Τουρκομαχαλάς

Άλλα παράθυρα κλειστά, αλλά μισάνοιχτα.

Οι σοβάδες αντέχουν ακόμη στα τόσα χρόνια απουσίας εκείνων που τους έστρωσαν.

Τώρα άλλα μάτια τους θωρούν κι άλλα σώματα ακουμπούν επάνω τους.

Αντέχουν τις σιωπές και τις κακοκαιρίες.

Για πόσο ακόμη;

Πάφος-Κύπρος, Οκτώβριος 2018

Είδα την Άννα κάποτε

Είχαμε κολλήσει στα φανάρια. Πολλή κίνηση.  Ήταν Τρίτη πρωί στο κέντρο της Αθήνας. Κάποιος ανυπόμονος κόρναρε πιο πίσω. Το φανάρι ήταν ακόμα κόκκινο. Δεν καταλαβαίνω, γιατί  αυτός κόρναρε αφού ήταν κόκκινο. Εγώ στα φανάρια πάντα χαζεύω τις επιγραφές των μαγαζιών, τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν σ’ αυτά, εκείνους που κάθονται σε άλλα και παραγγέλνουν καφέ, κοιτάζοντας μια τον άνθρωπο πλάι τους, μια τους γύρω τους. Τότε την είδα. Δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν αυτή. Η Άννα, η συμμαθήτριά μου από το Λύκειο. Δεν ήμουν καθόλου βέβαιος για την γυναίκα που έβλεπα απέναντί μου, αυτήν που έψαχνε κάτι στον μεγάλο κάδο των σκουπιδιών. Ήταν όντως η Άννα;  Ήθελα να  παρκάρω κάπου και να περπατήσω προς το μέρος της. Αλλά με τόση κίνηση ήταν αδύνατον. Άναψε πράσινο. Ξεκίνησα για να μην με πυροβολήσουν οι πίσω που κόρναραν.

Έχουν περάσει τέσσερις μήνες από τότε. Πλησιάζουν Χριστούγενα κι όλα το μαρτυρούν: μερικά μαγαζιά είναι ήδη στολισμένα, κάποιοι πλανόδιοι άρχισαν να πωλούν αγιοβασίληδες και οι περαστικοί κρύβουν το κρύο πίσω απ΄ τα κασκόλ τους. Σήμερα κατέβηκα στο κέντρο για δουλειές  ξεκινώντας από την είσπραξη του ενοικίου. Άδικα. Ο νοικάρης μου άρχισε τα «δεν τα έχω όλα σήμερα», τα «πέρασε σε λίγες μέρες» κι εγώ τα «ναι μεν, αλλά». Δεν επέμεινα. Βγαίνω στην πλατεία και παίρνω ζεστά κάστανα να τσιμπολογήσω. Έτσι ήθελα να κρύψω την γκρίνια μου. Κάθομαι στο παγκάκι και αρχίζω να τρώω.

Καθώς τρώω ονειροπολώ,  όταν ακούω την φωνή της να μου λέει «Έχετε ένα ευρώ κύριε;» Πριν γυρίσω να δω το πρόσωπό της, βάζω το χέρι στη τσέπη να ψάξω για ψιλά. Γυρνάω το κεφάλι προς το μέρος της και την βλέπω: ήταν η Άννα. Αχτένιστη, φορούσε ένα τρύπιο μπουφάν και ένα βρώμικο τζιν.  Ήμουν πια σίγουρος ότι αυτή ήταν. Αυτά τα πράσινα μάτια της δεν ξεχνιούνται.

-Άννα εσύ; Τι κάνεις; Με θυμάσαι; Είμαι ο Φίλιππος. Από το Πολυκλαδικό των Αμπελοκήπων.

Με κοιτάει ξαφνικά κάπως περίεργα, θολά. Κατάλαβα ότι δεν θέλει να θυμηθεί. Εμένα, εκείνη. Σιωπή  για δευτερόλεπτα και από τους δύο μας. Έπειτα της αναφέρω δυο-τρία ονόματα από την τάξη μας στο Λύκειο. Την ρωτάω για την μουσική της. Η Άννα έπαιζε φοβερή κιθάρα και τραγουδούσε στο σχολείο. Ήταν η ψυχή των εκδηλώσεων. Και μεις από κάτω ερωτευμένοι με την μεταλλική φωνή της και αυτά τα μάτια που έσκιζαν τις σάρκες μας. Αυτή ήταν η Άννα. Τότε. Τώρα έχω μια άλλη Άννα μπροστά μου. Στα μάτια της βλέπω κάτι μαύρο που κρύβεται στις κόγχες.

-Κύριε, έχετε ένα ευρώ να πάρω κάτι να φάω; με ξαναρωτάει αγνοώντας όλα όσα είχα πει πριν λίγο.

-Άννα…

– Κύριε, σας παρακαλώ.

Βγάζω από την τσέπη μου όσα ψιλά έχω και της τα δίνω. Τα παίρνει, αρχίζει να κατεβαίνει τα σκαλιά και χάνεται μέσα στον κόσμο κουτσαίνοντας. Και λίγο πιο κάτω ο ακορτεονίστας στη στοά έπαιζε το «Τίποτα δεν πάει χαμένο».

Στους τοίχους

Bλέπω ένα παιδάκι να φτιάχνει κάτι με τα χέρια του. Τα χέρια του φτιάχνουν δεξιοτεχνίες. Τα μάτια του χαμηλωμένα πάντα αφοσιωμένα στην τέχνη που αγαπά και σέβεται. Το παιδάκι μεγάλωσε κι έγινε καλλιτέχνης. Αφοσιωμένος και σιωπηλός σ’ αυτή. Αυτή άραγε σ’ αυτόν;

Οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Μπήκα δειλά μέσα. Κανείς εκεί. Μόνο οι τέχνη γυμνή στους τοίχους. Ο καλλιτέχνης απών. Κρύφτηκε στους τοίχους πίσω της, μακριά της.

– Είναι κανείς εδώ; ρωτάω.

Κανείς δεν απαντάει. Μάλλον το παιδάκι δεν ζει πια εδώ. Ίσως όλα να ήταν φαντασία.

Πάφος, Κύπρος- Οκτώβριος 2018

[Lost in the dark too soon…]

Περιφερόταν στη δεξίωση μ΄ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Άλλοι έτρωγαν, άλλοι χόρευαν ή έκαναν πως χόρευαν, άλλοι μιλούσαν. Αυτή βαριόταν και τη σκιά της εκεί. Κοιτούσε τους καλεσμένους με την απορία σφηνωμένη στο κεφάλι της «πως βρέθηκα εδώ». Ήθελε πολύ να βγάλει τα κόκκινα τακούνια της και ξυπόλητη να βυθίσει τα πόδια στην άμμο της παραλίας κάτω απ΄ τη βίλλα. Χωρίς δεύτερη σκέψη κατευθύνθηκε προς στο μπαρ και ζήτησε ακόμη ένα ποτήρι κρασί- θεωρητικά θα μπορούσε να ζητήσει κι όλο το μπουκάλι- αποφασισμένη να εγκαταλείψει το βαρετό πάρτυ, να πάρει το καπέλο της και να πορευθεί αθόρυβα προς την παραλία.

Κατεβαίνοντας τα σκαλάκια από την πίσω πόρτα που τυχαία ανακάλυψε σιγοτραγουδούσε το Speak Low, που ακουγόταν εκείνη τη στιγμή στη δεξίωση.  Λάτρευε αυτό το τραγούδι όσο το λάτρευε κι αυτός. Ζαλισμένη καθώς ήταν αναζήτησε το πρώτο παγκάκι που είδε μπροστά της για να καθίσει. Ο φανοστάτης ακριβώς δίπλα στο παγκάκι φώτισε το ασπρόμαυρο πουά φόρεμά της, που μετά από τόσο καιρό στα μαύρα αποφάσισε να φορέσει εκείνο το βράδυ. Δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά το συνδύασε και με τα κόκκινα παπούτσια. Τι διάβολο σκεφτόταν και ντύθηκε έτσι; Εκείνη την στιγμή της φαίνονταν όλα τόσο έντονα: οι πουα βούλες του φορέματος χόρευαν σαν δερβίσιδες στην κοιλιά της και το κόκκινο στα πόδια της φάνταζε σαν αίμα που ξεχύλησε από τις φλέβες  κι έβαψε τις πατούσες κόκκινες.  «Η ζαλάδα απ΄το κρασί θα φταίει. Αυτό φταίει. Πάντα κάποιος φταίει. Φταίει. Φταις. Φταίω!» σκέφτηκε.

Speak low when you speak, love
Our summer day withers away too soon, too soon
Speak low when you speak, love
Our moment is swift, like ships adrift, we’re swept apart, too soon
Speak low, darling, speak low
Love is a spark, lost in the dark too soon, too soon…

«Αυτό το γαμημένο τραγούδι πάλι!» φώναξε ακούγοντάς το και σηκώθηκε απ΄το παγκάκι, έβγαλε τα κόκκινα παπούτσια που της κτύπησαν τα πόδια και ξυπόλητη περπάτησε στην άμμο πηγαίνοντας προς τη θάλασσα.

Αρχές Φθινοπώρου και για κάποιους ήταν ακόμη καλοκαίρι προφανώς, αφού οι ομπρέλες θαλάσσης ήταν ακόμη παραταγμένες η μια δίπλα στην άλλη για να προσφέρουν σκιά στους λουόμενους. Εκείνο το βράδυ δε φυσούσε καθόλου και οι ομπρέλες στέκονταν ακίνητες, σχεδόν ψυχρές απέναντι στο πέλαγος. Έτσι κι εκείνη. Όταν πλησίασε στο κύμα, σήκωσε λίγο ψηλά το φόρεμά της κι έβαλε τα πόδια της στο νερό. Πάγωσαν τα δάκτυλα των ποδιών της κι ένιωσε το κρύο να διαπερνά κάθε της κύτταρο.  Παρά το κρύο έβγαλε το φόρεμά της  και συνέχισε να περπατά στο παγωμένο νερό με τα δάκτυλά της παγωμένα, το πρόσωπο της παγωμένο, την ψυχή της παγωμένη. Άρχισε να ουρλιάζει από πόνο και θλίψη, αποφασισμένη για όλα.

Από τότε που έφυγε αυτός, από τότε που δεν άντεξε τον πνιγμό του παιδιού τους και την άφησε μόνη στα κρύα του λουτρού ένα πρωινό, πέθανε μέσα της ότι ανθρώπινο είχε. «Εσύ φταις, εσύ έφταιξες για το παιδί». Αυτές οι λέξεις βουίζουν δυνατά στ΄αυτιά της έναν ολόκληρο χρόνο και δεν θέλει πια να βουίζουν. Δεν θέλει πια να πονάει. Δεν θέλει πια να φταίει.

«Μου λείπεις Μιχάλη μου, μου λείπεις παιδί μου», είπε και το νερό έγινε ακόμη πιο παγωμένο.