Το δεντρόσπιτο

Το δεντρόσπιτο της γειτονιάς μου το λιγουρεύομαι κάθε φορά που το θωρώ. Τα δεντρόσπιτα έχουν μια μαγεία, αυτήν που γνωρίζουν καλά όσοι σκαρφαλώνουν σε δέντρα. Αυτοί που θέλουν να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά και όχι αφ΄ υψηλού, όσοι απογοητευμένοι από την υποκρισία ενός «πολιτισμένου» κόσμου αναζητούν το νόημα της ζωής στην απλότητα επιστρέφοντας από μια ζούγκλα υπαρκτή, σε μια φανταστική ζούγκλα με πόθο για γυμνά κορμιά που κρέμονται από χορτόσκοινα γευόμενοι την ζωή απέριττα. Θέλω το δεντρόσπιτο, όπου inside είναι ο Tarzan και μαζί βλέπουμε και ακούμε τη βροχή τις βροχερές μέρες και νιώθουμε στο πετσί μας τη δροσιά του δέντρου το καλοκαίρι «αφαιρώντας το ισχνό επίχρισμα του πολιτισμού», όπως έγραφε ο Μπάροους.

12718042_10153936414830590_3200389894815777699_n

Λεμεσός, 2016

Στον πηγεμό για την Ιθάκη ή για το σουβλάκι;

Τον Μάιο και τον Ιούνιο αρχίζουμε εδώ στην Κύπρο να ιδρώνουμε αρκετά, πιο πολύ από τους προηγούμενους μήνες του χρόνου. Και αυτό γιατί είναι μήνες εξετάσεων και ανεβασμένης πίεσης, όχι του αίματος, της άλλης πίεσης της ψυχολογικής, αφού τα παιδιά μας, οι μαθητές μας παρακάθονται σε εξετάσεις προαγωγικές ή εισιτήριες για να μπουν σε Πανεπιστήμια και να πάνε παρακάτω. Που παρακάτω; Ειλικρινά δυσκολεύομαι ν΄ απαντήσω. Πόσο πιο κάτω να πάνε από εδώ που βρίσκεται χρόνια τώρα το εκπαιδευτικό μας σύστημα;

Ένα σύστημα αποτελούμενο από εκπαιδευτικούς με καλά πτυχία. Καλά είπαμε, τώρα αν είναι και πλαστά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Δουλεύω στην εκπαίδευση της Κύπρου αρκετά χρόνια, σ’ ένα περιβάλλον με μορφωμένους και πολύ «μορφωμένους» εκπαιδευτικούς, παρά-μορφωμένους: απολυτήρια με άριστα, πτυχία, τα περισσότερα Αγγλικών Πανεπιστημίων, αφού είμαστε English Colony πάνω απ’ όλα (και όσοι είμαστε κάτοχοι πτυχίων Ελληνικών Πανεπιστημίων είμαστε decadence), μεταπτυχιακά και κόντρα μεταπτυχιακά πληρωμένα με χιλιάδες ευρώ και φυσικά ένα διδακτορικό τουλάχιστον σε κάθε οικογένεια. Όταν ακούς για τόσο φοβερά πτυχία είναι σαν να βλέπεις κάτι γαμάτες συσκευασίες δώρων και μένεις άφωνος με την ανθρώπινη φαντασία, τη δημιουργικότητα και όταν τις ανοίγεις μένεις πάλι άφωνος με το «άδειο» περιεχόμενο και με το πόσο δε συνάδει το μέσα με το έξω.

