Τόσο κοντά μοιάζει αυτή η μακρινή οικειότητα.
Κρυφακούς τα θέλω στις λέξεις.
Πληκτρολογείς στα δάκτυλά μου την ανάσα σου.
Απελευθερωμένες συλλαβές.
Αγγίζω το δέρμα σου και σε διαβάζω.
Και γυρίζεις το διακόπτη αθόρυβα.
Off
Τόσο κοντά μοιάζει αυτή η μακρινή οικειότητα.
Κρυφακούς τα θέλω στις λέξεις.
Πληκτρολογείς στα δάκτυλά μου την ανάσα σου.
Απελευθερωμένες συλλαβές.
Αγγίζω το δέρμα σου και σε διαβάζω.
Και γυρίζεις το διακόπτη αθόρυβα.
Off
Κάθεσαι στην κουνιστή σου πολυθρόνα μπρος -πίσω, πίσω-μπρος, κρατάς σφικτά το ποτήρι και μετράς τη ζωή σου: τα κουμπιά που πάτησες κι αυτά που άφησες, αυτά που αξιώθηκες να ζήσεις 365 μέρες, τις βροχές και τις λιακάδες, τις κουκίδες χαράς που ξαποσταίνουν στο δέρμα σου, τις αδυναμίες που δεν ξεσπούν και δεν μιλιούνται, αυτές που γίνονται άγγιγμα βαθύ και αυτές που είναι ξώφαλτσες. Μετράς τις κουβέντες που είπες κι αυτές που ξέμειναν στα συρτάρια του μυαλού σου, μετράς τα «σ΄αγαπώ, μείνε», τις σιωπές των φίλων, τους τραυματισμένους εγωισμούς και τις χαίνουσες πληγές, τις βαθιές αιμοραγίες και τα σπασμένα μέσα σου. Μετράς τα κλειδιά που πέταξες και τις μαδημένες μαργαρίτες, τα ρίσκα, τα πείσματα, τις καταθλίψεις σου. Μετράς τις αμαρτίες στ΄όνομα της Αγιοσύνης και της Πίστης που σ΄έμαθαν και χαϊδεύεις τις απιστίες στ΄όνομα της δικιάς σου θρησκείας. Μετράς τους λύκους που σ΄έφαγαν κι αυτούς που καταβρόχθησες με μια χαψιά εσύ. Μετράς νεκρούς, πνιγμένους, πρόσφυγες, αρρώστιες, βομβαρδισμούς, πολέμους, σεισμούς, πυρκαγιές, καταστροφές. Μετράς και εισπνέεις ειρωνείες και νέφος και γίνεται καζάνι ο ψυχισμός σου. Και συνεχίζεις να μετράς χορηγούς ευτυχίας, μικρές και μεγάλες πολυτέλειες, επιστροφές σε αγάπες κι αγκαλιές, γελοιοποιημένους έρωτες, νεκρούς γάμους, δεύτερες και τρίτες και τέταρτες και χίλιες φορές σε όσα σ΄επιστρέφουν ξανά πάλι εκεί, όπως εσύ ορίζεις το χώρο και τον χρόνο σου. Και μετά ξεχνάς, βγαίνεις από τις γραμμές και υψώνεις πάλι το ανάστημά σου για να γκρεμίσεις τα τείχη και την τύχη εντός κι εκτός σου. Και ξανά απ’ την αρχή τα ίδια. Και η ζωή συνεχίζεται όσο κρατούν τα πράγματα και συνεχίζεις να υπάρχεις. Σβήνεις τα φώτα και κλείνεις τα μάτια.
Καμία κλάψα, καμία μετάνοια, όλα εδώ. Παράδεισος και κόλαση μαζί στην ίδια πολυθρόνα, στο ίδιο μέτρημα. Κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό σ΄αυτό το παράξενο τοπίο των ανθρώπων.
Es ist Unsinn
sagt die Vernunft
Es ist was es ist
sagt die Liebe
Es ist Unglück
sagt die Berechnung
Es ist nichts als Schmerz
sagt die Angst
Es ist aussichtslos
sagt die Einsicht
Es ist was es ist
sagt die Liebe
Es ist lächerlich
sagt der Stolz
Es ist leichtsinnig
sagt die Vorsicht
Es ist unmöglich
sagt die Erfahrung
Es ist was es ist
sagt die Liebe
Erich Fried




Englisher Garten, Munich 2016
Φοράς τις χαρές, τις καταθλίψεις σου, τραγουδάς την μουσική και χορεύεις τους χορούς που αγαπάς, ερωτεύεσαι πάλι και πάλι, γοητεύεσαι από τόπους κι ανθρώπους και λέξεις και εικόνες. Xοντραίνεις κι αδυνατίζεις και δεν δειλιάζεις να υποστηρίζεις τις επιλογές σου δημόσια και ιδιωτικά και γυρνάς σελίδα, προχωράς και υπερασπίζεσαι το παρελθόν σου, το παρόν σου, την ύπαρξη σου, την ζωή σου. Γιατί η ζωή δεν είναι για πέταμα και το αντιλαμβάνεσαι αργά ή γρήγορα. Με κάθε σου ανάσα. Με το δικό σου ρυθμό.
Στη βόρεια Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία μυρίζει παντού βούτυρο: τα χριστουγεννιάτικα μπισκότα (plätzchen), τα πρωινά, τα σφολιατοειδή, το φαγητό των Χριστουγέννων, όλα φωνάζουν για τη χοληστερίνη που κουβαλούν. Ειδικά τώρα τις γιορτινές μέρες σε κάθε σπίτι γίνεται διαγωνισμός, ποιο plätzchen περιέχει πιο πολύ βούτυρο, ποιο είναι πιο ευπαρουσίαστο και τραγανότερο. Μπισκοτάκια εύθραυστα και λεπτοκαμωμένα, μα άριστα σχηματισμένα έχουν μάθει στα χατήρια και τ΄απαλά αγγίγματα και μ΄ αυτό τον τρόπο αποζητούν πάσα προσοχή από τα χέρια των βουτηρό-παιδων που θα τα γευτούν. Έρχονται όμως τα μελομακάρονα, μελωμένα μέσα, τραγανά απ΄έξω, άλλοτε λεπτά, άλλοτε χοντρά καμωμένα με ή χωρίς γέμιση αρωμάτων Ανατολής και καρυδώνουν τα βουτυρομπισκοτάκια περιλούζοντάς μας μακάρια με το μέλι τους. Μακάριοι όσοι το μέλι και το βούτηρο μαζί και χώρια χαίρονται.

Κουμπάκια, κουτάκια, κυβάκια. Κουτάκια, κυβάκια, κουμπάκια. Κυβάκια, κουμπάκια, κουτάκια. Τα επαναλαμβάνεις συχνά για να χωνέψεις την ύπαρξή τους, αφού δυσκολεύεσαι να δεχτείς τη δικιά σου ύπαρξη ως έχει. Τ΄ανοίγεις, τα κλείνεις, τα πατάς, τα πετάς, τα ξανανοίγεις. Χαρτιά, γράμματα, λέξεις που ειπώθηκαν, που δεν ειπώθηκαν, φωτογραφίες, μυρωδιές, μουσικές, στιγμιότυπα, ενθύμια δεκαετιών, έρωτες, απογοητεύσεις, απορρίψεις, ματαιώσεις, αποτυχίες, μελαγχολίες, φόβοι, προσμονές, χαρές, σχέδια, όνειρα, δεινόσαυροι που έγιναν μυρμήγκια και τούμπαλιν για να χωρέσουν στα κουτάκια ή στα κυβάκια σου.
Όλα αυτά τα Κάπα, τα τακτοποιείς και everything is under control. Τα φωτίζεις, τ΄αερίζεις, τα βλέπεις να περνάνε σαν βαγόνια δίπλα σου. Και περιμένεις ακριβώς τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα για να μπεις μέσα στα κουτάκια ή τα κυβάκια σου έχοντας τη ψευδαίσθηση, ότι προχωράς μέσα σε τούτο το καλά οργανωμένο σου πλαίσιο. Μέχρι να γίνουν όλα ρημαδιό. Ξαφνικά, out of nowhere. Και συνειδητοποιείς τότε, ότι δεν μπορείς να πατάς κουμπάκια. Κλικ, κλικ, κλικ. Κούφια.
Η ζωή δεν σε ρωτάει πότε και πως. Συνεχίζει χωρίς όλα αυτά τα Κάπα. Και τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο τυχερός είσαι όταν σου συμβαίνει αυτό.

Photo by Uli Kuehn
Όταν το μυαλό, η ψυχή, η καρδιά, τα χέρια, το σώμα ολόκληρο «μαγειρεύουν», τα υλικά σμίγουν και πλάθονται καλύτερα. Κι είναι πολύτιμο να ξέρεις να μοιράζεσαι, να δοκιμάζεσαι, να μην ησυχάζεις την πείνα σου. Να πλάθεις και να πλάθεσαι, να βουτάς στα υλικά, να τα δουλεύεις με στοργή και σβελτάδα. Η «ζύμη» γίνεται σημείο αναφοράς σου και το αποτέλεσμα μαγικό.

Όταν ήταν δέκα χρονών ανακάλυψε τη χαρά της φωτιάς. Έπαιρνε το σπιρτόκουτο κρυφά, κλειδωνόταν στο μπάνιο και άναβε το ένα σπίρτο μετά το άλλο χαμογελώντας στο θέαμα του καιόμενου μικρού ξύλου. Κατέφευγε σ΄ αυτό το ηδονικό του παιγνίδι κάθε φορά που άκουγε τον μπαμπά να ζητάει κάτι από τη μαμά του: μόλις ο κύριος την έβλεπε να ξεκουράζεται λίγο θυμότανε να της ζητήσει νερό, την εφημερίδα, τα τσιγάρα του και φυσικά τη φωτιά. Η μαμά σηκωνότανε πάντα, υπακούοντας δουλικά χωρίς ν΄ αντιμιλήσει ποτέ και έφερνε στον αφέντη τα ζητούμενα.
-Έτσι είναι η αγάπη, ρε γαμώτο; αναρωτήθηκε μια μέρα ο μικρός ρίχνοντας τις κατάρες του σιωπηλά. Είναι η αγάπη σαν φωτιά, που δεν ξέρεις αν θα σου ζεστάνει τη καρδιά ή αν θα σου κάψει το σπίτι;
Πήρε τα σπίρτα, κλειδώθηκε στην αποθήκη με τα ξύλα για το τζάκι κι εξαγνίστηκε στο παρανάλωμα του πυρός.

Art Sculpture by Wolfgang Stiller, “Matchstickmen”
ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
Πολιτισμικά, ταξιδιωτικά, κοινωνικά, ιστορικά, γαστρονομικά και γλυκά θέματα σε μία αλλιώτικη ιστοσελίδα!
a.k.a. kouzinovia - a greek word describing a female person who lives in the kitchen. Always.
nine-twenty-five
"...but whoso did receive of them / And taste, to him the gushing of the wave / Far far away did seem to mourn and rave / On alien shores; and if his fellow spake, / His voice was thin, as voices from the grave; / And deep-asleep he seem’d, yet all awake, / And music in his ears his beating heart did make." (Lord Alfred Tennyson, "The Lotos-Eaters")
Ένας πυροσβέστης του διαστήματος
Look into our mirrors...You will see the most amazing things...
Διατρέχουμε τον κίνδυνο να μας πάρουν στα σοβαρά, κάτι που είναι η αρχή του τέλους. — Ζαν Κοκτώ —
Σημειώσεις ενός μεταφραστή για τα έργα του Thomas Pynchon
It's not over
Αντιμετώπισε την πραγματικότητα
Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο
Περιοδικό Φύλλο Επιλεγμένης Λογοτεχνίας
3 Ευχές και Καταϊδρωμένες
Ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα