Real friends

Όταν μηδενίζεται η απόσταση και ο χρόνος. Όταν δεν έχουμε ξεχάσει ποτέ και πουθενά να μιλάμε ο ένας στον άλλο, να κοιταζόμαστε, να αποκωδικοποιούμε τα αμίλητα, να λέμε σ΄ αγαπώ,  σ΄εκτιμώ, σε θέλω στη ζωή μου. Όταν σε ψάχνω γιατί είμαι άρρωστος, σωματικά ή ψυχικά, όταν ουρλιάζω γιατί φοβάμαι και είσαι εδώ τα ξημερώματα ακόμα και με τις πυτζάμες ή την ημέρα με τα ταγιέρ, τα κουστούμια και τις γραβάτες. Όταν μου λες αν το φαγητό μου είναι καλό ή θέλει λίγο αλάτι ακόμα, γιατί έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι ή το γλυκό μου σ΄έχει λιγώσει, γιατί γλυκαθήκαμε παράλληλα με τους έρωτές μας.  Όταν η συγκίνησή μου είναι βαθιά για το ρίσκο που πήρες να με χάσεις οριστικά ερχόμενος σε ρήξη μαζί μου, προκειμένου να μη με αφήσεις να φάω πάλι τα μούτρα μου, έστω κι αν τα τρώω για πολλοστή φορά. Όταν η ζήλεια περνάει, η αμφιβολία έχει πάψει να είναι δεύτερη φύση και η εμπιστοσύνη χτίζεται πάλι με τον χρόνο που χάσαμε μεταξύ μας,  γιατί ως άνθρωποι ζηλεύουμε, αμφιβάλλουμε, πικραινόμαστε, απομονωνόμαστε, αναλύουμε πράγματα και καταστάσεις που μας τσούγκρισαν για να επιστρέψουμε εκεί που είχαμε μείνει, αφού εκτιμήσαμε τις στιγμές αλλιώς για να ζυμωθούμε πιο πολύ, πιο μεστά. Μαζί. Όταν δεν αρνείσαι μέσα κι έξω σου να λες συγγνώμη, έσφαλα, ευχαριστώ, διαφωνώ αλλά είμαι εδώ, χαίρομαι με τη χαρά σου, πονώ όταν πονάς. Όταν δεν κουβαλάς κόμπλεξ κι εγωισμό, όταν ζεις χωρίς εισαγωγικά και ημερομηνίες λήξεως. Όταν ξορκίζεις το κακό και τη γρουσουζιά με κάθε ευκαιρία, κατανοείς τις ανθρώπινες αδυναμίες και τα πταίσματα, χωρίς να κρίνεις και να καταδικάζεις, χωρίς πως, πότε και γιατί. Όταν σέβεσαι τον ευατόν σου και τον απέναντί σου χωρίς ουδεμία τσιγγουνιά. Όταν ξαναβρίσκεις τους ανθρώπους της καρδιάς σου εκεί που τους άφησες  και ξεκλειδώνεις το πάρε δώσε της αγάπης. Πάλι και πάλι.  Γιατί οι real life friends είναι η οικογένεια που διαλέγεις.

11223906_778993738872228_690163303488710095_n

Yalla Yalla

Μπάνιο στη θάλασσα, στο έβγα του Αυγούστου. Πατέρας, αραβικής προέλευσης δίπλα μας λέει γλυκά στα λουόμενα παιδιά του: yalla, yalla, έξω. Ώρα για επιστροφή στο σπίτι, αντιλαμβάνομαι εγώ. Και σκέφτομαι έναν άλλο πατέρα, όχι πολλά ναυτικά μίλια μακριά από την Λεμεσό να φωνάζει στους δικούς του μέσα στο χαμό των βομβαρδισμών: Yalla, yalla, με τον τρόμο του θανάτου στα μάτια. «Πάμε να φύγουμε, να σωθούμε». Ένας πατέρας αγωνιά και «τρέχει» για τη ζωή. Ό εδώ πατέρας μαζεύει τα μικρά σωσίβια και στεγνώνει τα παιδιά του τρυφερά μετά το απογευματινό μπάνιο στη θάλασσα κι ο εκεί πατέρας δένει στα αδύναμα σώματα των παιδιών του τα σωσίβια γιλέκα για να μπουν σ΄ένα φουσκωτό σκάφος χωρίς να ξέρει πότε θα στεγνώσει η υγρή θάλασσα στα σώματά τους. Και η φρίκη δίπλα και παραπέρα να συνεχίζεται…
Και μεις οι εναπομείναντες ζωντανοί, εμείς που «γλυτώσαμε» οφείλουμε να αντιστεκόμαστε στο φόβο, να είμαστε δίπλα σ΄ αυτούς τους ανθρώπους, να δίνουμε κουράγιο, να κρατάμε μακριά τη γρουσουζιά και να μη συνηθίζουμε το κάθε μακελειό σε ανθρώπινες ζωές και ιστορικά μνημεία.

10873011_843335599063992_8079361845158713114_o

 Buildings Photo by Zaina Erhaim

Φιλοξενία

Αεροπλάνα, πλοία, τρένα, μηχανές. Με όλα ή σχεδόν όλα ταξιδεύεις χωρίς στιγμή ν΄ αναρωτηθείς ως πότε και μέχρι πού αρκεί να φτάσεις στη φιλοξενία των ανθρώπων και των τόπων. Σπουδαία αρετή και ίσως πια σπάνια η φιλοξενία όση διάρκεια κι αν έχει. Να μην αισθάνεσαι έξω απ΄ το πετσί σου, να βρίσκεσαι εκεί που βρίσκεσαι όχι προσωρινά και ας είναι για λίγο, να νιώθεις μόνιμος και ας φεύγεις σε κάποιες ώρες. Φιλόξενα είναι εκεί που κοιμάσαι στην τάβλα και νιώθεις σαν πούπουλο, εκεί που ένας καφές, ένα κρασί, ένα τραπέζωμα, διανυκτερεύσεις με ατελείωτες συζητήσεις συνδέουν τον ξενιστή με τον ξένο ανώδυνα and everything makes sense.

Και από την άλλη υπάρχει η αφιλοξενία κι η αξενία,  η απροθυμία ν΄  ανοίξεις τις πόρτες και τις αγκάλες σου στους ανθρώπους, η έλλειψη φιλόξενης διάθεσης. Μαγκωμένες στιγμές ζεις όταν ξυπνάς στην πολυτέλεια και θες να δραπετεύσεις, όταν ο μάλλον γλυκύς καφές γίνεται χολή και το φαγητό σού κάθεται στο στομάχι. Όταν η τσιγκουνιά εσωτερική κι εξωτερική του «νοικοκύρη» και η μικροψυχία του σ΄ απομακρύνει χωροχρονικά και σου αφήνει μια στυφή γεύση και έναν λεκέ στα μέσα σου.

Να πηγαίνεις εκεί που αισθάνεσαι όμορφα, εκεί που οι άνθρωποι αγκαλιάζουν τις ιστορίες σου φιλόξενα, άφοβα, αζήλευτα και ας σε «χαστουκίζουν» και σε «τσιμπάνε» μερικές φορές γιατί σε νοιάζονται. Να γεύεσαι κάθε στιγμή, κάθε δροσιά της θάλασσας, κάθε κόκκο της άμμου, κάθε κουκούτσι του καρπουζιού, κάθε ανατολή και δύση του ήλιου, όλες τις διαδρομές, όλες τις ανηφόρες και τις κατηφόρες του δρόμου και του σώματος. Τότε ανοίγονται αδιανόητα τοπία και εκεί ξαναγυρνάς, στον τόπο που σε «φιλούν» και τους «φιλάς».

Ένα-δυο ανθρώπους χρειάζεσαι, λίγους, αλλά να είναι υπαρκτοί. Και κλείνοντας την πόρτα δεν φεύγεις και τ΄αφήνεις όλα πίσω, αλλά τ΄αφήνεις όλα ανοιχτά για να ξαναγυρίσεις εκεί που στεγάζεται η Φιλοξενία των ανθρώπων και των τόπων.

14054544_1206338606075391_1875704875689119041_o

Σκληθρί, Σκιάθος Αύγουστος 2016

Θάλασσα

Από τη θάλασσα εισέβαλαν οι κατακτητές και εμείς πνίξαμε τα όνειρά μας στο βυθό της. Πάνω σε σχεδίες και γεμάτα καράβια φτάσαμε στη στεριά, τη νέα πατρίδα με τις παράπλευρες απώλειές μας. Στη θάλασσα θυμάμαι καλοκαίρια της παιδικής και εφηβικής χαράς. Οι έρωτες και οι φιλίες ανεξίτηλα γραμμένες στη γεωγραφία των ελληνικών νησιών. Ωραία και τα πάρκα και τα κάστρα, οι λίμνες και οι Άλπεις, το πράσινο της Ευρώπης που έζησα. Επιλέγω όμως την αλμύρα της Μεσογείου, που αφήνει στο δέρμα και τη ψυχή το καθάριο και την καυτή άμμο που ξαναγράφουμε τ΄ όνομά μας. Γιατί το ατελείωτο μπλε της θάλασσας που γίνεται ένα με το γαλάζιο τ΄ουρανού δεν μπορεί να το αγγίξει κανένας εισβολέας.

11218695_10153393431635590_1133877047513011979_n

Πωμός, Κύπρος 2015

Με λένε Μαρία

Μαρία, Μαράκι, Μαριώ, Μαρίκα, Μαρούλα, Μαίρη, Μάρω, Μαριγώ και άλλα πολλά υποκοριστικά λιγότερο γνωστά.  Ένα όνομα, πολλές ονομαστικές γιορτές για τις Μαρίες,  σε σημείο εκνευριστικό συχνά, γιατί δεν ξέρεις πότε να ευχηθείς και πότε να σωπάσεις.  Λες Μαρία και μια γυναίκα σίγουρα θ΄ακούσει  τ’ όνομά της και θα γυρίσει να σε κοιτάξει, στη Μεσόγειο, στη Βόρεια Ευρώπη, στην Λατινική Αμερική, κάπου στο σύμπαν. Οι Μαρίες της μουσικής, της ποίησης και της λογοτεχνίας, του χορού, της επιστήμης, της αγάπης, του έρωτα, της φλόγας, του πόθου, του πάθους, της αγκαλιάς, της οικογένειας, της φιλίας. Μαρία με τα κίτρινα, με τα κόκκινα, με τα μαύρα. Μαρία του κόσμου όλου.

Η Μαρία ίσον ευτυχία, χαρά, ευκαιρία, ευθεία, ευημερία, πορεία, παρέα, ανήμερα θηρία, μακρινά τοπία, παρανομία, ιστορία, φαντασία, φλυαρία, δημιουργία, λατρεία και ο κατάλογος μακρύς.

Ειδικά τις μέρες που ζούμε γυρεύουμε κάθε Μαρία, που σαν άλλη Λωξάντρα έχοντας μυστικά της μπαχάρια την αγάπη, την γενναιοδωρία και την αλληλοστήριξη θέλει πάντα στη μεγάλη αυλή της να κερνάει όλους τους λαούς της γης τον καφέ και το γλυκό της. Θέλει να κερνάει με μοναδικό της όπλο την ανοιχτή αγκαλιά και να στέκεται στο ύψος του Ανθρώπου.

Ν΄ αγαπάτε τις Μαρίες σας σήμερα, αύριο και πάντα.

maria

Η γλύκα του ανθρώπου

Στο φούρνο της γειτονιάς μου δουλεύει χρόνια τώρα μια κοπέλα, γύρω στα σαράντα που έχει τα πιο θλιμμένα μελιά μάτια και το πιο γλυκό χαμόγελο που έχω δει τον τελευταίο καιρό. Μέσα από το σκουφάκι που φοράει στο κεφάλι ξεπετάγονται λίγες άσπρες τρίχες, που της δίνουν μια γλύκα στο πρόσωπο λες και το αλεύρι ή η ζάχαρη διάλεξαν να την στολίσουν, να της πάρουνε την θλίψη των ματιών της.

Κάθε φορά φεύγοντας από τον φούρνο μας κερνάει ένα μουστοκούλουρο ή ένα μπουρέκι της αναρής και εγώ νιώθω μια παιδική χαρά, γιατί υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που δωρίζουν μαζί με το κουλουράκι όλη τη γλύκα της ψυχής τους.

1622649_10153856927365590_5260501647152113021_n

Μπουρέκια και πισίες (παραδοσιακά γλυκά της Κύπρου)