Ζούμε σ’ ένα κράτος,  μια κηλίδα στον ωκεανό και οι άρχοντές του μόνο την καραμέλα τούτη έχουν στο στόμα: «Φέρε μου χαρτιά κι άλλα χαρτιά κι εγώ σε διορίζω, σε κρατάω στη δουλειά φτάνει εσύ να με ψηφίζεις και να με κρατάς στην εξουσία, θα είναι όλα μια χαρά, κι ας είναι τα πτυχία σου πλαστά, φτάνει να μη χάσω την πελατεία μου». Και στην Κύπρο πριν γίνουμε καλοί δάσκαλοι και καθηγητές (ο μισός μας πληθυσμός είναι εκπαιδευτικοί!) υπήρξαμε φυσικά καλοί μαθητές. Και δε θα σταματήσουμε ποτέ να είμαστε μαθητές, δε θα μπορέσουμε ποτέ να κοιτάξουμε έξω από το πλαίσιο και να διδάξουμε τους δικούς μας μαθητές πως πρέπει να δυσπιστούν. Δεν, δεν, δεν…

Είμαστε η χώρα του «Δεν Ξεχνώ» σε όλα και παντού, αλλά ξεχνάμε πόσα άδεια μυαλά είναι σε θέσεις που δε θα έπρεπε να είναι. Μια ματιά στο γραπτό των Νέων Ελληνικών φέτος στις Παγκύπριες Εξετάσεις φτάνει να καταλάβει κάποιος, ότι η Κύπρος είναι η χώρα όπου το μέλλον θυμίζει τόσο παρελθόν! Είμαστε ένα κράτος περιστοιχιζόμενο από κουμπάρους, συμπεθέρες, ναφθαλίνες, απατεώνες και γλύφτες, πλαστά πτυχία, πλαστή ζωή. Α, είμαστε και της σούβλας και του μερσεντές!

13308245_1126668220709097_3028016789794042976_o

Ένα καλοκαίρι

Φέτος δε λέει να ‘ρθει το καλοκαίρι. Όπου πηγαίνεις χειμωνιά: βροχή, αέρας, λάσπη. Κάποιες κλεφτές ηλιοστιγμές από τύχη μας κάνουν «τσα» και φτου εξαφανίζονται στο πρώτο χειροκρότημα. Εκεί που φέγγει λίγο ο ήλιος έρχεται πάλι απροσδόκητα η καταιγίδα, δριμύτερη κι αφήνει πίσω της πάντα λασπόνερα. Ώσπου να στεγνώσουν αυτά στεγνώνουν και οι άνθρωποι.

Κάπου μυρίζει καλοκαίρι. Η άμμος χρυσίζει και τσούζει τις πατούσες των ποδιών ηδονικά, που χώνονται όλο και πιο βαθιά να ζεσταθούν και ν’ αγκαλιάσουν τις διπλανές πατούσες… να διώξουν το χειμώνα των τελευταίων χρόνων. Κάπου ακούγονται οι ρακέτες ρυθμικά που σ΄ αποκοιμίζουν σαν νανούρισμα και το οβάλ καρπούζι δροσίζεται στο κύμα για να ξεδιψάσει τα καμένα χείλη. Κάπου είναι καλοκαίρι και τα βάσανα του κόσμου από ελέφαντες μοιάζουν με μυρμήγκια και οι επιθυμίες εκπληρώνονται χωρίς αποχές και ενοχές. Απλά, απέριττα, ηλιόλουστα.

Κάπου δεν θα γράφουμε για το καλοκαίρι, θα το ζούμε.

12647558_10153760884665590_9162045608296470847_n

Ριζοκάρπασο, Κύπρος

Gloomy Sunday

Είναι οι Κυριακές που περνάμε σε σπίτια γεμάτα κόσμο και δεν μιλάμε, δεν ακούμε, δεν υπάρχουμε. Όσο η μοναξιά μας πίνεται σε καφέδες και ποτά χωρίς πόθο μόνο κατάποση. Όσο ακόμα περιμένουμε τον έρωτα, που δεν έκανε τον κύκλο του να γυρίσει πίσω με μιαν αγάπη κι ένα πάθος σε αγκαλιές και όχι λόγια, άχρονος, μη αντιστρέψιμος. Όσο οι φιλίες χάνονται άσκοπα, άδικα, αδικαιολόγητα, άγαρμπα.  Όσο κρυβόμαστε από τους εαυτούς μας, τα θέλω μας, τα όχι και τα ναι. Όσο ο καρκίνος τρυπώνει κάτω από το πετσί κάθε μέρα, κάθε μήνα, τις γιορτές και τις αργίες, κοιμάται, ξυπνά για πόσο ακόμα. Όσο η θάλασσα ξεβράζει κορμιά και θαλασσόξυλα που θα στοιχειώνουν συνειδήσεις. Όσο οι άνθρωποι ξυπνάνε τις Δευτέρες χωρίς δουλειά, χωρίς φαί, χωρίς σπίτι, χωρίς πατρίδα. Όσο οι Κυριακές χωρίς λιακάδες και ανοιχτά παράθυρα κρατάνε μήνες.  Όσο εσύ λείπεις γιατί ο θάνατος δεν χωνεύεται με τίποτα. Όσο η Sinead φεύγει για να χαθεί.

