Τα χρωματιστά σου ρούχα

Χρώματα που ξεθωριάζουν/

Στο σώμα χιλιοφορεμένα/

Στον έρωτα ριγμένα/

Στον ήλιο να στεγνώσουν/

Την αγάπη σου ν’ απλώσουν/

Τον πόνο σου να κρύψουν/

Αφόρετα μην μείνουν/

Το μπλέ τ’ ουρανού/

Το πράσινο των φύλλων/

Το κόκκινο του αίματος/

Το κίτρινο του ήλιου/

Τα χρώματα σου να φοράς/

Κι ας ειν’ ξεθωριασμένα.

Μόναχο, Αύγουστος 2018

Κτύπα

Πίσω από κάθε πόρτα κρυβέται πάντα το φως, η χαρά, το γέλιο, το κλάμα, ο πόνος, η βία, το σκοτάδι, ο έρωτας, η ζήλεια, η μοναξιά, η κατανόηση, το εμείς, το μαζί, τα όχι και τα ναι. Οι καρδιές που ξεκίνησαν χώρια, συνέχισαν μαζί και σταμάτησαν χώρια. Η ζωή που οδηγεί στον θάνατο.

Πίσω από κάθε πόρτα κρύβονται οι πιο σημαντικές ώρες και στιγμές του ανθρώπου που η καρδιά του κτυπά ακόμα.

-Κτύπα, είναι μέσα.

Stein am Rhein-Schweiz, August 2018

Δεν θα μάθω ποτέ

Δεν θα μάθω ποτέ γιατί σταμάτησες να μου μιλάς.

Γιατί οι λέξεις πέτρωσαν στα χείλη μας.

Γιατί οι μέρες μας έσβησαν στο κύμα.

Γιατί το κύμα σκέπασε τον ήχο της φωνής μας.

Γιατί στο εγώ πνίγηκε το εσύ.

Γιατί η σιωπή έκαψε τα σ’αγαπώ.

Δεν θα μάθω ποτέ πως το εμείς έγινε εκείνοι.

Παιδικά καλοκαίρια

Τα πιο ωραία παιδικά καλοκαίρια τα θυμάμαι αρχές της δεκαετίας του 80′, λίγα χρόνια μετά την εισβολή. Τότε λεφτά δεν υπήρχαν ούτε για διακοπές εγχώρια σε ξενοδοχεία ή παραθεριστικά κέντρα. Για διακοπές σ΄άλλη χώρα ούτε κουβέντα.

Έκλειναν τα σχολεία και μετά βούρ να στήσουμε τ΄αντίσκηνα. Μπαίναμε πενταμελής οικογένεια στο πορτοκαλί μίνι κούπερ- αξιοπερίεργο πως χωράγαμε εκεί μέσα με όλα τα απαιράιτητα-και με τον Γιάννη Πάριο μουσική υπόκρουση της διαδρομής φτάναμε στο Governors Beach. Δύο μήνες ολόκληρους, στα μεγάλα πράσινα αντίσκηνα μέσα στους ευκαλύπτους και η πρόσβασή μας στη θάλασσα ήταν κάποια μέτρα μακριά κατεβαίνοντας τους βράχους. Όταν ακόμα η περιοχή δεν ανακαλύφθηκε από τους μεγαλοεργολάβους.

Θυμάμαι κάθε πρωί περνούσε ο κύριος που πουλούσε φρέσκο γάλα και ζεστές ταχινόπιτες κι ο καφές ψηνόταν στο μπρίκι πάνω στο γκαζάκι. Τ’ αντίσκηνα φιλοξενούσαν εμάς και τους θείους, θείες, ξαδέλφια που έμεναν στην Γαλλία, Αγγλία και Νότιο Αφρική. Μαζί τους κάθε καλοκαίρι έρχονταν και φίλοι από κάθε άκρη της γης. Ολημερίς στη θάλασσα, κολύμπι, ψάρεμα, αχινοί και πεταλίδες και το βράδυ έξω απ’ τα αντίσκηνα με τις λάμπες πετρελαίου προσμέναμε με χαρά τους ήχους της κιθάρας και τα τραγούδια απ’ όλες τις χώρες του κόσμου.

