Χαϊκού

Φύκια, κοχύλια,

ξαφνικές σπιλιάδες,

κύμα το κύμα.

«Πως γίνεται να είσαι τόσο όμορφη; Πως γίνεται αυτή η άσπρη σάρκα σου, όμοια σαν άγαλμα, να είναι τόσο παγωμένη;» Κάθεται δίπλα μου στη άμμο και με κοιτάει στα μάτια. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά την ώρα που το κύμα γλείφει τα γυμνά μου πόδια. Τα μάτια μου δακρύζουν. Μου φιλάει τα βλέφαρα, τη μύτη, τα μάγουλά μου. Μου φιλάει το λαιμό, τους ώμους και τις χαρακιές στα χέρια. Ακούω βαριά  την ανάσα του, και η καρδιά του κτυπάει γρήγορα. Με ακουμπάει στα κοχύλια απαλά και μου κλείνει τα μάτια με τα δάχτυλά του. Μου ανοίγει τα πόδια και χάνεται στο υγρό μου αιδοίο. Κύμα το κύμα στα γυμνά κορμιά μας. Στα σκοτεινά νερά της θάλασσας καθρεφτίζεται ένα μικρό φεγγάρι. Πέφτουμε, βουτάμε στα βαθιά νερά. Ένας  παράδεισος και μια κόλαση ταυτόχρονα. Αγκαλιασμένοι στον βυθό. Τα σώματά μας δεμένα στο υγρό κρεβάτι των ηδονών μας.

Ένας οξύς πόνος στην κοιλιά με σουβλίζει. Μια σκιά ανάμεσά μας. Το χέρι της απλώνεται στο μπράτσο του και τον τραβάει με δύναμη. «Έλα, μας περιμένουν. Μην αργείς», του ψιθυρίζει στ΄αυτί. Αυτός γλιστράει σαν χέλι κι εξαφανίζεται. Εκείνη κοντοστέκεται και με κοιτάει στο στήθος με οργή. Μου γεμίζει το στόμα με κοχύλια. Δένει τον λαιμό μου με αλυσίδες και τα χέρια μου πισθάγκωνα με φύκια τα τυλίγει. «Κάποτε ήμουν κι εγώ νέα,  όμορφη σαν κι εσένα. Τα μυστικά πρέπει να τα κρατάμε μυστικά. Μην τον περιμένεις. Το στόμα του δεν έχει φιλιά για σένα. Μόνο δόντια, αίμα και πόνο έχει ο έρωτάς σας», μου λέει τραβώντας τις αλυσίδες στο λαιμό μου. Δεν μπορώ ν΄αναπνεύσω. Κόβεται η ανάσα μου. Νερό παντού απλώνεται στο υγρό  μου δωμάτιο. Τον πότισα πρώτα ηδονές κι έπειτα έκοψα τις σάρκες μου και τις πέταξα στη θάλασσα.

 

Κομμάτια ξύλου, μυριάδες φύκια

νεκρά κοχύλια

γύρω  απ΄ το ξεβρασμένο μου κορμί.

Τη χαρά περισσότερο την αισθάνεσαι και λιγότερο τη βλέπεις

Πρώτα ήταν οι πόνοι. Οι δικοί της. Αυτοί που κράτησαν πολλές ώρες. Και μετά ήρθε το κλάμα του και η πρόσκαιρη χαρά της. Όταν τον πήρε στα χέρια της, τον κοίταζε με την λαχτάρα να την αναγνωρίσει. Ν΄αναγνωρίσει τις λέξεις της, το χάδι, το φως. Τον κοίταζε επίμονα στα μάτια με απορία: γιατί το κλάμα του σταμάτησε, μ΄ένα ερωτηματικό, όταν το φως φέγγιζε τα μάτια του κι έμοιαζε να μην αναγνωρίζει εκείνην που τον γέννησε;

