Love letters

Στο πρώτο γράμμα έγραψες, πόσο ήθελες να μου φιλήσεις τα χέρια, να περάσεις τα δάχτυλα μέσα απ΄τα μαλλιά  μου και να τα μυρίσεις. Στο δεύτερο έγραψες, πως μου χαϊδεύεις τη ραχοκοκαλιά και μου ψιθυρίζεις στ΄αυτί γλυκόλογα. Στο τρίτο έγραψες, για τα κορμιά μας που γίνονται ένα, πως κυριεύεις τις ηδονές μου κι εγώ σε καθοδηγώ στα θέλω του σώματος και του μυαλού μου. Στα επόμενα γράμματα οι διαστάσεις του έρωτά μας διογκώνονται και οι προσμονές γίνονται άυλες. Οίστρος, έκρηξη, πόθος, πάθος, ησυχία, σιωπή.

Τώρα τα γράμματά σου κομματάκια, σκορπισμένα στο χαλί κι εγώ κρύβομαι στο χώρο και στο χρόνο. Δεν βλέπω τα μέσα μου, όμως τα νιώθω. Κομματάκια σκορπισμένα στον αέρα. Κλείνω τα μάτια και φυσάω δυνατά όλα τα σκορπισμένα: γράμματα, λέξεις, υποσχέσεις, συναισθήματα. Κι ονειρεύομαι πως πετάω αψηφώντας για λίγο τη βαρύτητα και μετά πέφτω και πάλι προς τη γη. Μια πτώση διαρκής μ΄ ένα τέλος αβέβαιο.

Ησυχία. Σιωπή. Ξάφνου ακούω πάλι τον κτύπο της καρδιάς μου. Μετατοπισμένης.

 

 

Αλεξάνδρα

Τις τελευταίες μέρες κλεινόταν στο δωμάτιό της. Οι κουρτίνες ήταν κλειστές, μα το αμυδρό φως του συννεφιασμένου Λονδίνου τις διαπερνούσε για να της φέρει ένα φως, που η ίδια είχε χάσει και ξεχάσει. Το κρεβάτι της ήταν πια το καταφύγιό της. Κρυβόταν κάτω από τα άσπρα σεντόνια, που μύριζαν λεβάντα, έκλεινε τα μάτια της και κολυμπούσε στο δικό της λιβάδι από λουλούδια, σε μυρωδιές άνοιξης, σε θάλασσες ενός ζεστού καλοκαιριού των παιδικών της χρόνων στο νησί του πατέρα της κι έβγαζε κραυγές. Κραυγές χαράς, πόνου, θλίψης, αποχαιρετισμού. Και μετά απόλυτη και βαθιά σιωπή. Χλωμή σιωπή σαν το δέρμα της. Ξάφνου ο φόβος του θανάτου πάντα εκεί γινόταν ένα στοίχημα, μια παρτίδα αν θα νικήσει ή αν θα χάσει. Δεν πίστευε σε κανένα θεό πια, μήτε στον διάβολο. Ούτε σε θαύματα πίστευε. Χωνόταν κάτω από τα άσπρα της σεντόνια και χανόταν στον δικό της φθαρτό κόσμο, προσμένοντας τις στιγμές σ΄έναν κόσμο που δεν θα πονούσε πια.