13221420_1124243990951520_8639218798948447770_o

 Μόναχο, 2016

 

 

 

 

Ζήλεια ζαβή

Bλέπω καθημερινά την ομορφιά, την αγάπη, τον έρωτα, την ποίηση, αυτά τα ωραία και μεγάλα στα πιο μικρά πράγματα του μικρόκοσμού μας. Βλέπω ακόμα την ασχήμια, την γκρίνια, τον πόνο, την αρρώστια, την απώλεια να βαραίνει τη ζυγαριά της ζωής όλο και περισσότερο. Βλέπω όμως και την αναθεματισμένη ζήλεια του άλλου (γιατί αυτός/ή και όχι εγώ) και το θόρυβο που κάνει αυτή η ζαβή ζήλεια όση σιωπή και αν υπάρχει. Πολλή ζήλεια όμως, μ έναν αέρα σιγουριάς «εγώ είμαι καλύτερος».
Αφού ο διάβολος όλους θα μας πάρει, άσε τον άλλο να ζήσει όπως αυτός επιλέγει και μη ζηλεύεις και τη σκιά του.

13260193_10154025998600590_1502151074544576171_n

Έρωτας ατελεύτητος

Αύγουστος, μέρες καύσωνα, θερμοκρασία σχεδόν 40 βαθμοί. Πότιζα πίσω στην αυλή αργά το απόγευμα και το ίδιο έκανε η γιαγιούλα στο διπλανό μου σπίτι. Και ξαφνικά ακούω τις φωνές της:
-Ποιος με βρέχει με νερό;
Και βλέπω τον παππούλη άντρα της, κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο, με το λάστιχο στραμμένο κατά πάνω της να λέει:
-Είπα να σε δροσίσω λίγο μάθκια μου! Το ζευγάρι αριθμεί σχεδόν διπλάσια ηλικία από τη θερμοκρασία εκείνης της καυτής μέρας.  Δροσίστηκα κι εγώ.

Μάρτιος, βράδυ Σαββάτου. Περιμένω να ξεκινήσει η θεατρική παράσταση και ψιλοβαριέμαι. Μπροστά μου, ένα ζευγάρι άνω των 60. Αυτή, ξανθιά, καλοδιατηρημένη, αρυτίδωτη, ομορφιά αφτιασίδωτη. Αυτός με ψαρά μαλλιά, σοβαρός, με κολώνια άλλης εποχής να διαβάζει το πρόγραμμα. Τη βλέπω να περνάει τα δάκτυλά της στα μαλλιά του, να του σιγοψιθυρίζει και αυτός να χαμογελά, αφτιασίδωτα. Τους χαζεύω, έρωτας ατελεύτητος. Κοιτιούνται και βλέπω στα μάτια τους το φως ενός κόσμου που θες να υπάρχεις.

