Όμοδος,Κύπρος- Φεβρουάριος 2017
Συντάκτης: marouthki
Τσίκνα και δυσοσμία
Παντού τσίκνα και δυσοσμία. Στους δρόμους, τα μαγαζιά, τα σπίτια. Βρίζουμε τον κόσμο γύρω μας, βρίζουμε τους δημοσιογράφους, βρίζουμε τους αστυνομικούς, βρίζουμε στα γήπεδα, βρίζουμε τους αλλοδαπούς, τους αλλόθρησκους, τους αλλόγλωσσους. Παίρνουμε τη σειρά του μπροστινού στις δημόσιες υπηρεσίες, περνάμε με κόκκινο, δεν δίνουμε προτεραιότητα σους πεζούς, σπρωχνόμαστε στις κυλιόμενες σκάλες, σκαλίζουμε εκεί που δεν μας σπέρνουν.
Στα λεωφορεία μυρίζει τσίκνα και τηγανίλα.Οι άνθρωποι σκυθρωποί και σκυμμένοι, πηγαίνουν κι επιστρέφουν κουρασμένοι και βασανισμένοι. Κρύβονται μέσα στα παλτά τους και μέσα στα σώματά τους εκτυλίσσεται το δικό τους δράμα. Ρούχα και σάρκα μυρίζουν τσίκνα. Μοιάζει να μην έχουμε απορροφητήρες σ΄αυτή τη χώρα. Όλες οι μυρωδιές μένουν επάνω μας και ξινίζουν. Η μυρωδιά του δευτέρου παγκοσμίου, η μυρωδιά του εμφύλιου, η μυρωδιά της χούντας, η μυρωδιά της εισβολής του 74΄, οι μυρωδιές των δημοψηφισμάτων. Και μεις τρώμε τις σάρκες μας.
Δεν αντέχεται η αποφορά και η δυσοσμία μας. Ας βάλουμε επιτέλους τα ρούχα στο πλυντήριο. Ας σταματήσουμε να τηγανίζουμε. Ας πλυθούμε επιτέλους.
Χαϊκού στο μπαρ
Άλμπουμ
Οι φωτογραφίες της παιδικής ηλικίας, τα πρώτα βήματα, οι μελανιές στα γόνατα, οι ουλές στα χείλη και το πηγούνι, το πρώτο ποδήλατο, οι βόλτες στα καρουζέλ, τα πάρτυ γενεθλιών, οι πύργοι στην άμμο πολλών καλοκαιριών, οι παραστάσεις του μπαλέτου, η αποφοιτήσεις, τα καπέλα στον αέρα, οι φίλοι και οι έρωτες στα χρόνια της αθωότητας, τα ταξίδια, η ζωή στα ξένα, οι αναχωρήσεις, τα μαντήλια στα τρένα, οι επιστροφές, οι πρώτες αποτυχίες, οι απαραίτητες λύπες, οι ήττες των συναισθημάτων, οι σωματικές αντιδράσεις, τα χαρμόσυνα νέα για κάθετι καινούργιο, οι πρώτες ρυτίδες, οι απώλειες, οι αποχαιρετισμοί.
Η ζωή μας ένα άλμπουμ ιστορίες
Love letters
Στο πρώτο γράμμα έγραψες, πόσο ήθελες να μου φιλήσεις τα χέρια, να περάσεις τα δάχτυλα μέσα απ΄τα μαλλιά μου και να τα μυρίσεις. Στο δεύτερο έγραψες, πως μου χαϊδεύεις τη ραχοκοκαλιά και μου ψιθυρίζεις στ΄αυτί γλυκόλογα. Στο τρίτο έγραψες, για τα κορμιά μας που γίνονται ένα, πως κυριεύεις τις ηδονές μου κι εγώ σε καθοδηγώ στα θέλω του σώματος και του μυαλού μου. Στα επόμενα γράμματα οι διαστάσεις του έρωτά μας διογκώνονται και οι προσμονές γίνονται άυλες. Οίστρος, έκρηξη, πόθος, πάθος, ησυχία, σιωπή.
