ένα φακό κι άρχισε να ρίχνει φως δεξιά κι αριστερά. Δεν άργησε να εντοπίσει το μικρό γκρίζο γατί που είχε σφηνωθεί σ΄έναν λάκκο του κακοφτιαγμένου πεζοδρομίου. Άφησε τον φακό παράμερα, το ξεσφήνωσε προσεκτικά από την τρύπα και ανακάθησε κρατώντας το τρυφερά στο πεζοδρόμιο. «Όλοι βουλιάζουμε στις λάσπες μικρούλη. Η χώρα βουλιάζει χρόνια τώρα. Το ίδιο και μεις».

Μ΄ένα κύμα ηρεμίας να τον κατακλύζει ο Απόστολος σηκώθηκε με το γατί αγκαλιά και πορεύτηκε μουσκεμένος προς το σπίτι.  Ήταν σίγουρος πως αύριο η βροχή θα κόπαζε.

Να δεχτείς

Να δεχτείς ότι τελειώνει κάτι.

Να δεχτείς τα ψίχουλα του ψωμιού.

Να δεχτείς τα ξεθωριαμενα ρούχα σου.

Να δεχτείς το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης.

Να δεχτείς τη ζωή.

Χαλάσματα

Στα σοκάκια της πόλης που με φιλοξενεί κοντοστέκομαι στα χαλάσματα. Κι αναρωτιέμαι πάντα πόσες ζωές δεν ζήσαμε εδώ ή στην απέναντι πλευρά, πόσες γραμμές τραβήξαμε και πόσους τοίχους ακόμη αφήνουμε ασύγγνωστα μισογκρεμισμένους.

Λεμεσός, Σεπτέμβριος 2019

Οι φίλοι μας

Στην κούραση, τον φόβο.
Στην χαρά, τη γέννηση.
Στον θάνατο, τις σιωπές.
Εκεί, πάντα εκεί.
Οι φίλοι μας,
με μιας καταιγίδας λόγια είναι εκεί.
Ενάντια σε όλα τα προγνωστικά.
Οι φίλοι μας,
παρόντες στο τότε, το τώρα και το πολύ.

Με ή ερήμην σου

Όπως τελειώνει μια σχέση που δεν θες να τελειώσει και κρατιέσαι σ΄εκείνα τα μικρά και ωραία της, ή αυτά που νόμιζες ωραία μα και αυτά τελείωσαν και πρέπει να πας παράκάτω ερήμην σου. Ν΄αποδεχτείς το τέλος του κύκλου που εκλείσε και ας μείνει κλειστός και γκρίζος ο επόμενος που ακολουθεί. Κάπως έτσι αποχαιρετάς και το καλοκαίρι, εκείνον τον καιρό που ήταν καλός και φωτεινός χωρίς σύννεφα, χωρίς σκοτάδια. Μέχρι το επόμενο. Γιατί πάντα έρχεται το επόμενο. Με ή ερήμην σου.