Φεβρουάριος, μέρα βροχερή. Μπήκα στον φούρνο της γειτονιάς στις 6.30 το πρωί. Χρειαζόμουν άμεσα ένα ζεστό κουλούρι κι έναν δυνατό καφέ, πριν το δρόμο για τη δουλειά, για να ξυπνήσω. Στο ταμείο μια κυρία γύρω στα 65 γνωστή στην υπάλληλο, αφού την προσφώνησε με το μικρό της όνομα.
-Καλημέρα κυρία Φοίβη. Πώς είστε; Ο κύριος Ζήνωνας;
– Καλημέρα Ελένη μου.Τα ίδια με τον Ζήνωνα, τα ίδια και εδώ. Ένα ψωμί και μια ταχινόπιττα, όπως κάθε μέρα, απάντησε ψάχνοντας ψιλά στο πορτοφόλι της για να πληρώσει. Αφού τελείωσε, γύρισε προς εμένα που περίμενα στην ουρά και μου λέει:
– Κόρη μου, κάθε πρωί του αγοράζω ταχινόπιττα, του φτιάχνω τον καφέ του και τον περιμένω να ξυπνήσει. Είμαστε 40 χρόνια παντρεμένοι. Κάθε πρωί ξυπνάω πριν τον Ζηνωνή μου και τον περιμένω να ξυπνήσει. Καλή σου μέρα κόρη μου τζαι αν είσαι παντρεμένη να ξυπνάς πριν τον άντρα σου τζαι να του ετοιμάζεις πρωινό σαν να είσαστε ερωτευμένοι.

Μου χαμογέλασε κι έφυγε. Ήρθε η σειρά μου και η ταμίας μου λεει:
-Ο κύριος Ζήνωνας είναι σε κώμα χρόνια τώρα, μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό και η κυρία Φοίβη του αγοράζει καθημερινά μια ταχινόπιττα, κάτι που αγαπούσε πολύ. Πάει στο σπίτι, κάθεται και περιμένει να ξυπνήσει, λέγοντάς μου με σιγουριά: 《Ελένη μου, σήμερα θα ξυπνήσει.》

Πλήρωσα βουρκωμένη, έφαγα ένα χαστούκι μαζί με το κουλούρι μου και μπήκα στο αμαξι φωνάζοντας δυνατά:

-Κύριε Ζήνωνα, ξύπνα, ξύπνα σε παρακαλώ!!!

Όσο οι μελανιές δε φαίνονται

Αναρωτιέμαι συχνά, συχνότερα τελευταία με τους ανθρώπους, γυναίκες ή άντρες, που αντί να διαλύσουν ένα γάμο ή μια σχέση προτιμούν να διαλύουν αργά μα σταθερά τους συντρόφους ή και τους ίδιους τους εαυτούς τους.  Άλλοι λειτουργούν στη σχέση σαν διάφανα μπιμπελό ή σαν έπιπλα μηδενικής λειτουργικότητας, υπάρχουν απλά για να μην είναι άδειο το σπίτι, άδειες οι ψυχές τους.  Άλλοι φοράνε τον μανδύα του «σκλάβος σου για πάντα και σε όλα», «είμαι το σκυλάκι σου και τρέχω στο σφύριγμά σου» ή «κάθε διαταγή σου επιθυμία μου» έστω και αν ο άλλος συνειδητά ή υποσυνείδητα τους ταπεινώνει ή τους αγνοεί επιδεικτικά.

Με το άλλοθι και τη δικαιολογία μιας κακής παιδικής ηλικίας, τα τραύματα προηγούμενων σχέσεων κάνουν σκουπίδι ο ένας τον άλλο με οποιοδήποτε μέσο διαθέτουν. Ανευθυνότητα, βαρεμάρα, βία λεκτική, σεξουαλική, σωματική, ψυχική ή συναισθηματική γίνονται συχνά, ίσως και καθημερινά φαινόμενα. Τα παιδιά, τα οικονομικά, τα περιουσιακά, ο φόβος της μοναξιάς και όλα τα σχετικά άσχετα τους κρατάνε σε μια σχέση στηριζόμενη σε ξυλοπόδαρα μέχρι να τους τσακίσει.

Παρ’ όλα αυτά νιώθουν ευτυχισμένοι στα μάτια των φίλων, της οικογένειας, είναι ευτυχισμένοι που μειώνουν τον άλλο, είναι ευτυχισμένοι όσο οι μελανιές δε φαίνονται. Είναι ευτυχισμένοι, γιατί στους έξω δηλώνουν ζευγαρωμένοι, ταιριαστοί,  αγαπημένοι και πλήρεις. Είναι ευτυχισμένοι και εσύ ως τρίτος, ως παρατηρητής θαυμάζεις την ευτυχία και την προσποίηση της ζωής τους ζηλεύοντας λιγάκι αυτή την κορδωμένη θαλπωρή. Αυτοί οι άνθρωποι, γυναίκες ή άντρες αισθάνονται ασφαλείς μέσα στην ανασφάλειά τους, κρύβουν καλά χιλιάδες μικρές ή μεγάλες ελπίδες για μια ευτυχία που δεν έρχεται. Αρνούνται να δουν την ασχήμια ενός ανθρώπου, που φάνταζε κάποτε στον κόσμο τους μοναδικά όμορφος.  Συνεχίζουν σιωπηλά και γονυπετείς να είναι ευτυχισμένοι.

Αυτοί οι άνθρωποι είσαι εσύ και εγώ και ο διπλανός μας. Δε γίνεται να σκοντάφτεις στις πληγές σου και να βαδίζεις στα θολά, γιατί η ζωή δεν μπορεί να τελειώνει μέσα στη σιωπή ακόμα και όταν οι μελανιές ξεθωριάζουν.

images

Photo: Wolfgang Pietrzok. «Quetschungen»

Friend, Unfriend, Block etc

Ως άνθρωπος  δύσκολα αποχωρίζομαι πρόσωπα, αντικείμενα και αναμνήσεις. Μπορεί να έχω μαζέψει ενθύμια δεκαετιών σε κασόνια, από τα γράμματα της γιαγιάς μου, την κασέτα τηλεφωνητή με τα μηνύματα του πρώτου έρωτα, ραβασάκια και ξεθωριασμένες φωτογραφίες, σημειώσεις φοιτητικές, κτλ κτλ. Υπήρξα άνθρωπος που έφτασα στον γκρεμό και γύρισα πίσω πολλές φορές, είτε από μια εσώτερη δύναμη να ζήσω, είτε από τα γαμοσταυρίδια των δικών μου ανθρώπων και γέλασα ξανά, συγχώρεσα και με συγχώρεσαν, ερωτεύτηκα, έγινα μάνα, πλησίασα τον θάνατο, του χαμογέλασα και τον έφτυσα, είπα «συνεχίζουμε». Είμαι άνθρωπος που η αλήθεια μου, τα σημαντικά μου είναι οι θετικοί και  λιγοστοί εκείνοι  άνθρωποι που συνάντησα στην έξω ζωή και ακόμα συναντώ.

Και ερχόμαστε στο φέισμπουκ, όπου έχω γνωρίσει απίθανους ανθρώπους με χιούμορ,  σαρκασμό, δημιουργικότητα, φαντασία, τρέλα, αιρετικό βλέμμα, καλοπροαίρετη κουβέντα, πλάσματα ερωτικά και γεμάτα. Ξεκινάς από δω, τους διαβάζεις, τους μιλάς και τους γνωρίζεις από κοντά, γιατί το Present θες να γίνει Present Continuous, που είναι ο σωστός χρόνος με τους ανθρώπους που έχεις κάτι να πεις είτε στο φέισμπουκ, είτε στον έξω κόσμο.

