
Λάνια, Κύπρος-Γενάρης 2019

Λάνια, Κύπρος-Γενάρης 2019
Εννέα το πρωί κι αυτός ήταν ήδη σκυμμένος στα χαρτιά πάνω στο γραφείο του. Όταν η συνάδελφος τον ρώτησε αν ήθελε κι άλλο καφέ, αυτός κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Πάλι γύρισε ξημερώματα στο σπίτι πατώντας στις μύτες των ποδιών του, για να μην ξυπνήσει ούτε εκείνη, ούτε τα παιδιά. Τρεις φορές τη βδομάδα ήξεραν όλοι στο σπίτι ότι αυτός δουλεύει σ΄ένα μπαρ για να φέρνει έξτρα λεφτά. Αυτή άνεργη, τα δίδυμα αγόρια στην Τρίτη Λυκείου λίγο πριν φύγουν για σπουδές κι αυτός έπρεπε να βρει δεύτερη δουλειά για να τα βγάζουν πέρα.
Ο Αντώνης, είχε μόλις κλείσει τα σαράντα και ήταν ήδη μπαμπάς δύο έφηβων αγοριών. Είχαν μικροπαντρευτεί με την Λίζα με το που τελείωσαν το Οικονομικό του Πειραιά. Γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο, τα έφτιαξαν γρήγορα γιατί η μάνα του επέμεινε ότι το Λιζάκι ήταν καλό κορίτσι, μορφωμένο κι ας ήταν από επαρχία. Σίγουρα δεν ήταν ο έρωτας της ζωής του. Λίγο οι κουβέντες της μάνας του, λίγο οι δικές του ανασφάλειες, συν την απροσδόκητη εγκυμοσύνη, βρέθηκαν παντρεμένοι. Γάμος στα γρήγορα, για να μην πει κάτι ο κόσμος.
Αυτός βρήκε εύκολα δουλειά σε μια πολυεθνική εταιρεία στον τομέα των πωλήσεων. Μετά τη δουλειά και πριν επιστρέψει στο σπίτι, του άρεσε να συχνάζει σ΄ένα μπαρ στην Πατησίων. Καθόταν εκεί και θαύμαζε τ΄αγόρια με τα φτερά και τα φανταχτερά χρώματα στο σώμα και το πρόσωπο. Όταν ήταν παιδάκι του άρεσε πολύ να ντύνεται Κοκκινοσκουφίτσα ή Πριγκίπισα, κλέβοντας τις στολές της αδελφής του. Αλλά αυτό δεν άρεσε καθόλου στη μάνα του. Χάζευε τ΄αγόρια που ντύνονταν κορίτσια και ήθελε πολύ να τους μοιάσει. Όμως ήξερε πως στη μάνα του αυτό δεν θα άρεσε καθόλου. Γι΄αυτό παντρεύτηκε, γιατί ήξερε ότι αυτό θα άρεσε στη μάνα του.
Τώρα ο Αντώνης λέει στην Λίζα και στα παιδιά ότι δουλεύει σε κάποιο μπαρ στον Πειραιά. Μόνο τρεις νύχτες για να μπορεί να είναι εντάξει στην πρωινή του δουλειά στην εταιρεία. Για να μπορεί να πληρώσει τα φροντιστήρια των διδύμων στην Τρίτη Λυκείου. Για να μπορεί να φοράει τα κουστούμια και τις γραβάτες από τις οκτώ το πρωί. Όμως τις τρεις εκείνες νύχτες, αφού έχουν φάει όλη η οικογένεια μαζί, φεύγει από το σπίτι μετά τις δέκα, για την άλλη του δουλειά και τότε μπορεί να φοράει φανταχτερά χρώματα, να βάζει μίνι και ζαρτιέρες και κόκκινο κραγιόν. Γίνεται Σαμάνθα, βγαίνει στη Συγγρού και περιμένει τον πρίγκιπα ή τον λύκο του να τον παρούν βόλτα κι αυτός πρόθυμος για όλα: πίπα, κώλο, πίπα, κώλο. Γυρνάει αχάραγα στο σπίτι με λεφτά και οργασμούς. Γίνεται πάλι Αντώνης. Ξαπλώνει στον καναπέ για να μην ξυπνήσει το Λιζάκι για κανένα τρίωρο μέχρι να ξημερώσει. Ξαπλώνει μα δεν μπορεί να κοιμηθεί.
Χθες δεν μπορούσε να ξυπνήσει ούτε μετά τον τρίτο καφέ που του έφερε η συνάφελφος. «Είστε άρρωστος;», τον ρώτησε αυτή όσο πιο διακριτικά μπορούσε να ρωτήσει. Ο Αντώνης της είπε να του φέρει το σακάκι του από την άδεια ντουλάπα. Έπρεπε να απουσιάσει για λίγο απ΄το γραφείο. Καθώς του έφερνε από απροσεξία της το έριξε κάτω στο χαλί και τότε έπεσε από την τσέπη ένα κόκκινο κραγιόν. «Δικό μου είναι!» φώναξε ο Αντώνης. «Για την Λίζα το πήρα» διόρθωσε στα γρήγορα για καλύψει την βλακεία που μόλις πέταξε απ΄το στόμα του. Της το πήρε από το χέρι και το έβαλε στα γρήγορα πίσω στην τσέπη του. Κατακόκκινος. Σαν το κραγιόν.
Βγήκε έξω στο δρόμο ν΄αναπνεύσει. Περπατώντας μπήκε στο πρώτο κατάστημα με φανταχτερά ρούχα, με γκλιτερ και φτερά. «Θα ήθελα παρακαλώ αυτό το βυσσινί φορεματάκι. Για δώρο είναι.» είπε στην πωλήτρια και έβγαλε το πορτοφόλι του να πληρώσει το βυσσινί φόρεμα.
*σκαλαπούνταροι (κυπ.): καλικάντζαροι


