Καρπασίτικα κουλούρκα

Της είπα φέτος το Πάσχα θέλω να με μάθει να ζυμώνω τα Καρπασίτικα κουλούρκα. Αυτά του κατεχόμενου χωριού μας. Δεν ξέρω πότε θα φύγει, έχει περάσει τα ογδόντα. Ξυπνάω από το χάραμαν του φου, λέμε εδώ στο νησί, ζυμώνω το αλεύρι με την αναρή, το γάλα, το γαρύφαλλο, τη μαστίχα και πολύ νόστο και αφήνω το ζυμάρι να ξεκουραστεί. Έπειτα το παίρνω κι αρχίζω να το πλάθω δίνοντάς του το σχήμα των παιδικών μου χρόνων και του βάζω σισάμι. Αρχίζει να μυρίζει θύμησες από το Καρπάσι. Και ξεκινάνε πάλι οι ιστορίες των γιαγιάδων και των παππούδων που μας άφησαν πλούτο και κληρονομιά αυτά τα έθιμα ζυμωμένα με αγάπη για όσα κι όσους δεν είναι πια εδώ.

Κι εκείνη με βλέπει κι επιβλέπει αν τα κατάφερα για πρωτάρα. Και χαμογελάει, γιατί πρόλαβε και μ’ έμαθε να ζυμώνω όταν η ίδια και η μνήμη είναι ακόμη ζωντανές.

Κύπρος- Απρίλιος 2019

To τοιχάριν

Είσσιε την τύχην που ξαρκής

να σσιει στολίθκια πάνω του.

Τζαι μια κληματαρκάν ολάνθιστη

ν’ απλώνει τα κλωνιά της.

Να το κρατά στ’ αγκάλια της

Σσιειμώναν, καλοτζαίριν.

Τούντο τοιχάριν του σπιθκιού

η ομορφκιά του ούλλη.

Τζαι όσοι γυρίζουν πάνω του

θωρούν το με καμάριν.

Τζαι γιω η νοικοτζύρισσα

κορτώννω κάθε μέρα

με το τοιχάριν του σπιθκιού

απέξω που την πόρτα.

Λάνια-Κύπρος, Απρίλιος 2019

Μια χάρη σου ζητώ

Κάνε μου την χάρη να μην με κοιτάς στα μάτια.

Κάνε μου την χάρη να μην με θες πια.

Κάνε μου την χάρη να μην μου χαϊδεύεις τα μαλλιά.

Κάνε μου την χάρη να μην μ’ αγαπάς.

Άσε με να ζήσω ελεύθερα.

Χώρις χάρες.

Το ξεθώριασμα

Όπως τα ρούχα που χρόνια φοράμε,

που πλένουμε με δάκρυα και στεγνώνουμε με ήλιο.

Όπως εκείνοι που κάποτε αγαπήσαμε

και χάσαμε γιατί τελείωσαν οι αντοχές μας.

Έτσι και η λύπη ξεθωριάζει στον άνεμο

του άγριου καιρού μιας καταιγίδας.