Φέγγε μου

Τόσο μικρό σ’ έναν τόσο μεγάλο κόσμο

μου φέγγεις για να περπατώ.

Πάνω σε τεντωμένα σχοινιά

σ’ ακολουθώ με ρυθμούς τρελούς.

Φεγγαρολουσμένη μου ζωή

με τις μελωδίες τις λυρικές,

τις μονοφωνίες, τις πολυφωνίες και τις παραφωνίες σου.

Και συ εκεί, μου φέγγεις για να προχωρώ.

Κύπρος, 2016

Άπονη ζωή

Θάθελα οι άνθρωποι να μην έφευγαν με πόνο.

Θάθελα οι άνθρωποι να μην έμεναν με πόνο.

Θάθελα οι άνθρωποι να πονούσαν λιγότερο και να χαίρονταν περισσότερο.

Να μην πονούν και να μην φεύγουν.

Τι αφήνει πίσω του το φευγιό;

Πόνο και πονώ.

Μετράω χιλιόμετρα

Στέκεσαι μπροστά στο χάρτη,

τον δικό σου, τον δικό μου, τον δικό μας.

Ξεκινάς τα χιλιόμετρα,

αναθεωρείς, προχωράς, επιστρέφεις.

Ένα διαρκές μπρος, πίσω.

Μετράς χιλιόμετρα, λεπτά, ζωές.

Χιλιόμετρα πήγαινε-έλα μέσα σου, μέσα μου.

Θα ρθεις;

IMG_20160609_211640.jpg

Κύπρος 2016

Κρεσέντο

Μια κατάφαση ζωής σ’ ένα κόσμο που βυθίζεται.

Ένα φως πράο, μειλίχιο λαμπυρίζει μια γενική ευτυχία.

Καμία φρίκη δεν βγαίνει στη στεριά.

Αναπνέω βαθιά το ιώδιο, καθαρίζω κάθε πληγή και χαϊδεύω τα σημαντικά μου.

Καμία λειψυδρία. Πουθενά.

Ανοίγω τα φτερά μου στον κόσμο, τον εδώ και τον έξω.

Κρεσέντο ζωής σ’ έναν κόσμο που ονειρεύεται.

Λεμεσός, Οκτώβριος 2016

Κλεονίκη

Η γιαγιά μου, η Κλεονίκη. Μια γυναίκα που τίμησε το όνομά της κυριολεκτικά. Η γιαγιά, που στο πρόσωπό της έβλεπα πάντα την ελευθερία και την πρόοδο ενσαρκωμένη. Η γιαγιά, που τα είχε μέχρι το θάνατό της τετρακόσια, που έμαθε μόνη να διαβάζει στα γεράματά της, που έφτιαχνε γλυκά  μπουρέκια της αναρής και ξεροτήγανα για όλη τη γειτονιά και ύφαινε μοναδικές κουρελούδες στη βούφα (αργαλειό). Η γιαγιά, που κατέβαζε την μπύρα σαν νερό κι έτρωγε το ψωμί σαν να μην υπάρχει αύριο. Και όταν έφτασε ο καιρός, που είπαμε το ψωμί ψωμάκι, όταν έγινε η εισβολή του 74΄ η Κλεονίκη έμεινε εγκλωβισμένη στο χωριό της περιμένοντας τον μοναδικό της γιο Βαρνάβα, αγνοούμενο πολέμου να γυρίσει, μα δεν γύρισε πoτέ. Η Κλεονίκη, που είχα την τύχη να κληρονομήσω το σπίτι της, τις λεμονιές και τις ελιές της στο συνοικισμό προσφύγων είναι η δική μου Λωξάνδρα και ξαναζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή και «το χορτάρι της λησμονιάς αρχίζει κιόλας να φυτρώνει».

12116001_119570441731696_4140606953983134664_n

Σ΄ένα κουτί με σκόρπιες φωτογραφίες ξαναβρίσκω και πάλι σήμερα τη γιαγιά, πιο επίκαιρη από ποτέ. Η φωτογραφία είναι από τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Νεκατωμένοι Αέρηδες» του Γιάννη Ιωάννου (1984) για τα βιώματα δυο γυναικών, μίας ελληνοκύπριας και μιας τουρκοκύπριας που έχασαν τα παιδιά τους. Δέκα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή δύο γιαγιάδες, δύο ηλικιωμένες Κύπριες, η Φατμά από την Ποταμιά και η Κλεονίκη από το Τρίκωμο συζητούν για την ζωή τους, το σήμερα, το χθες, για τα παιδιά τους που χάθηκαν, της μιας στον πόλεμο και της άλλης σε δυστύχημα. Η Κλεονίκη αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της στο Τρίκωμο και να προσφυγοποιηθεί και η άλλη δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους Τουρκοκύπριους στα κατεχόμενα, λέγοντας ότι η πατρίδα της είναι το χωριό Ποταμιά στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου.Μια ταινία που προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: τι είναι πατρίδα;

Ποια είναι η πατρίδα μου; Είναι μοιρασμένη, είναι χαμένη;  Ερώτηματα που θα δυσκολεύομαι πάντα ν΄απαντήσω.

10513314_10153581648225590_680203488017957354_n

Who cares about me

Οι ρυτίδες , οι άσπρες τρίχες, τα κιλά δεν ξαποσταίνουν πια, αλλά τερμάτισαν γύρω απ’ την κοιλιά, τα πόδια και τα χέρια, παραμένοντας καθήμενα στη ίδια στάση κουρασμένα. Οι αντοχές αγκομαχούν στην ανηφόρα και τα πάσης φύσεως κέφια βρίσκονται σε χειμερία νάρκη. Τα χείλη σουφρώνουν, σκληραίνουν, ξεθωριάζουν στη γλύκα τους, δεν αγγίζουν άλλα χείλη.

Το ξύλινο παρκέ στο σπίτι παλιώνει, δεν λαδώθηκε για χρόνια και τρίζει σε κάθε βήμα της πατούσας της. Τα ξυπνητήρια αχρείαστα ησυχάζουν σαν μπιμπελό στα κομοδίνα. Οι κατσαρόλες δεν χορεύουν πια φλαμένγκο και τα πιάτα στο τραπέζι μετρημένα ένα ή δύο το πολύ. Δίσκοι βινυλίου και βιβλία σκονισμένα και το παλιό ραδιόφωνο ακούγεται ξεκουρδισμένο και παράφωνο. Κάποτε ο κήπος της ήταν ένας παράδεισος, τώρα πια θυμίζει το αφημένο στο έλεος των ανέμων παλιό Βοτανοπωλείον του γειτονικού χωριού. Μα πιο πολύ ζορίστηκε το μέσα μου στη θέα των πινέλων και των καμβάδων της, σ΄ενα δωμάτιο σκοτεινό και μαραζωμένο. Όπως εκείνη.

Η Mrs Owen, η γειτόνισσά μου, η ζωγράφος που χόρευε με τα χρώματά της, που το σώμα της, το έργο της, το είναι της μια ορχήστρα ολόκληρη δεν μου ανοίγει πια την αυλόπορτά της. Και εγώ κρυφοκοιτάω απ΄έξω από το παράθυρο πασχίζοντας για μια απόκριση.

-Please open the door. It’s me Mrs Owen.

-Go away, who are you anyway; Who cares about me; I don’t. Go away!

Αυτό το who cares about me με πετροβόλησε σαν να είμαι ληστής μιας ζωής ανύπαρκτης. Δεν είναι μόνο η Sunday, Gloomy.

Λάνια, Οκτώβριος 2016

Νυχτερινό

Διέσεις, υφέσεις, παύσεις, ανάσες,

ποίηση, αγάπη, έρωτας, ζωή.

Μεγαλώνουμε όμορφα, μεγαλώνουμε άσχημα.

Μεγαλώνουμε στις ατέλειες και τις τελείες

ή μικραίνουμε μεγαλώνοντας;

Η ζωή συχνά αποτελείται από αυτά που δεν κατανοούμε.

12728988_10153784469445590_2463466336992362875_n