Χαρακτικό: Χαμπής Τσαγκάρης
Ποίηση: Στέλλα Βοσκαρίδου
Τέτοια εποχή μας έστυβες χυμό από τα φρέσκα πορτοκάλια του κήπου σου.
Πέρασαν χρόνια από τότε που έφυγες, μα οι πορτοκαλιές σου είναι ακόμη φορτωμένες.
Τώρα στύβω τον χυμό τους στα παιδιά μου και σε κάθε σταγόνα βλέπω να γλυκά σου μάτια.

Κύπρος, Γενάρης 2019

Αθήνα, Γενάρης 2019
Σκέψεις στο κλισέ mood του απολογισμού και ενόψει της καινούργιας χρονιάς. Το 2018 δεν ήταν καλή χρονιά και καλά κάνει που φεύγει. Πικράθηκα, έκλαψα, έχασα ανθρώπους, πόνεσα και κάηκα αρκετά. Ταξίδεψα όμως στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τις Βρυξέλλες, το Στρασβούργο, το Μόναχο. Όλοι ωραίοι τόποι, αλλά κρατάω βαθιά εκείνη την μέρα που επέστρεψα στον τόπο που γεννήθηκα, στις θάλασσες της Καρπασίας, την Κερύνεια, το Μπελαπάις στην κατεχόμενη Κύπρο. Κρατάω τις ανεπανάληπτες στιγμές με τους μαθητές μου και τα πολύτιμα μαργαριτάρια τους. Ένα τεράστιο ευχαριστώ και μια σφιχτή αγκαλιά στους λίγους πια, μα πραγματικούς φίλους που ήταν πάντα παρόντες στα εύκολα μα πιο πολύ στα δύσκολα διαχωρίζοντας τον άνθρωπο πίσω από κάθε όνομα και τίτλο. Γιατί στη λύπη φαίνονται οι φίλοι και στη χαρά οι εχθροί. Άλλως πως, έχουμε αυτό που αξίζουμε και προσφέρουμε αυτό που μας πείθει κάποιος ότι αξίζει.
Εκπνέει όμως και μια διαβολεμένη χρονιά με ανθρώπινες απώλειες, με αρρώστιες, με πυρκαγιές, με βάρκες φορτωμένες προσφυγιά, κυνηγημένους, ασύλληπτες βαρβαρότητες, με μια μπόχα θανάτου, μισανθρωπία μ΄έναν ακάλυπτο και αμφιθεατρικό φανατισμό και ρατσισμό, με υποκρισία, με φρενοπάθεια και με πολλά γιατί αναπάντητα.
Θέλω όμως να πιστεύω πως υπάρχει ένα φως σε κάθε σκοτάδι, πως τα λόγια δεν είναι μόνο ξερές λέξεις μα γίνονται πράξεις αγάπης. Γιατί η αγάπη είναι τα έργα μας. Η ζωή είναι πολύ σύντομη κι όταν οι λέξεις μας είναι γυμνές από αληθινή αγάπη, έρωτα και ειλικρίνεια τότε η ζωή μοιάζει να είναι ακόμη πιο μικρή και σύντομη.
Εύχομαι σε όλους πολλή υγεία μέσα κι έξω, μια χρονιά με λιγότερο φασισμό, πόνο, φτώχεια, τσιγκουνιά, αγένεια και περισσότερη αγάπη και εμπιστοσύνη σε ό,τι έρχεται. Μακάρι η καινούργια χρονιά να είναι αυτή που θα κλείσουν οι πληγές και οι ανοιχτοί λογαριασμοί με την Ιστορία. Καλή χρονιά σε όλους!

Munich, December 2018
Δεν ζούμε πια μαζί. Μας χωρίζουν ίσως θάλασσες, βουνά, πολλά χιλιόμετρα. Τους βλέπουμε δύο-τρεις φορές τον χρόνο. Βλέποντάς τους γονείς μας να μεγαλώνουν και να γερνάνε αντιλαμβάνομαι πόσο σπουδαία είναι η μικρή ή μεγαλύτερη κουβέντα μαζί τους, η αγκαλιά, το γέλιο, το ξεδίπλωμα των βαρών και των χαρών που κουβαλάμε κι ας είμαστε και μεις πια μεγάλοι, αλλά δεν θα πάψουμε ποτέ να είμαστε τα παιδιά τους. Και η επιστροφή κοντά τους θα είναι πάντα γλυκόπικρη, αλλά θα είναι ακόμη μια σημαντική σύναξη μνήμης.
«Αν φτιάξεις σούπα αυγολέμονη» θα έρθω», έλεγε και ξανάλεγε όσες φορές την παρακαλούσα να ρθει στο σπίτι μας αυτές τις γιορτινές μέρες. Έμενε σ΄ένα σπίτι στον προσφυγικό συνοικισμό και παρά τα ογδόντα κάτι χρόνια της έκανε μόνη όλες τις δουλειές που αυτή ήθελε να κάνει: μαγείρευε, έπλενε πιάτα και τα ρούχα που φορούσε, όλα μαύρα από τότε που έχασε τον άντρα της, φρόντιζε τα λουλούδια της, μα πιο πολύ αυτές τις δύο πορτοκαλιές και την λεμονιά στην αυλή της.
«Πάρε όσα λεμόνια θες, παιδί μου, είναι φορτωμένη δεν την βλέπεις;» μου έλεγε κάθε φορά που την προσκαλούσα στο σπίτι μας τα Χριστούγεννα για το γιορτινό τραπέζι. Δεν ήθελε να ξεβολευτεί από τον μικρόκοσμό της. «Μια χαρά είμαι και δω. Εσείς είστε πολλοί και τα μικρά φωνάζουν, τρέχουν από δω και από κει κι εγώ έμαθα στην ησυχία μου. Να βγεις στον κήπο να μαζέψεις πορτοκάλια και να φτιάξεις και μια πορτοκαλόπιτα για επιδόρπιο. Είναι πολύ γλυκά τα πορτοκάλια μου φέτος που έβρεξε πολύ».
Μιλούσε για τα φρούτα της σαν να μιλούσε για τα παιδιά που ποτέ δεν έκανε. Μετά τον πόλεμο έμεινε άνεργος ο άντρας της, ήρθε και η βαριά κατάθλιψη και δεν χωρούσε πια καμιά επιθυμία για παιδιά και έγνοιες περιττές. Και κάθε φορά που μαράζωνε εκείνη, έβγαινε στην αυλή και καμάρωνε τα φορτωμένα με καρπούς δέντρα της.
Φέτος μετά την εκκλησία, έβαλα λίγη αυγολέμονη σε μια κατσαρόλα και της την πήγα. Όταν κτύπησα το κουδούνι μια γειτόνισσα μου άνοιξε την πόρτα. «Η θεία σας είναι πολύ άρρωστη εδώ και λίγες μέρες. Ήθελα να σας ειδοποιήσω, αλλά δεν έβρισκα το νούμερο του τηλεφώνου σας», μου είπε γλυκά η γυναίκα, της οποίας ούτε το όνομα δεν γνώριζα.
Πήγα στο υπνοδωμάτιό της και νόμιζα που κοιμόταν όταν είδα τα μάτια της κλειστά. «Θεία σου έφερα λίγη αυγολέμονη να φας. Και μετά θα πάμε στο σπίτι, να μείνεις λίγες μέρες μαζί μας», της ψιθύρισα. Δεν απάντησε. Έμεινε εκεί με τα μάτια της κλειστά. Κάθησα δίπλα της για πολλή ώρα κρατώντας το χέρι της. Και η αυγολέμονη είχε ήδη κρυώσει στον πάγκο της κουζίνας.
ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
Πολιτισμικά, ταξιδιωτικά, κοινωνικά, ιστορικά, γαστρονομικά και γλυκά θέματα σε μία αλλιώτικη ιστοσελίδα!
a.k.a. kouzinovia - a greek word describing a female person who lives in the kitchen. Always.
nine-twenty-five
"...but whoso did receive of them / And taste, to him the gushing of the wave / Far far away did seem to mourn and rave / On alien shores; and if his fellow spake, / His voice was thin, as voices from the grave; / And deep-asleep he seem’d, yet all awake, / And music in his ears his beating heart did make." (Lord Alfred Tennyson, "The Lotos-Eaters")
Ένας πυροσβέστης του διαστήματος
Look into our mirrors...You will see the most amazing things...
Διατρέχουμε τον κίνδυνο να μας πάρουν στα σοβαρά, κάτι που είναι η αρχή του τέλους. — Ζαν Κοκτώ —
Σημειώσεις ενός μεταφραστή για τα έργα του Thomas Pynchon
It's not over
Αντιμετώπισε την πραγματικότητα
Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο
Περιοδικό Φύλλο Επιλεγμένης Λογοτεχνίας
3 Ευχές και Καταϊδρωμένες
Ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα