I love Cyprus

Περπατάς βραδιάτικα στην προκυμαία της πόλης σου απολαμβάνοντας την αποβάθρα, που πριν λίγο καιρό δόθηκε στο κοινό (καλo)φτιαγμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τους εμφυτευμένους φοίνικες, τα χάλκινα έργα τέχνης και αναρωτιέσαι αν βρίσκεσαι στο Μαϊάμι. Η αθλητική σου ώρα περιλαμβάνει: ερωτευμένους κάθε ηλικίας να ρεμβάζουν στα βράχια ξεχασμένοι στο χρόνο, τσακωμένα ζευγαράκια στον περίπατο της επαναπροσέγγισης, πυροτεχνήματα πάνω απ’ το κεφάλι σου από τα χλιδάτα γιότ της Μαρίνας, κυρίες fifty something με το Hondos Centre στη μούρη, αλλά σινιέ φορμίτσα και αθλητικό παπουτσάκι σε γρήγορο βηματισμό και τις ψιλόλιγνες γαλανομάτες Ρωσίδες να σέρνουν από το λουρί τα Τσιουάουα και να μοιράζουν εγκεφαλικά στους παππούδες που κάθονται στα παγκάκια ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων. Και ακούς ξαφνικά από πίσω σου: «Καλησπέρα, μιαν παραγγελίαν παρακαλώ: δκυό μιξ (σουβλακοσεφταλιά), καλοψημένες, με διπλές πατάτες τζαί πίκλα. Άτε μάνα μου τζαι ελλυσιάσαμεν της πείνας!»

Και λες τι Μαϊάμι και μαλακίες, οι ρίζες σου σ΄ ακολουθούν everywhere!

13268411_642526652568299_4790421390118681947_o

Λεμεσός, 2016     Φώτο: Αντρέας Λοφίτης

Σκονάκια αγάπης

  • Αγάπη είναι να καίγονται οι πατούσες στον ήλιο.
  • Αγάπη είναι το χέρι του άλλου στον παλτό σου όταν χιονίζει.
  • Αγάπη είναι οι νυσταγμένες αγκαλιές στ΄ ανάκατα σεντόνια.
  • Αγάπη είναι το φιλί και το χάδι στις ουλές μου.
  • Αγάπη είναι τα γραμμένα κίτρινα χαρτάκια που κρύβονται σε σακίδια, ντουλάπες, καθρέφτες και βιβλία.
  • Αγάπη είναι το γλυκό του κουταλιού στο τραπέζι δίπλα στον αχνιστό καφέ μετά τη σιέστα.
  • Αγάπη είναι τ΄ αριστερό μάτι να κλαίει και το δεξί να γελάει.
  • Αγάπη είναι το τρίτο, τέταρτο, χωρίς μέτρημα μπουκάλι κρασί among friends when the night is long.
  • Αγάπη είναι ο ήχος του κλειδιού στην πόρτα.
  • Αγάπη είναι το καρπούζι να δροσίζεται στο κύμα.
  • Αγάπη είναι να κοιμάσαι στο πάτωμα και το σκυλί σου στο κρεβάτι.
  • Αγάπη είναι να είσαι εκεί, όπου κι αν βρίσκεται αυτό.
  • Αγάπη είναι να βλέπεις και με τα δύο μάτια καθαρά.
  • Αγάπη είναι ο χρόνος της τεμπελιάς.
  • Αγάπη είναι ένα καφάσι πορτοκάλια να σε περιμένουν στο κατώφλι του σπιτιού σου.
  • Αγάπη είναι να δείχνεις το φως σ΄ ένα φυλακισμένο σώμα.
  • Αγάπη είναι να λούζεις τα μαλλιά της.
  • Αγάπη είναι ένα ματσάκι αγριολούλουδα στο περβάζι σου να μοσχομυρίζουν.
  • Αγάπη είναι ο αέρας στα πανιά της κάθε βάρκας.
  • Αγάπη είναι να νιώθεις φιλόξενα κι ας κοιμάσαι σε τάβλα.
  • Αγάπη είναι το αίμα μου να σώζει τη ζωή σου.
  • Αγάπη είναι τ΄ ανοιχτά παραθυρόφυλλα, οι κουρτίνες που ανεμίζουν και οι κατσαρόλες που ξεχειλίζουν.
  • Αγάπη είναι τα παλιά ρούχα να φοριούνται σε καινούργια σώματα.
  • Αγάπη είναι το ταξίδι στη βέσπα, στο λεωφορείο, στο πλοίο, στο αεροπλάνο μαζί σου.
  • Αγάπη είναι το τσούγκρισμα των ποτηριών.
  • Αγάπη είναι να μεταμορφώνεις μια αφυδατωμένη ρέγγα σ΄ ένα ροδαλό ροδάκινο.
  • Αγάπη είναι οι ζωγραφιές των παιδιών και το παιχνίδι τους στις γειτονιές του κόσμου.
  • Αγάπη είναι οι φίλιοι αριθμοί. (220, 284)

