Το βούτημαν

Βουτώ ποδά, βουτάς ποτζεί και τζείνος πουπάνω δκιόν μας.

Θωρεί μας, καμαρώνει μας τζαι φέγγει την κίνησήν μας.

Ο ήλιος σου τζαι ο ήλιος μου ένας τζαι για τους δκυό μας.

Η θάλασσα της χώρας μας καθαρτικόν για ούλους.

Πλυνίσκει τες αμαρτίες μας, τους πόνους τζαι τες θλίψες.

Πότε εν να καταφέρουμε να δούμεν μαζί τον ήλιον ώντας βουτά;

Όπως βουτά το δειλινόν τζαι χρυσαφίζει ο πλάστης μας τον ουρανόν μας ούλον.

Bodensee, August 2018

Αντίο όμορφο πλάσμα

Την διάβαζα από μικρή και την θαύμαζα απεριόριστα. Την είχα πρωτοδεί από κοντά στον γάμο των αδελφικών μου φίλων και συγγενών της στην Αθήνα το 2006. Εκείνο το βράδυ χόρευε ασταμάτητα όλο ζωή. Ήταν ολόκληρη η ίδια η ζωή και η ελευθερία.
Πριν δύο χρόνια τέτοιες μέρες βρεθήκαμε όλοι στη Σκιάθο για διακοπές. Το προτελευταίο βράδυ πριν επιστρέψουμε στην Κύπρο είχα μαγειρέψει. «Θα κάνουμε ένα λουκούλειο δείπνο το βράδυ. Θα ρθεις ε;» την ρώτησα νωρίτερα εκείνη τη μέρα στην παραλία. «Δεν το χάνω με τίποτα» απάντησε με το σπινθηροβόλο βλέμμα της.
Το ίδιο βράδυ στο τραπέζι ανάμεσα στα φαγητά, τα κρασιά και τα τραγούδια μου λεει: Μαριώ άνοιξε συ το ταβερνάκι σου κι εγώ θα είμαι η πρώτη σου πελάτισσα.
Δεν προλάβαμε Ρίκα.
Κρατάω σφικτά έκτοτε το βλέμμα, την μιλιά και το χιούμορ της στην μνήμη μου. Μαζί κρατάω κι αυτό το απόσπασμα που κάποτε έγραψε.

«Ο Ρικ μου μαθαίνει πως το πιο βαθύ «σ΄αγαπώ» ξεστομίζεται όταν κοιτάζεις όχι τα μάτια, αλλά την πλάτη εκείνης που βγαίνει οριστικά από τη ζωή σου. Πέφτουν οι τίτλοι τέλους μαζί με την ομίχλη. Μπαίνουμε με το Ρικ στο αυτοκίνητο, και καθώς γυρίζω από το αεροδρόμιο, βάζω τέρμα γκάζια- τι άλλο; Μητροπάνο και «Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις.»

Αντίο Ρίκα Βαγιάννη. Αντίο όμορφο πλάσμα.

Bodensee, August 2018

Wake me up when September ends

Ο Αύγουστος έμοιζε πάντα για κείνον ο τελευταίος μήνας του χρόνου. Μήνας φορτωμένος κούραση για κείνον, μήνας ξεκούρασης για τους υπόλοιπους. Άδειαζε η πόλη του, άφηνε ν’ αδειάζει το μέσα του και μελαγχολούσε στους άδειους δρόμους που κυκλοφορούσε. Απέφευγε επιμελώς να επιστρέφει στο νησί του τον Αύγουστο, όταν βούλιαζε από τουρισμό. Το σιχαινόταν κι αυτό και την καταγωγή του τέτοια εποχή. Αδημονούσε να μπει ο Σεπτέμβριος, να πάει εκεί, όπου όλοι επέστρεφαν πίσω στις δουλειές τους.

Τον Αύγουστο ξυπνούσε χωρίς ξυπνητήρια και κοιμόταν αργά χωρίς να τον νοιάζει η επόμενη μέρα. Ο καύσωνας των ημερών του Αυγούστου έκαιγε αργά σαν κεράκι όλους τους προγενέστερους έρωτες που χαρτογράφησαν το σώμα, το μυαλό και την καρδιά του. Τον Αύγουστο αυνανιζόταν δυνατά γιατί κανείς δεν τον άκουγε. Μόνο ο καύσωνας κι ο ιδρώτας μάρτυρες της ηδονής του.

Ήταν τέλη Αυγούστου όταν μετά από μέρες τον βρήκαν νεκρό οι γείτονές του. Άλλοι μίλησαν για αυτοκτονία, άλλοι για δολοφονία. Δίπλα στο νεκρό του σώμα βρισκόταν η τρομπέτα του κι ένα χαρτί που έγραφε: wake me up when September ends.