Σ΄έναν χαμένο κόσμο

Η κυρία Λίζα ερχόταν στο μαγαζί με την μωβ ρόμπα, τα χνουδωτά πασούμια της, μ΄ένα μεταξωτό σάλι στο λαιμό και τα χαρτιά στο χέρι. «Έλα χρυσό μου, να παίξουμε κουμκάν ή μπιρίμπα. Τι προτιμάς; Τρελαίνομαι και για τα δύο», είπε φωναχτά και σύρθηκε να καθίσει σ΄ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο. «Έχεις και λικεράκι; Φέρε μου ένα», βροντοφώναζε μόλις βολευόταν στην καρέκλα. Υπολόγιζα, πως θα ήταν γύρω στα ογδόντα, αλλά ήταν καλοστεκούμενη και δεν της φαινόταν.  Κάθε φορά που την έβλεπα φορούσε  κόκκινο κραγιόν στα χείλη και είχε δεμένα κότσο τα μαλλιά της.

«Έχεις διαβάσει Ρίλκε και Φλομπέρ; Μόλις τελειώσουμε την παρτίδα μας θα σου παίξω στο πιάνο ένα νυχτερινό του Σοπέν. Στα νιάτα μου ήθελα να γίνω πιανίστα ξέρεις. Αλλά ο πατέρας μου δεν με άφησε. Ήθελε να σπουδάσω στο Παρίσι γαλλική φιλολογία και «το πιάνο να το΄χεις για χόμπυ». Έτσι μου΄λεγε. Και από τότε τον μίσησα. Όσο ζούσα εκεί δεν άφησα συναυλίες κλασικής μουσικής που δεν πήγα. Προτιμούσα να μην τρώω και ν΄ ακούω τους διάσημους πιανίστες και τις ξακουστές ορχήστρες της εποχής εκείνης. Ραβέλ, Ντεμπυσύ, Μπιζέ, Μασνέ και τόσους άλλους που ξεχνάω τώρα. Αύριο όμως να περάσεις από το σπίτι και να με πάρεις να πάμε μαζί ν΄ακούσουμε τον Χόροβιτς. Είναι εδώ στο Παρίσι μόνο για δύο συναυλίες».  Η κυρία Λίζα μιλούσε αδιάκοπα, όταν καθόταν και μοίραζε την τράπουλα στο τραπέζι. Άλλοτε, όταν καθάριζα τα τραπέζια έξω και την έβλεπα στο δρόμο να περιφέρεται με την ρόμπα και τα πασούμια της πέρα δώθε στο πεζοδρόμιο, μιλούσε δυνατά σε μια γλώσσα άγνωστη και ξένη στους περαστικούς, που την προσπερνούσαν αδιάφοροι.

«Θέλω ένα πακέτο Καρέλια και τρεις παγωμένες μπύρες, σε παρακαλώ». Συχνά με μπέρδευε με τον ψιλικατζή της γειτονιάς. «Κυρία Λίζα, εδώ είναι ταβέρνα. Το ψιλικατζίδικο είναι απέναντι», της έλεγα με χαμόγελο, δεν ήθελα να την ξαφνιάζω. «Έλα καλό μου παιδί, μην καθυστερείς. Φέρε μου τα τσιγάρα και τις μπύρες γιατί άργησα. Οι φίλες μου με περιμένουν στη Γλυφάδα. Θα πάμε για βραδινό μπάνιο. Τέτοιος καύσωνας δεν αντέχεται στην Αθήνα. Αύριο εξάλλου, θα πάρουμε το φέρι εγώ και άντρας μου από τον Πειραιά με προορισμό τις Σπέτσες. Εκεί περνάμε κάποιες από τις καλοκαιρινές διακοπές μας. Μετά θα φύγουμε για την Βιέννη. Θα παίξω φέτος στο Motzartdeum. Παιδιά δεν κάναμε. Προείχε η καριέρα μου. Ευτυχώς δεν ήθελε ούτε ο άντρας μου παιδιά. Δεν κάνουμε όλοι για γονείς». Αυτά επαναλάμβανε συχνά η κυρία Λίζα σαν να ήταν χτεσινές αναμνήσεις, χαμένη μέσα σ΄έναν κόσμο χωρίς ενοχές και τύψεις για καθετί που πέρασε σε μια άλλη ζωή λίγο ξένη, λίγο δική της.

Ζούσε στην απέναντι πολυκατοικία από το μαγαζί μου. Μαζί με τον γιο της. Από τότε που πέθανε ο άντρας της, ο γιος της μετακόμισε από τα Γιάννενα στην Αθήνα για να την φροντίζει. «Να σου πω κάτι σιγανά, όμως να μην ακούσουν οι άλλοι; Εδώ και κάποιες μέρες ζει μαζί μου ένας νεαρός, δεν τον γνωρίζω. Τον ρωτάω πού βρήκε κλειδί και μπήκε στο σπίτι μου, και ότι αν τον βρει ο άντρας μου στο σπίτι θα γίνει έξαλλος. Αυτός όμως με αγνοεί και συνεχίζει να έρχεται. Μαγειρεύει νόστιμα πάντως», τέτοια μου έλεγε η κυρία Λίζα για τον γιο της όταν ερχόταν για χαρτιά στο μαγαζί. Δεν θυμόταν, πως ο συγκάτοικός της ήταν ο μοναχογιός της. Εκείνος γύρω στα πενήντα, εργένης, καθηγητής σε νυχτερινό σχολείο. Τα πρωινά την πρόσεχε, αλλά όταν αυτός έφευγε για τη δουλειά, εκείνη έβρισκε την ευκαιρία να ξεπορτίζει. Ξεχνούσε τ΄ όνομά της,  που μένει, το παιδί της, πως το λένε. Όσα βράδια την πετύχαινα έξω από το μαγαζί μου, την φώναζα να μπει μέσα μέχρι να το κλείσω. Ειδοποιούσα κρυφά στο τηλέφωνο τον γιο της και εκείνος ερχόταν μετά τη δουλειά του ανήσυχος και λίγο ντροπιασμένος για την μάνα του, που το αλτσχάιμερ άρχισε να την στέλνει σε άλλους κόσμους.

Τις προάλλες είχε τέτοια κουφόβραση που δεν μπορούσε άνθρωπος και ζώο ν΄αναπνεύσουν από την υγρασία και τη ζέστη του καυτού Ιούνη. Ήμουν πίσω στην κουζίνα όταν άκουσα τη σειρήνα του ασθενοφόρου. Βγήκα έξω να δω τι συμβαίνει και η κυρία Λίζα βρισκόταν μπρούμητα στο απέναντι πεζοδρόμιο σε μια λίμνη αίματος. Φορούσε το μαγιό της μόνο. Κάποιοι αυτόπτες μάρτυρες που είχαν μαζευτεί εκεί γύρω, έλεγαν πως είδαν την γυναίκα να κάνει βουτιά από το μπαλκόνι της στον πέμπτο όροφο. Πλησίασα καταϊδρωμένος προς το πεζοδρόμιο. Είχε τα μαλλιά της δεμένα κότσο. 

Τα κόλλυφα

Είμαι σαρανταεφτά χρονών, συνομίλητζιη του πολέμου, τζαι τζείνη κάθεται τζαι καρτερά τον. Ούτε ξαναπαντρεύτηκεν ποττέ της, ούτε άλλα παιδκιά έκαμεν. Επίστευκεν πως εν να γυρίσει πίσω. Τζαι πίσω έν εγυρνούσεν. Τζαι τα χρόνια επερνούσαν, τζαι εγιώ εμεγάλωσα τζαι έκαμα δικήν μου οικογένεια, μα τζείνη καρτερά πως εν΄νάρτει μια μέρα, εν να κτυπήσει η πόρτα του σπιθκιού της, τζαι μόλις την ανοίξει εν΄ναν τζείνος. Τζαι ας πεθάνει μετά, εν την κόφτει. Εψές εφώναξέν μου να κάμουμεν κόλλυφα.

– Είντα θέλεις να κάμουμεν κόλλυφα μες το κατακαλότζαιρον; Το μνημόσυνον της γιαγιάς εν μες τον Δέκεμβρην έννεν; είπα της απορημένη, μόλις μου είπεν γιατί ήθελε να έρτω σπίτιν της.

«Μουσσιέφκεις το σιτάριν που την νύχταν να φουσκώσει. Το πουρνόν βάλλεις το να ψηθεί μες την κατσαρόλαν με νερό. Άμα ψηθεί, βάλλεις το πάνω σ΄έναν καθαρόν σεντόνιν να στεγνώσει τζαι να ποστρατζιστεί. Μόλις στεγώσει τέλια, βάλλεις το μες το πανέριν μαζί με ούλλα τ΄άλλα υλικά- κούννες, ρόθκια, σταφίθκια, σουσάμι τζαι γλυκάνισο. Ανακατέφκεις τα καλά τζαι είν΄ έτοιμα για την εκκλησσιά.»

Εθώρουν την που τα ετοίμαζεν, ετρέχαν τα δρώματά μου μέσα τζ΄έξω. Εθώρουν τζ΄εν ήξερα είντα που να πω.