Τώρα τα γράμματά σου κομματάκια, σκορπισμένα στο χαλί κι εγώ κρύβομαι στο χώρο και στο χρόνο. Δεν βλέπω τα μέσα μου, όμως τα νιώθω. Κομματάκια σκορπισμένα στον αέρα. Κλείνω τα μάτια και φυσάω δυνατά όλα τα σκορπισμένα: γράμματα, λέξεις, υποσχέσεις, συναισθήματα. Κι ονειρεύομαι πως πετάω αψηφώντας για λίγο τη βαρύτητα και μετά πέφτω και πάλι προς τη γη. Μια πτώση διαρκής μ΄ ένα τέλος αβέβαιο.
Ησυχία. Σιωπή. Ξάφνου ακούω πάλι τον κτύπο της καρδιάς μου. Μετατοπισμένης.
Προοπτική
Ψυχή μου
Αλεξάνδρα
Τις τελευταίες μέρες κλεινόταν στο δωμάτιό της. Οι κουρτίνες ήταν κλειστές, μα το αμυδρό φως του συννεφιασμένου Λονδίνου τις διαπερνούσε για να της φέρει ένα φως, που η ίδια είχε χάσει και ξεχάσει. Το κρεβάτι της ήταν πια το καταφύγιό της. Κρυβόταν κάτω από τα άσπρα σεντόνια, που μύριζαν λεβάντα, έκλεινε τα μάτια της και κολυμπούσε στο δικό της λιβάδι από λουλούδια, σε μυρωδιές άνοιξης, σε θάλασσες ενός ζεστού καλοκαιριού των παιδικών της χρόνων στο νησί του πατέρα της κι έβγαζε κραυγές. Κραυγές χαράς, πόνου, θλίψης, αποχαιρετισμού. Και μετά απόλυτη και βαθιά σιωπή. Χλωμή σιωπή σαν το δέρμα της. Ξάφνου ο φόβος του θανάτου πάντα εκεί γινόταν ένα στοίχημα, μια παρτίδα αν θα νικήσει ή αν θα χάσει. Δεν πίστευε σε κανένα θεό πια, μήτε στον διάβολο. Ούτε σε θαύματα πίστευε. Χωνόταν κάτω από τα άσπρα της σεντόνια και χανόταν στον δικό της φθαρτό κόσμο, προσμένοντας τις στιγμές σ΄έναν κόσμο που δεν θα πονούσε πια.
Nanoseconds
Ο χρόνος τρέχει ξοπίσω μου και με κτυπά στην πλάτη. Δεν γυρνάω να τον δω. Συνεχίζω. Φτιάχνω καθετί με προσοχή, περίσκεψη, λογική. Όλα καλά, μου ψιθυρίζω. Όλα με πλάνο. Ο χρόνος με ακολουθεί. Τον αγνοώ και πάλι. Τρέχω να προλάβω το κάθε μου λεπτό, χωρίς να τον φοβάμαι. Φοβάμαι μόνο τους εχθρούς που με κερνάνε γλυκό, φιλιά, χάδια. Αυτούς που αντί πρόσωπο φοράνε προσωπείο. Αυτούς που την μοναξιά την ντύνουν με έρωτα, λέξεις γεμάτες φωνήεντα που γίνονται άτακτα σύμφωνα. Φοβάμαι αυτούς που δεν παραδέχονται πως φοβούνται. Αυτούς που δεν τολμούν ν΄ακούσουν και δεν αρθρώνουν τίποτα. Φοβάμαι αυτούς που κάθε λύση σ΄ένα έργο την οδηγούν στη διάλυση. Κι όλα σε nanoseconds. Γκρεμίζω και γκρεμίζομαι σε nanoseconds.
Ο χρόνος στέκεται και με ρωτά τι να κάνω. Γυρνάω για nanoseconds και τον κοιτώ. Ο ήλιος με τυφλώνει σαν προβολέας. Καμία αμηχανία. Δεν με νοιάζει. Κοιτάω μπροστά και προχωρώ.