Ο Νικήτας ήταν ένα αγόρι με γαλάζια μάτια και κατάμαυρα μαλλιά. Κανείς δεν είχε γαλάζια μάτια στην οικογένειά τους. Κανένας παππούς, καμία γιαγιά.  Κάθε φορά που η μητέρα του τού μιλούσε, αυτός γυρνούσε το κεφάλι του προς αυτή, προσπαθώντας με τα πελώρια μάτια του να διαβάσει τις διακυμάνσεις στο πρόσωπό της.  Με την ακοή του αναγνώριζε πάντα τον πατέρα του, όταν εκείνος καθόταν με την εφημερίδα του στην κουνιστή καρέκλα κάτω από το κλήμα της βεράντας. Όταν ο πατέρας τού δώρισε σε κάποια γενέθλιά του μια σβούρα με ζωηρά χρώματα, την ψηλάφιζε με τα χέρια του πολλή ώρα και μια αίσθηση παράξενης χαράς σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.

Ήταν πέντε χρονών, όταν έβαλε πρώτη φορά τα δάχτυλά του στο πιάνο. Άγγιζε τα  πλήκτρα ντροπαλά, με ιδιαίτερη προσοχή σαν να κρατούσε ένα εύθραστο αγγείο. Με τον καιρό ο ήχος τους απλωνόταν σαν φως στο μαύρο σκοτάδι που είχε στο κεφάλι από τότε που γεννήθηκε. Κάθε φορά, όταν με το χτύπημα των δαχτύλων του πεταγόταν μια χαρούμενη ψηλή νότα, σήκωνε το ζωηρεμένο πρόσωπό του σα να παρακολουθούσε στον αέρα το ελαφρύ πέταγμά της. Άλλοτε, όταν έκανε λάθος μια νότα γελούσε δυνατά κι ασταμάτητα. Και μερικές φορές έκλεινε τα μάτια του σκύβοντας ευλαβικά στις αρμονίες του πιάνου, που έγινε πια η προέκταση του σώματός του.

                                                                                          ***

«Νικήτα, όταν παίζεις αυτό το κομμάτι στο πιάνο, πες μουαλήθεια τι βλέπεις;» τον ρώτησε η Ζιζέλ,  που βρισκόταν μαζί του στην αίθουσα συναυλιών στο Κονσερβατόριο του Παρισιού και τον άκουγε να κάνει προθέρμανση τον Ντεμπυσσύ λίγο πριν τη συναυλία του. Τότε ο Νικήτας άφησε τα χέρια του να πέσουν ελεύθερα κάτω απ΄τα πλήκτρα, έκλεισε τα μάτια του, γύρισε προς το μέρος της και είπε: «βλέπω ένα σούρουπο φθινοπωρινής μέρας στο δάσος και τις αχτίνες του ήλιου να διαπερνούν τις ψηλές κορυφογραμμές των δέντρων. Βλέπω τα πορτοκαλί φύλλα των δέντρων ν΄ απλώνονται σαν ένα κινούμενο χαλί στο χώμα. Ακούω τ΄αηδόνια να κελαηδούν πάνω απ΄το κεφάλι μας, όταν είμαστε ξαπλωμένοι ανάσκελα κάτω απ΄ τα πεύκα, και συ χαμογελάς ψιθυρίζοντας μου λόγια τρυφερά κι ανάλαφρα. Βλέπω τους γονείς μου πιο κάτω να χορεύουν τανγκό και να στροβιλίζονται από χαρά.».

Η Ζιζέλ τον άκουγε μ΄ένα γλυκό μειδίαμα στα χείλη κι εκείνος ξανάρχισε  να παίζει τον Ντεπυσσύ στο πιάνο. Τα δάχτυλά του είχαν μια παράξενη αρετή, σαν να ήταν τα μάτια του.

Γράμμα στην κόρη

Αγαπημένη μου κόρη,

Κάποια στιγμή θα σου μιλήσω για την ουλή στο πόδι μου απ΄το δάγκωμα του σκύλου, όταν ήμουν παιδί. Θα σου πω για τις πάστες που κλέβαμε και το γλυκό που έγινε πικρό. Για τ΄ ασημικά  της μαμάς,  που έβαλα σ΄ένα ξύλινο κουτί για να πουλήσω για κάποια γρόσια. Για τα ρούχα της κούκλας μου που έκαψα στην θερμάστρα, όταν έξω η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει. Για τα σπίρτα που άναβα πίσω από το αναπηρικό καρότσι του παππού μου. Για τα δάχτυλα που ζύμωσαν με αγάπη το ψωμί που μας μεγάλωσε. Θα σου μιλήσω για τους αχινούς και τις πεταλίνες στους βράχους της Μεσογείου. Για την γεύση του αλμυρού νερού στο δέρμα μου και για τα καλοκαίρια σε έρημες παραλίες. Για το τραγούδι στην κιθάρα σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, μα μ΄έκανε να κλαίω πάντα.  Θα σου πω για τη σκολίωση στην πλάτη της και για εκείνην που μας έκοψε την κλωστή της φιλίας. Για το αγόρι στο σχολείο που μ΄αγάπησε, μα εγώ ντράπηκα να του δείξω πως το αγάπησα κι εγώ πολύ.

Κάποια στιγμή θα σου μιλήσω για τους δασκάλους μου και για όσα απλόχερα μου δώρισαν  και  για κείνους που μου έσβησαν τις λέξεις απ΄το στόμα.  Για τα φοιτητικά μου χρόνια, για τα βιβλία που λάτρεψα και για εκείνα που σιχάθηκα . Θα σου πω για τους φίλους που έγιναν αδέλφια μου, μα και για κείνους που πρόδωσα άθελά μου. Θα σου μιλήσω για τις γενέθλιες και γιορτινές μέρες, μα και για τα μαύρα ρούχα και τα ρέκβιεμ στις κηδείες. Για τους σεισμούς, τους πνιγμούς και τις πυρκαγιές, όλα παρανάλωμα στον μικρόκοσμό μου. Θα σου πω για τα μικρά και μεγάλα ταξίδια που έκανα και για όσα θα ήθελα να κάνω μα δεν πρόλαβα. Για τους δρόμους που περπάτησα, για τις βουνοπλαγιές που ανέβηκα και για τις πράσινες κοιλάδες που ξάπλωνα ανάσκελα ξανά και ξανά.

Κάποια στιγμή θα σου μιλήσω για τον πλακούντα που μου ξερίζωσαν και το κατακόκκινο αίμα που κυλάει στα πόδια μου ακόμη. Για την μήτρα που μαράζωσε και για το στήθος που δεν είχε γάλα. Για τον πολύποδα στις φωνητικές χορδές μου και για τον θηλιά στο λαιμό που με σφίγγει χρόνια τώρα. Θα σου πω για όλες τις αποφάσεις που πήρα μα δεν τήρησα, τις ελπίδες που δεν άφησα να πεθάνουν.

Τέλος θα σου μιλήσω για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Για τους εραστές που δεν πρόλαβαν την μυρωδιά του ιδρώτα τους. Για τους στίχους που έγραφα στο στήθος του. Για όλες τις μέρες που δεν του μαγείρεψα κι όλα τα βράδια που δεν τον καληνύχτισα. Για τις ηδονές που τον πότισα και φύτρωσαν αγκάθια.  Για το στόμα που δεν έβρισκε φιλιά, μα έβγαζε δόντια. Θα σου πω για την απελπισία του έρωτα και για τις γλυκόπικρες μορφές του. Για την απόσταση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που αγαπήθηκαν παράφορα. Θα σου μιλησω για τις ερωτικές επιστολές και για τη θλίψη της λησμοσύνης. Για τους δείκτες τους ρολογιού που σταμάτησαν. Για τη μοναξιά και τις σιωπές που κάνουν τόσο κρότο.

Κόρη μου, σου μιλάω για το γελαστό κορίτσι που ψάχνω ακόμη πίσω απ΄τον καθρέφτη μέρα-νύχτα και σου ψιθυρίζω αδιάκοπα σ΄αγαπώ κι ας δεν σε γέννησα ποτέ.

Αργά μέσα στη νύχτα

«Δεκαπέντε, δεκαέξι, δεκαφτά… είκοσι. Είναι γλυκιά η νύχτα  απόψε», τους ψιθυρίζει σκυφτός παρακολουθώντας την ιεροτελεστία μιας αλλιώτικης άνοιξης.

Βγαίνει για βόλτα πάντα μετά τις δώδεκα το βράδυ. Όταν όλοι, ή σχεδόν όλοι κοιμούνται. Αυτός δεν κοιμάται πια πολύ. Σταματάει στα πεζοδρόμια για να μυρίσει τις ανθισμένες νεραντζιές, κόβει κάθε φόρα έναν ανθό ρίχνοντας κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά. Δεν του αρέσει να τον βλέπει ο κόσμος. Και ο ίδιος αποφεύγει μάλλον τους ανθρώπους. Λίγο πιο κάτω παρατηρεί ένα καινούργιο τριαντάφυλλο, που άνοιξε τα πέταλα του ντροπαλά. Συνεχίζει τον περίπατό του και κοιτάει πάντα τα ρετιρέ στις πολυκατοικίες της γειτονιάς: το ημίφως πίσω απ΄τις κλειστές κουρτίνες, μία τηλεόραση ίσως ν΄αναβοσβήνει και κάποιες ανθρώπινες σκιές πηγαινοέρχονται.

 Μόλις φτάνει στο πάρκο, κάθεται στο ίδιο παγκάκι κάθε νύχτα. Πρώτα δροσίζει λίγο το πρόσωπό του με νερό που κουβαλάει στην πλαστική σακούλα. Έπειτα βγάζει το μισοφαγωμένο του σάντουιτς, το κοιτάει χαμογελαστός, παίρνει τη μία φέτα απ΄το ψωμί και το υπόλοιπο το κλείνει μέσα στη χαρτοπετσέτα του. Αρχίζει να κόβει μικρά κομμάτια απ΄το βουτυρωμένο ψωμί μέχρι να γεμίσει τη ρυτιδιασμένη του παλάμη. Όταν πια ολοκληρώσει το τεμάχισμα, σκύβει ανάμεσα στα πόδια του και με ευλάβεια αφήνει το ψωμί στο νοτισμένο χώμα πάνω σε κάποια νεκρά φύλλα, που έπεσαν απ΄τα δέντρα.

Στη συνέχεια σηκώνει το κεφάλι του κοιτώντας τον ουρανό. Δεν μετράει ποτέ τ΄ άστρα, ούτε ψάχνει για φεγγάρι. Βλέπει το ρολόι του και μετράει τον χρόνο. Δέκα λεπτά το πιο πολύ χρειάζονται για να μαζευτούν γύρω από το δείπνο. Και τότε σιγά- σιγά σκύβει το κεφάλι του κι αρχίζει να τα παρατηρεί: πέντε, δέκα, είκοσι, το ένα πίσω απ΄το άλλο μειλίχια μυρίζουν, τραβούν, κλωθογυρίζουν και τρώνε το φαγητό,  που αυτός με χαρά τους προσφέρει κάθε νύχτα. «Οι μέρες μου κυλάνε πια αργά, οι γιορτές δεν μοιάζουν με γιορτές, οι άνθρωποι ανυπόμονοι περιπλανιούνται με μια απροσδιόριστη δυσφορία στους δρόμους την ημέρα. Γι΄αυτό αγαπώ την νύχτα και εσάς, που με τάξη και ηρεμία απολαμβάνετε τα δώρα των ανθρώπων» τους λέει με ασθμαίνουσα φωνή. Η υπόγεια συνομιλία του με τα μυρμήγκια κάποια στιγμή φτάνει στο τέλος της. Κι αυτός σηκώνεται αργά απ΄το παγκάκι με την πλαστική σακούλα στον καρπό του δεξιού χεριού του και ρίχνει μια τελευταία ματιά στην παρέα του λέγοντας «καλό βράδυ και εις το επανιδείν».

«Απόψε είναι γλυκιά η νύχτα», ψιθυρίζει φεύγοντας. Βγάζει τον ανθό της νεραντζιάς από την τσέπη του παντελονιού του και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής.

Η θλίψη της λησμοσύνης

Το αγαπούσε. Πολύ. Φοβόταν την ημέρα που δεν θα θα έπαιρνε ξανά μπρος. Το κοιτούσε διαρκώς αυτές τις μέρες. Κάθε αναχώρηση ήταν και μια απώλεια. Στο βλέμμα του γραμμένες οι ευχές, οι κατάρες, οι διαδρομές, οι θύελλες, οι έρωτες, οι ηδονές του, η θλίψη της λησμοσύνης. Ένα ημερολόγιο γραμμένο στο βλέμμα του.

Κύπρος, Απρίλιος 2020

Το μέτρημα

Ίσως είναι μεσημέρι, απόγευμα ή νύχτα. Κάθεσαι στην κουνιστή σου πολυθρόνα μπρος -πίσω, πίσω-μπρος, κρατάς σφικτά το ποτήρι και μετράς τη ζωή σου:  τα κουμπιά που πάτησες κι αυτά που άφησες, αυτά που αξιώθηκες να ζήσεις 365 μέρες, τις βροχές και τις λιακάδες, τις κουκίδες χαράς που ξαποσταίνουν στο δέρμα σου,  τις αδυναμίες που δεν ξεσπούν και δεν μιλιούνται, αυτές που γίνονται άγγιγμα βαθύ και αυτές που είναι ξώφαλτσες. Μετράς τις κουβέντες που είπες κι αυτές που ξέμειναν στα συρτάρια του μυαλού σου, μετράς τα «σ΄αγαπώ, μείνε», τις σιωπές των φίλων, τους τραυματισμένους εγωισμούς και τις χαίνουσες πληγές, τις βαθιές αιμοραγίες και τα σπασμένα μέσα σου. Μετράς τα κλειδιά που πέταξες και τις μαδημένες μαργαρίτες, τα ρίσκα, τα πείσματα, τις καταθλίψεις σου. Μετράς τις αμαρτίες στ΄όνομα της Αγιοσύνης και της Πίστης που σ΄έμαθαν και χαϊδεύεις τις απιστίες στ΄όνομα της δικιάς σου θρησκείας. Μετράς τους λύκους που σ΄έφαγαν κι αυτούς που καταβρόχθησες με μια χαψιά εσύ. Μετράς και εισπνέεις ειρωνείες και νέφος και γίνεται καζάνι ο ψυχισμός σου. Και συνεχίζεις να μετράς χορηγούς ευτυχίας, μικρές και μεγάλες πολυτέλειες, επιστροφές σε αγάπες κι αγκαλιές, γελοιοποιημένους έρωτες, νεκρούς γάμους, παιδιά που έκανες ή δεν έκανες, δεύτερες και τρίτες και τέταρτες και χίλιες φορές σε όσα σ΄επιστρέφουν ξανά πάλι εκεί, όπως εσύ ορίζεις το χώρο και τον χρόνο σου. Και μετά ξεχνάς, βγαίνεις από τις γραμμές για να γκρεμίσεις τα τείχη και την τύχη εντός κι εκτός σου. Και ξανά απ’ την αρχή τα ίδια και τα ίδια. Και η ζωή συνεχίζεται όσο κρατούν τα πράγματα και συνεχίζεις να υπάρχεις. Σβήνεις τα φώτα και κλείνεις τα μάτια. Καμία κλάψα, καμία μετάνοια, όλα εδώ. Παράδεισος και κόλαση μαζί στην ίδια πολυθρόνα, στο ίδιο μέτρημα. Κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό σ΄αυτό το παράξενο τοπίο των ανθρώπων.