Είναι όμως και οι άλλοι «φίλοι» που δεν σέβονται, γιατί ζουν μόνο μέσα σε εισαγωγικά. Έξω από αυτά δεν υφίστανται. Οι εικονικοί φίλοι, με χιλιάδες λέξεις πλασμένοι. Δεν ακούνε την χροιά της φωνής σου, δεν σ΄ έχουν αγκαλιάσει, δεν έχουν κοιτάξει το βλέμμα σου, δεν άκουσαν το γέλιο σου, δεν έχεις πιεί μαζί τους, δεν σου είπαν αν το φαγητό σου είναι καλό ή ανάλατο, δεν σε είδαν μεθυσμένο, δεν κάηκες στον ήλιο μαζί τους. Και πάραυτα είναι «φίλοι» σου εδώ μέχρι να βρεις κάτι που δε σου αρέσει και τόσο και που υπό άλλες συνθήκες θα το προσπερνούσες ή θα το συζητούσες. Μέχρι να βρεις κάτι που λίγο να διαφωνείς για να εκτονώσεις όλο το ζόρι που κουβαλάς από την πραγματική ζωή. Και τι κρίμα με τα λάικ και τα μη λάικ, τα πικρόχολα σχόλια, τις ανταγωνιστικές επιδείξεις των υπέρμετρων εγώ, των συντετριμένων εγώ, αυτών που χρειάζονται περισσότερο χρόνο από ένα πληγωμένο γόνατο ή μια ανοιγμένη μύτη για να επανέλθουν. Που ακριβώς δεν ξέρω.

Και ξεδιπλώνεται φανερά ή λιγότερο φανερά ή τόση αναπηρία στην επαφή, η συναισθηματική παράλυση και το μπλέξιμο στα δίκτυα. Και δεν ακούς πια τον άλλο, δεν κάνεις διάλογο, να του πεις τι σ΄αρέσει, τι σε χαλάει, τι έχει χαθεί στο εγώ και στο εσύ. Ο διάλογος εξάλλου είναι θέμα παιδείας. Και η παιδεία δεν βρίσκεται στα πτυχία, τα διδακτορικά, τα λεφτά και τα μεγάλα τζάκια.  Και πατάς κουμπάκια και σβήνεις ανθρώπους πίσω από τα κουμπάκια, τους διαβολοστέλνεις λίγο ή πολύ χωρίς λέξη. Και αν δεν τους κάνεις ανφρεντ, τους κρατάς από εγωισμό και τους παρακολουθείς, για να μην σε πουν και αγενή. Γιατί η ευγένεια βουλιάζει καθημέρινα σ΄ένα βάλτο αξιών και ανθρωπιάς.

Λίγοι είναι αυτοί που έχουν «αιχμαλωτίσει» την ευγένεια και αρνούνται να την αποχωριστούν και λιγότεροι αυτοί που έχουν την αγένεια να την υποκριθούν. Δικαίωμα στην ανωριμότητα έχουν όλοι. Στην σκατοψυχιά κανένας.

Αλάθητος

Το να εκθέτω δημόσια τον εαυτό μου, το έργο μου, τις ιδέες μου, τη μουσική μου, την τέχνη μου, τις πράξεις μου γενικότερα συνεπάγεται ότι είμαι ανοιχτός στην κριτική (θετική ή αρνητική), στο άλλο βλέμμα, τις επισημάνσεις, τις διορθώσεις, τις παρεμβάσεις των ανθρώπων τους οποίους εμπιστεύομαι.  Εκτίθεμαι γιατί το αντέχω.  Είμαι έτοιμος να τσαλακωθώ, να λυγίσω, να βελτιωθώ, να ωριμάσω, να προχωρήσω. Όλα αυτά αποτελούν για μένα ισχυρούς και πολύτιμους οδοδείκτες για την συνέχεια σε ό, τι κάνω. Δικαίωμα στην αποτυχία και την επιτυχία έχει ο κάθε άνθρωπος.

Το να λες «ευχαριστώ», «παρακαλώ», «έσφαλα»,  «συγνώμη» θέλει να μην είσαι ερωτευμένος με την πάρτη σου. Ή να εκτιμάς τον εαυτό σου λίγο παραπάνω, ώστε να μη φοβάσαι ότι κινδυνεύει το κοσμοείδωλό σου αν παραδεχτείς ότι δεν είσαι αλάθητος. Ενοχλείσαι με το ένα, σε πειράζει το άλλο, μια στραβοτιμονιά του ενός, μια στραβοβελονιά ή ένα γλίστρημα του άλλου τρως μια φρίκη. Φτάνει πια με την υπερμεγένθυνση της ενόχλησης. Αν ενοχλείσαι μην κοιτάς, μην διαβάζεις, μην ακούς. Δεν πειράζει, θα σου περάσει.