– Άκουσες πως έρκεται ο σουλτάνος ποτζεί στο Βαρώσιν; Εν να το ανοίξει, τζαι να πει των πλασμάτων να πάσιν πίσω στες περιουσίες τους, τζαι να βρεθεί μια λύση για ούλλους μας, είπεν μου μόλις ετέλειωσεν τα κόλλυφα.

– Μανά, κάθε Ιούλιον δρώνουμεν τζαι ποδρώνουμεν τούντον πόνον. Άκουσα πως έρκεται για τα παναΰρκα τους ποτζεί. Τα κόλλυφα είντα που τα θέλεις;

Εγύρισεν τζαι είδεν με, με τζείντα μάθκια της τα μελιά, εσφούτζησεν τα σσιέρκα της στην πέτσετα τζαι λαλεί μου:

– Εν τζαιρός που να μου φέρουσιν τα κόκκαλά του. Τζαι μαζίν τους εν να βάλω τούντην φωτογραφία που ΄χω δίπλα στο κομοδίνον μου, που΄τουν νέος, για να τον αθθυμούμαι, σγοιαν τότες πόφυε παλληκάριν δκυό μέτρα. Αύριον, έλα που ποδά να πάρουμεν τα κόλλυφα στην εκκλησσιά. Αύριον, εν είκοσι του Ιούλη.

Γλωσσάρι

εν την κόφτει: δεν την νοιάζει
είντα: τι, γιατί
μουσσιέφκω: μουσκεύω
πουρνόν: πρωί
ποστρατζίζω: στραγγίζω
τέλια: εντελώς
κούννες: ξηροί καρποί
θωρώ: κοιτάζω
δρώματα: ιδρώτας
παναΰρκα: πανηγύρια
ποτζεί: εκεί
εσφούτζησεν: στέγνωσε
σγοιαν: όπως
ποδά: από δώ

Κάθε δεκαπέντε του Ιούλη

Κάθε δεκαπέντε του Ιούλη, όταν ηχούν οι σειρήνες γίνεται κόμπος το στομάσσιν μου. Όι μόνον το δικόν μου. 47 χρόνια τούτες οι σειρήνες που το πρωίν για να σε ξυπνήσουν τζαι να σου θυμήσουν τζείνα που έτσι τζαι αλλιώς εν ηξιχάννεις. Οι μονόλεπτες σιγές του Ιούλη διακόπτονται, όταν ξεκινούν το ρεσιτάλ τους οι ζίζιροι*.
Μετά τες σειρήνες, φκαίνω έξω στον κήπον τζαι ποτίζω τα φκιόρα μου να δροσιστούν τζαι ακούω τους ζίζιρους. Ίντα ωραίος τούτος ο ήχος τους. Είμαι σίουρη πως κάποιος ποτζεί στο σπίτιν μου στο Καρπάσιν ακούει τζαι τζείνος τους ζίζιρους.

*ζίζιροι: τζιτζίκια

Μετατόπιση

Και μετά τον ιό, ο καλός θα μείνει καλός, ο κακός θα γίνει πιο κακός, ο φίλος δεν θα είναι πια ο ίδιος, ο ποιητής θα γράφει ασταμάτητα και οι άνθρωποι πια διχασμένοι θα πορεύονται μαζί, προσδοκώντας σε μια κανονικότατα που ίσως- λέω ίσως-να μην υπήρξε ποτέ.

Οι μαστοί

Πενήντα χρόνια τους κουβαλάει μαζί της

καλά κρυμμένοι κάτω από μπλούζες και φουστάνια

σαν λαχταριστοί μεζέδες που ψάχνουν ουρανίσκους

κάποτε -εξαιτίας τους- αποθήκευε θύελλες και μπελάδες

τώρα δεν τους κοιτάει πια κανείς

μέστωσαν και μαράθηκαν, σχεδόν ξεράθηκαν

τους βλέπει στον θαμπωμένο καθρέφτη και

της μοιάζουν σαν ξένοι, κουβαλητές αναμνήσεων.

«Μια αλλοίωση μου φαίνεται πως είναι».

 -Αλλοίωση; ρωτάει παγωμένα

σ΄εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο του ιατρείου

και οι ήχοι καρφώνονται στ΄ αυτιά της.

Με το χέρι ακουμπισμένο πίσω απ’ το κεφάλι

θυμάται τον Απολλιναίρ και τον Φρανσίς Πουλένκ

θωρώντας λέξεις και νότες στο ταβάνι

Αχ Τειρεσία!

Δεν έχει πεθάνει ακόμη και η ζωή συνεχίζεται

με ή χωρίς τους μαστούς που τώρα κοιτάει επίμονα

άραγε να τους χαϊδέψει απαλά, να τους μιλήσει στοργικά

ή να τους ξεριζώσει με τα χέρια της;

Ευτυχώς που δεν μπορούν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον.