Shadows

Chasing shadows in the sun.

Your shadow confirms, that the light traveled thousands of kilometres to reach the ground exactly where you stand.

You stay hidden far away, yet seize my thoughts everyday.

Chasing shadows in the night.

Pretending they are real.

15145116_10154518203190590_1356124086_o

Passport

Δυο πράγματα βαραίνουν σε μια αναχώρηση, σ΄έναν αποχαιρετισμό: τι αφήνεις πίσω και τι σε περιμένει εκεί που θα πας. Και όλα σε μία βαλίτσα. Πόσα να χωρέσει μια βαλίτσα, μικρή ή μεγάλη. Τα αυθόρμητα χαμόγελα, τις ορμητικές αγκαλιές,  τα άφοβα δάκρυα,  τις ματαιωμένες προσδοκίες,  τα καταπιεσμένα θέλω, τους εγωισμούς, τους ναρκισσισμούς,  τις μελανιές που δεν φαίνονται, τις φανερές ουλές, τις χαίνουσες πληγές,  τις άναρθρες κραυγές, τα μπερδεμένα κουβάρια, τις ρίζες σου, τις σφραγισμένες χαρές, τα στέφανα, τα κουφέτα, τις φωτογραφίες, τα μαύρα και τα κόκκινα φορέματα, τα στιγμιότυπα, την άμμο και το χιόνι, τα μεθύσια και τα ξενύχτια, τους φανερούς και τους κρυφούς έρωτες, τ΄αγαπημένα βιβλία και τις θεσπέσιες μουσικές, τις σαγηνευτικές μυρωδιές, τις ηδονές, τις ενοχές, τη ζωή που ζεις ή δεν ζεις.

Και ξεκινάς στεγνός ή υγρός την πορεία της αναχώρησης, αμήχανος, σιωπηλός, θολός. Προχωράς, σκοντάφτεις, κοιτάς στο χώμα, σηκώνεσαι και πάλι όρθιος κουβαλώντας το βάρος του πριν, του τώρα και την άγνοια του μετά. Και συνεχίζεις την πορεία σου με  ό, τι κουβαλάς σ΄αυτή τη μικρή ή τη μεγάλη βαλίτσα.

1836765_676109079119979_350201495_o

Photo by Tammam Azzam

 

Κοντά στο κύμα

Όταν ζεις κοντά στη θάλασσα μπορείς στο κύμα να ξεπλύνεις τον εγωισμό, τον πόνο, τους φόβους, τις ελλείψεις σου. Το αλάτι καθαρίζει στο δέρμα σου όποιες πληγές πονάνε ακόμα, κάθε άγγιγμα που δεν πρόλαβε να γίνει έρωτας. Και τούτο το κύμα περνάει πάνω από τις λέξεις σου στην άμμο για να ξορκίσει όλα αυτά που ντύθηκαν στα μαύρα.

15085548_10154505735855590_1325283730417252439_n

Λεμεσός, Κύπρος 2016

Τα χείλη σου πως τα ποθώ

Αυτή η σάρκα στο πρόσωπό σου, που επιθυμεί να γεύεται τα πάντα ακάθεκτα και ακατάσβεστα. Τα χείλη σου, που σε κάθε σχισμή της σάρκας τους αιχμαλωτίζουν τον ακατάλυτο έρωτά μου. Τα χείλη σου, που σαγηνεύουν αδιάκοπα χωρίς καμία χυδαιότητα και προστυχιά. Τα χείλη σου, που επιθυμούν και πεθυμιούνται χωρίς αποχές κι ενοχές. Τα χείλη σου, που ξεπλένουν την δίψα τους με τα υγρά φιλιά και δαγκώνουν ηδονικά το κάθε κύτταρό μου. Τα χείλη σου, τα μελιστάλαχτα, που ησυχάζουν την όποια πείνα μου. Τα χείλη σου, ο χάρτης μου να περπατώ, πόσα τσιγάρα δρόμος να τα γευτώ και να χαθώ πριν καν τ΄αγγίξω. Τα χείλη σου, που με τυραννούν τόσο, όσο αρκεί να τα ερωτευτώ δίχως αρχή και τέλος. Τα χείλη σου που στάζουν κόκκινο.

Τα χείλη σου πως τα ποθώ.

11703129_779134235533747_3310102180507732389_n

Κατακόκκινα ρόδια

Με την Λία γνωριστήκαμε στο Ωδείο, στο μάθημα της Μονωδίας. Η φωνή της ένα βελούδο ατελείωτο, με  ένα κατακόκκινο μαλλί Ραπουνζέλ και με μάτια περσικής γάτας. Από τότε γίναμε κολλητές, αδελφές από επιλογή και δεν ξεκολλήσαμε παρά μόνο γεωγραφικά. Αυτή τραγουδούσε στα μεγάλα μουσικά θέατρα της Ευρώπης κι εγώ την καμάρωνα άλλοτε από κοντά, άλλοτε από τις θερμές κριτικές που διάβαζα, άλλοτε στις μεταμεσονύχτιες μας τηλεφωνικές μακρόσυρτες συζητήσεις. Θυμάμαι ακόμα τη δασκάλα μας στο Ωδείο να της λέει σε στιγμές συγκίνησης:

– Τούτο το βελούδο το ξετυλίγεις, το χαιδεύεις με τις ρώγες των δακτύλων σου, το αγκαλιάζεις για να σε ζεστάνει και απομακρύνεσαι από κοντά του, έχοντας την γλύκα της αφής του στα ακροδάχτυλά σου. Έτσι είναι η φωνή σου κορίτσι μου.