Αγάπη = «αγνώστου ετύμου»

13417423_1705106486406163_3130520327875343877_n(1)

 Photo by Uli Kuehn

 

 

 

Τρίχες

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι με πολύ ωραία, μακριά, καστανόξανθα μαλλιά με μπούκλες, ανακατωμένα και ανέμελα στο χρόνο.  Όσο τα έλουζε ο ήλιος της Μεσογείου με φως και λάμψη, τόσο το κορίτσι τ’ ανέμιζε περήφανη για τη δύναμη που κουβαλούσε στο κεφάλι της. Ένα έξυπνο κεφάλι που αγαπούσε να διαβάζει ατέλειωτες ώρες  όχι για το «πρέπει», αλλά για το «μ΄αρέσει» ανακαλύπτοντας ένα κόσμο αλλιώτικο απ΄ αυτόν που μάθαινε στα σχολικά βιβλία.

Τότε ήταν που έχασε την κολλητή φίλη της εξαιτίας της σχολικής επίδοσης, για μια σημαία. Καθώς άριστη μαθήτρια που ήταν, της έλαχε να γίνει σημαιοφόρος στη σχολική παρέλαση, αλλά ένας διάβολος μεταμορφωμένος στο σώμα της μητέρας της κολλητής της μεσολάβησε με όλα τα μέσα και τα έξω που είχε και δεν είχε, ώστε η κόρη της να γίνει σημαιοφόρος της παρέλασης και όχι το κορίτσι με τα καστανόξανθα μαλλιά. Το κορίτσι δεν κατάλαβε ποτέ, γιατί οι άνθρωποι βάζουν τις σημαίες πιο πάνω από την αγάπη και τη φιλία, πήρε τη στεναχώρια της κι απομακρύνθηκε από την κολλητή της.

Κλείστηκε στο δωμάτιό της, χανόταν στις σελίδες των βιβλίων της, άπλωνε το χέρι στο κεφάλι της και τράβαγε τη λύπη της τρίχα- τρίχα. Και το κεφάλι της άδειασε από τρίχες και συναισθήματα, όπως αδειάζει ένα σακούλι ζάχαρη. Κοιταζόταν που και που στον καθρέφτη και έλεγε:

-Τρίχες είναι, θα ξαναβλαστήσουν.

Και τα χρόνια πέρασαν και το κορίτσι με τα μακριά, καστανόξανθα μαλλιά μεγάλωσε και ένας άλλος διάβολος που λεγόταν Καρκίνος πήρε όλα τα μαλλιά της και ούτε μισή αχτίδα φως δεν τα έλουζε πια, γιατί όλες οι τρίχες εξαφανίστηκαν. Κοίταζε το φαλακρό κεφάλι της μπροστά στον καθρέφτη και σιγομουρμούριζε:

-Τρίχες είναι, όλα τρίχες! Αλλά εγώ τώρα ζω και αράζω με ή χωρίς τρίχες.

Και χόρευε ανεμίζοντας το πολύχρωμο φουλάρι της ευτυχισμένη!

10873644_10152933123895590_2470525132978650524_o

Πόρτες

13255973_10154041137740590_7191254652090865261_n

Κάποιες Κυριακές, νωρίς το πρωί χαζεύω τις πόρτες των σπιτιών. Κι είναι κλειστές συνήθως. Κοντοστέκομαι στο κατώφλι, εικάζω τι κρύβεται πίσω, βαθιά μέσα σ΄ εκείνες  τις πόρτες, παραμυθιάζομαι με ανθρώπινες ιστορίες χαράς και μη χαράς. Περαστική βαδίζω στην επόμενη πόρτα κι αναρωτιέμαι γι΄ αυτά που έρχονται τις βδομάδες που ακολουθούν. Οι πόρτες μοιάζουν απαράλλακτες, ίδιες κάθε μέρα, κάθε Κυριακή. Και πάλι εικάζω για το αύριο.

«Αυτά που έρχονται, κανείς εύκολα τα εικάζει». (Κ. Καβάφης)

13339707_10154060233030590_4053499960134885565_n

Κύπρος, 2016

Για τα φιλιά σου μόνο

Σκηνές που είδαμε αμέτρητες φορές στις δικές μας ή και τις ξένες τις ζωές: φιλιά του έρωτα από χείλη καμένα, φιλιά σαν τα ποτά τα μονορούφι, φιλιά που διαλύουν το κάθε κύτταρο, φιλιά ακάθεκτα και ακατάσβεστα, πόσα τσιγάρα δρόμος μόνο για τούτα τα φιλιά. Ένας έρωτας ολόκληρος, ολόγυμνος, ατελεύτητος πάνω σε δύο χείλη.

Τελείες, άνω τελείες, στιγμιαίες παύσεις σ’ έρωτες που δεν αξιώθηκαν να ζήσουν τ’ όλο τους. Πόσο περιττές κι ανούσιες όλες οι τελείες που βάζουμε σ΄ έρωτες, που τους έλαχε ποτέ να μην τελειώσουν. Γιατί όσο κι αν βουληθώ ν΄αρνηθώ τον έναν και μοναδικό έρωτά μου για σενα, πάντα εκεί θα επιστρέφω.

10295560_10202178899609123_612160513585994435_o

The rape of Proserpina – Bernini, Rome

‘Εχοντας στις παλάμες τη Ζωή

Καθόμαστε σε μία πολυθρόνα και μετράμε τη ζωή μας: άλλος μετράει πόσες μέρες δεν καπνίζει, άλλος πότε είναι το επόμενο ταξίδι,  πότε θα τελειώσουν οι εξετάσεις, πότε έρχονται οι επόμενες σ΄ ένα σκοτεινό δωμάτιο,  πότε θα γυρίσει αυτός, πότε επιτέλους θα γεννήσει αυτή, πότε θα ’ρθει ο Αύγουστος, μετράμε τη μελαγχολία, μετράμε τον έρωτα, πόσοι είναι παρόντες, πόσοι έφυγαν πριν γίνουν, μετράω, μετράς, μετράμε αριθμούς ξανά και ξανά. Δεν μετράμε τη βλακεία που δε συμπονά, την ανεπάρκεια μπροστά στον πόνο, την αδικία, την απώλεια, τον θάνατο σ΄ όλα τα κλειστά μάτια τούτων των παιδιών. Αν εμείς είμαστε οι αρχιτέκτονες της δικής μας αποτυχίας, ίσως να μη χρειάζονται τόσες ζωές χαμένες, για να μετρήσουμε στα μάτια τους τη ζωή ολάκερη.  Αύριο μπαίνει Ιούνιος και η ζωή δεν είναι για πέταμα και είτε το αντιλαμβάνεσαι είτε όχι είσαι κωλόφαρδος που ζεις.

13325627_10153884625394690_7870750029845105908_n

A German rescuer from the humanitarian organisation Sea-Watch holds a drowned migrant baby, off the Libyan cost May 27, 2016. Christian Buettner/Eikon Nord GmbH Germany/Handout via

Reuters

Everything under control

Είναι η ώρα της Κυριακής που κλειδαμπαρώνουμε τις αυλόπορτες των εξοχικών, τοποθετούμε σε τάξη τα παιχνίδια, οι ξεχαρβαλωμένες κούκλες ξεκουράζονται, το ταμπουρίνο ησυχάζει, οι ζωγραφιές έχουν στεγνώσει κι έγιναν κάδρα, το τρενάκι έχει σιγήσει, τα γυμνά κορμιά ντύνονται, οι βαλίτσες μυρίζουν επιστροφή, τα λουλούδια είναι ποτισμένα.
Αύριο ξημερώνει Δευτέρα και μετά Τρίτη και η ζωή τρέχει ακατάπαυστα και μεις από πίσω της και δίπλα της κλείνουμε ραντεβού, εσύ θα κάνεις αυτό και εγώ εκείνο, ώστε όλα να είναι στην εντέλεια, τακτοποιημένα, με τη ψευδαίσθηση everything under control μέχρι να γίνουν όλα ρημαδιό. Η ζωή δεν μας ρωτάει πότε και πως. Συνεχίζει χωρίς τα δικά μας ραντεβού. Γυμνή…

image

Λάνια, Κύπρος 2016

Πράσινα ξινούθκια αθασούθκια

Ήταν Μάρτιος, όταν μπήκα στο σχολείο και βρήκα στο τραπέζι του καθηγητικού συλλόγου καμιά σαρανταριά πράσινα ξινούθκια αθασούθκια*,  μυρωδιά και γεύση της παιδικής μου ηλικίας. «Δώρο» ενός συναδέλφου από τον κήπο του να μας καλοκαρδίσει, να πάει καλά η μέρα, να ξορκίσουμε κάθε πίκρα. Στο διάλειμμα με πέτυχε να τα τρώω ο μαθητής μου ο Γιάννης.
-Όξινα κυρία τούτα, σαν την μάνα μου, μου λέει.

– Γιατί Γιάννη μιλάς έτσι για την μάμα σου; ρώτησα με παιδική αφέλεια.

– Γιατί δεν μ’ αγάπησε ποτέ, δεν με δέχτηκε ποτέ. Δεν χαίρεται να με βλέπει να χορεύω, να λικνίζομαι, κάτι που έμαθα από κείνην βλέποντας την να χορεύει από παιδί τόσα χρόνια τώρα. Εσύ νομίζω νοιάζεσαι παραπάνω για μένα απ’ αυτήν και ας είσαι όξινη και αυστηρή  μαζί μου μερικές φορές.

Ο Γιάννης, ένα δεκαεφτάχρονο αγόρι είναι ομοφυλόφιλος μέσα κι έξω φανερά, φυλακισμένος σ’ ένα χωριουδάκι ενός μεγαλύτερου χωριού στη Μεσόγειο. Εκείνη τη δεδομένη στιγμή με κεραυνοβόλησε η στυφή γεύση όχι του αμυγδάλου, η άλλη της απόρριψης, της μη αποδοχής του διαφορετικού.

Τούτη την πίκρα, την κρατάω στα χέρια μου κάθε χρόνο και κάθε αμύγδαλο μου θυμίζει τον Γιάννη, τον Νικόλα, τον Αλέξανδρο, τον Αντρέα, παιδιά που έχω συναναστραφεί όλα αυτά τα χρόνια μέσα στην τάξη, αγόρια που γεννήθηκαν σε λάθος σώματα και παλεύουν να ζήσουν φυσιολογικά σε μία  κοινωνία άκρως συντηρητική και αρκετά ομοφοβική.

Σήμερα είναι το Cyprus  Pride και ο Γιάννης θα είναι παρών, για να λικνίσει ρυθμικά το σώμα του μ’ άλλα σώματα χαρούμενα, που ξεγύμνωσαν την πίκρα τους και φόρεσαν τα καλά τους και σήμερα και κάθε μέρα πια.

*τα πικρούτσικα αμύγδαλα

11180637_10153888319035590_3355054665890940929_n(1)

Πάφος, 2016

Το μέλι του παππού

Κάθε Σάββατο πρωί περνάει έξω από το σπίτι μας ένας παππούς και φωνάζει: «’Εσσει μέλιν, άλλος για το μέλιν». Τον ακούω χρόνια, δεν τον είδα ποτέ. Σήμερα το πρωί βγήκα εξαιτίας της αναβροχιάς να ποτίσω τον κήπο κι ακούω τον παππού να κατεβαίνει με το καροτσάκι του και να μιλάει για το μέλι του τρυφερά σαν να κρατούσε το εγγόνι στην αγγαλιά του. Τον κοιτάω και βλέπω ένα γλυκό ρυτιδιασμένο πρόσωπο και δύο μάτια θαλασσιά ενός ογδοντάχρονου ανθρώπου, που με βελούδινη φωνή αγνοώντας τα χρόνια του γυρνάει στους ηλιοκαμένους δρόμους να πουλήσει το μέλι του. Σταματάει μπροστά στην είσοδό μου και λέει: «Καλημέρα κόρη μου, να΄σσεις πάντα τον ήλιον στην θωρκάν σου τζαι το μέλιν στα σσείλη σου».

Αφού τον καλημέρισα σκέφτηκα, πως ενώ εμεις τρωγόμαστε ανάμεσά μας και τσιμπάμε σαν σφήκες τους γύρω μας υπάρχουν ακόμα ποιητές σε τούτο τον κόσμο που έχουν μόνο μέλι στην γλώσσα τους και κάνουν τις μέρες, τις στιγμές πιο φωτεινές.