Θυμάμαι τα καλοκαίρια τότε γεμάτα απλότητα, ανθρωπιά, λιγότερο φθόνο και κακία. Οι διαφορετικές γλώσσες των ανθρώπων έβρισκαν πάντα ένα κοινό μονοπάτι συννενόησης και επικοινωνίας. Τα καλοκαίρια τότε είχαν τα σημάδια και τη μυρωδιά της αλμύρας στο δέρμα μας και τον ήλιο να μας φέγγει συνεχώς, ακόμη κι όταν έφτανε η ώρα που στ’αντίσκηνα λέγαμε καληνύχτα.

Αστική θλίψη

Η αστική θλίψη δεν βλέπει μήνες κι εποχές

δεν έχει χρώμα μπλε, δε λικνίζεται σε αιώρες

στις παλάμες της βροχή και πέτρες

κρύβεται πίσω απ΄τις κουρτίνες γκρίζων δωματίων

αγαπάει το ταβάνι με νύχια και με δόντια.

Αφωνία

ξεχνάει τα φωνήεντα, απαντάει μόνο στα σύμφωνα

σπάει τις λέξεις στο σκοτάδι

μετράει

365

 

 

 

Οικοτροφείο

Από τα δεκατέσσερα μέχρι και τα δεκαεννιά του χρόνια φοιτούσε σε οικοτροφείο της Ελβετίας. Οι ευκατάστατοι γονείς του τον έστειλαν εκεί, αφού εξαιτίας της δουλειάς ήταν συνεχώς απόντες από την ζωή του. Τα πιο ευαίσθητά του χρόνια τα πέρασε σε κείνο το οικοτροφείο, έναν πύργο εκατοντάδων χρονών μέσα στο πράσινο και με θέα μια από τις ωραιότερες λίμνες εκείνης της περιοχής.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά θέλησε να επισκεφτεί ξανά με τη δική του πια οικογένεια το οικοτροφείο. Όταν κατέβηκε από το ενοικιαζόμενο αμάξι, κοίταξε εκ του μακρόθεν πρώτα τον πύργο και μετά την λίμνη. Τα θαλασσιά του μάτια βούρκωσαν, αλλά το έκρυψε επιμελώς ανάβοντας τσιγάρο. Διέσχισαν έναν υπέροχο κήπο με ηλιοτρόπια και μηλιές κι αφού άνοιξε δειλά την τεράστια ξύλινη πόρτα της εισόδου μπήκε πρώτος κι έπειτα ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Ένας τεράστιος διάδρομος απλώθηκε μπροστά τους και τα βήματά στο παλιό ξύλινο πάτωμα έκαναν ηχώ σ΄όλον τον χώρο. Έκλεισε τα μάτια του και μύρισε την ατμόσφαιρα. Όλες οι αναμνήσεις και οι μυρωδιές τον διαπέρασαν σαν ταινία μικρού μήκους . Περπατούσε σιωπήλος από το ένα δωμάτιο στο άλλο μέχρι που βγήκαν από μια πλαϊνή πορτούλα σε μια αυλή με ορτάνσιες. Και απέναντί τους φάνηκε η λίμνη.

Τα παιδιά έτρεξαν αμέσως προς την άμμο και άρχισαν να ρίχνουν πέτρες στα ήσυχα νερά της. Εκείνος πήρε μια πέτρα από χάμω και κάθησε στο παγκάκι μαζί με την σύντροφό του. Αμίλητος, ανέκφραστος, μουντός. Άναψε τσιγάρο και ψιθύρισε χαμηλόφωνα στ΄αυτί της:

-Η μυρωδιά αυτή μέσα κι έξω είναι η ίδια εδώ και τριάντα χρόνια. Η μυρωδιά αυτή είναι οι εφιάλτες μου, ο πρώτος έρωτας, οι αληθινοί φίλοι.

Μόλις τελείωσε το τσιγάρο, το έσβησε στην άμμο και φώναξε τα παιδιά για την επιστροφή προς το αμάξι ρίχνοντας την πέτρα πίσω του.

Untersee-Schweiz, August 2018