Και κάποια στιγμή η Λία ερωτεύτηκε τον άντρα των ονείρων της κι έγινε μαμά ενός βρέφους. Νεκρού βρέφους και τότε αρρώστησε. Η επιλόχειος κατάθλιψη και ο άναρθρος πόνος της την βρήκε ένα χρόνο βυθισμένη στη σιωπή και ξαπλωμένη στο κρεβάτι να χαζεύει το ταβάνι και να στρώνει πάνω του την φανταστική ζωή της. Την πριν ή την μετά ζωή της. Ποιος ξέρει;

-Θέλω τη ζωή μου πίσω! μου ψιθύρισε όταν προσγειώθηκα δίπλα στο κρεβάτι της, μετά από την πρόσκληση παράκληση του γλυκύτατου συντρόφου της να βρεθώ κοντά της, στην αδελφική μου φίλη. Είχα πάρει μαζί μου και δύο ρόδια από τις ροδιές του εξοχικού μου, κατακόκκινα σαν τα μαλλιά της. Λάτρευε το φρούτο και τους σπόρους του, τα «δώρα» μου απ΄τον νότο όπως μου έλεγε παλιά.

-Τα κύτταρα δεν έχουν έλεος, έχουν μνήμη! Άνοιξέ μου το κεφάλι και κομμάτιασε την γαμημένη μου μνήμη, όπως κομματιάζω το ρόδι, μου ψέλλισε με δάκρυα στα μάτια ρίχνοντας στο πάτωμα το ρόδι, που θρυμματίστηκε και μάτωσε κι αυτό. Έβλεπα όλο τον πόνο της  στους διασκορπισμένους σπόρους, που δεν μιλούσαν πια και άπλωσα το χέρι μου για να σκουπίσω τη λύπη της. Τη λύπη της απώλειας ενός παιδιού που δεν πρόλαβε η μάνα του να το θηλάσει, να το νανουρίσει, να το κανακέψει. Μια λύπη που δεν εξαντλείται με πέντε κουβέντες ή πέντε αράδες, αλλά φουσκώνει με πολλούς κόμπους στον λαιμό.

Έφυγα με δυσκολία μέσα κι έξω και με τη στυφή γεύση της πίκρας. Η Λία δεν έγινε ποτέ μαμά και σταμάτησε να τραγουδά. Μιλάμε πια σπάνια στο τηλέφωνο, όταν με παίρνει αυτή από το δωμάτιο του ιδρύματος, που βρίσκεται τους τελευταίους μήνες.

-Τα ρόδια σου ωρίμασαν; Θα μου φέρεις δύο μεγάλα κατακόκκινα. Ξέρεις εσύ. Αυτά της καλοτυχίας, μου ψιθυρίζει στο ακουστικό και μετά σιωπή.

12670479_10153919582690590_7512283606754796325_n

Κατακόκκινα ρόδια

Eυρίζει στο ακουστικό και μετά σιωπή.

12670479_10153919582690590_7512283606754796325_n

Με την Λία γνωριστήκαμε στο Ωδείο, στο μάθημα της Μονωδίας. Η φωνή της ένα βελούδο ατελείωτο, με  ένα κατακόκκινο μαλλί Ραπουνζέλ και με μάτια περσικής γάτας. Από τότε γίναμε κολλητές, αδελφές από επιλογή και δεν ξεκολλήσαμε παρά μόνο γεωγραφικά. Αυτή τραγουδούσε στα μεγάλα μουσικά θέατρα της Ευρώπης κι εγώ την καμάρωνα άλλοτε από κοντά, άλλοτε από τις θερμές κριτικές που διάβαζα, άλλοτε στις μεταμεσονύχτιες μας τηλεφωνικές μακρόσυρτες συζητήσεις. Θυμάμαι ακόμα τη δασκάλα μας στο Ωδείο να της λέει σε στιγμές συγκίνησης:

– Τούτο το βελούδο το ξετυλίγεις, το χαιδεύεις με τις ρώγες των δακτύλων σου, το αγκαλιάζεις για να σε ζεστάνει και απομακρύνεσαι από κοντά του, έχοντας την γλύκα της αφής του στα ακροδάχτυλά σου. Έτσι είναι η φωνή σου κορίτσι μου.

Και κάποια στιγμή η Λία ερωτεύτηκε τον άντρα των ονείρων της κι έγινε μαμά ενός βρέφους. Νεκρού βρέφους και τότε αρρώστησε. Η επιλόχειος κατάθλιψη και ο άναρθρος πόνος της την βρήκε ένα χρόνο βυθισμένη στη σιωπή και ξαπλωμένη στο κρεβάτι να χαζεύει το ταβάνι και να στρώνει πάνω του την φανταστική ζωή της. Την πριν ή την μετά ζωή της. Ποιος ξέρει;

-Θέλω τη ζωή μου πίσω! μου ψιθύρισε όταν προσγειώθηκα δίπλα στο κρεβάτι της, μετά από την πρόσκληση παράκληση του γλυκύτατου συντρόφου της να βρεθώ κοντά της, στην αδελφική μου φίλη. Είχα πάρει μαζί μου και δύο ρόδια από τις ροδιές του εξοχικού μου, κατακόκκινα σαν τα μαλλιά της. Λάτρευε το φρούτο και τους σπόρους του, τα «δώρα» μου απ΄τον νότο όπως μου έλεγε παλιά.

-Τα κύτταρα δεν έχουν έλεος, έχουν μνήμη! Άνοιξέ μου το κεφάλι και κομμάτιασε την γαμημένη μου μνήμη, όπως κομματιάζω το ρόδι, μου ψέλλισε με δάκρυα στα μάτια ρίχνοντας στο πάτωμα το ρόδι, που θρυμματίστηκε και μάτωσε κι αυτό. Έβλεπα όλο τον πόνο της  στους διασκορπισμένους σπόρους, που δεν μιλούσαν πια και άπλωσα το χέρι μου για να σκουπίσω τη λύπη της. Τη λύπη της απώλειας ενός παιδιού που δεν πρόλαβε η μάνα του να το θηλάσει, να το νανουρίσει, να το κανακέψει. Μια λύπη που δεν εξαντλείται με πέντε κουβέντες ή πέντε αράδες, αλλά φουσκώνει με πολλούς κόμπους στον λαιμό.

Έφυγα με δυσκολία μέσα κι έξω και με τη στυφή γεύση της πίκρας. Η Λία δεν έγινε ποτέ μαμά και σταμάτησε να τραγουδά. Μιλάμε πια σπάνια στο τηλέφωνο, όταν με παίρνει αυτή από το δωμάτιο του ιδρύματος, που βρίσκεται τους τελευταίους μήνες.

-Τα ρόδια σου ωρίμασαν; Θα μου φέρεις δύο μεγάλα κατακόκκινα. Ξέρεις εσύ. Αυτά της καλοτυχίας, μου ψιθυρίζει στο ακουστικό και μετά σιωπή.

12670479_10153919582690590_7512283606754796325_n

Μετατοπισμένη καρδιά

Μου λέει ο γιατρός με σοβαρό ύφος σήμερα:
– Το καρδιογράφημα έδειξε μια μετατόπιση της καρδιάς σας.
-Μάλλον από τους πολλούς έρωτες, του απαντάω για να σπάσω την αμηχανία και τον φόβο γι΄ αυτό το «μετατόπιση».
-Μην ανησυχείτε, μου λεει. Το παθαίνουν τα νεαρά άτομα.
Εκεί δεν άντεξα και ξεκίνησα ένα νευρικό γέλιο, έτσι για να μετατοσπιστεί κι άλλο η καρδιά μου, για την αναρχία. Με κοιτούσε περίεργα, τρελή είναι αυτή είπε σιωπηλά και συνέχισε:
– Πάντως δεν είναι τίποτα ανησυχητικό.
Τότε κατάλαβα αυτή την μοναδικά υπέροχη μετατόπιση: αυτό το θαυμαστό όργανο η καρδιά, αυτά τα «500 γραμμάτια παλλόμενης αναρχίας» αξίζουν όσους έρωτες τους λάχει, όσα ραγίσματα και μετατοπίσεις κι αν βρεθούν στην πορεία τους, όσες λέξεις και τραγούδια γράφτηκαν γι΄αυτά.
Αγαπάτε και ακούτε αυτή την παλλόμενη αναρχία κι ας γίνει σβούρα από τις μετατοπίσεις.

11781879_10153418519580590_1306979850842766356_n

Ζωγραφιά της Χρυσήλιας Κολιαντρή

Σώμα μου

Έχω ξεχάσει να σ΄αγαπάω, να σε χαϊδεύω,

να σ΄αγγίζω, να σ΄αγκαλιάζω τρυφερά.

Συγκατοικούμε μες τον χρόνο βουβοί.

Δεν ακούω πια τα θέλω σου, αλλά μόνο τα πρέπει μου.

Εσύ που μ’έμαθες τις λέξεις και τις ορέξεις,

τις άσβεστες επιθυμίες και τους αέναους πόθους.

Εσύ που σήκωσες την χαρά και τον πόνο ισότιμα,

τα γέλια των παιδιών και το κλάμα της απώλειας,

τις νίκες και τις ήττες σου σιωπηλά.

Και διασχίζεις το χρόνο μαζί μου κι εγώ απόμακρος θεατής,

δεν σ΄ακούω πια.

Έχω ξεχάσει να σ΄αγαπάω, αλλά εσύ επιμένεις

σε μια υπόσταση ελευθερίας και σε μια υπόσχεση ζωής.

14292323_1080263088690283_5084101311188764007_n

Art by Egon Schiele