Who cares about me

Οι ρυτίδες , οι άσπρες τρίχες, τα κιλά δεν ξαποσταίνουν πια, αλλά τερμάτισαν γύρω απ’ την κοιλιά, τα πόδια και τα χέρια, παραμένοντας καθήμενα στη ίδια στάση κουρασμένα. Οι αντοχές αγκομαχούν στην ανηφόρα και τα πάσης φύσεως κέφια βρίσκονται σε χειμερία νάρκη. Τα χείλη σουφρώνουν, σκληραίνουν, ξεθωριάζουν στη γλύκα τους, δεν αγγίζουν άλλα χείλη.

Το ξύλινο παρκέ στο σπίτι παλιώνει, δεν λαδώθηκε για χρόνια και τρίζει σε κάθε βήμα της πατούσας της. Τα ξυπνητήρια αχρείαστα ησυχάζουν σαν μπιμπελό στα κομοδίνα. Οι κατσαρόλες δεν χορεύουν πια φλαμένγκο και τα πιάτα στο τραπέζι μετρημένα ένα ή δύο το πολύ. Δίσκοι βινυλίου και βιβλία σκονισμένα και το παλιό ραδιόφωνο ακούγεται ξεκουρδισμένο και παράφωνο. Κάποτε ο κήπος της ήταν ένας παράδεισος, τώρα πια θυμίζει το αφημένο στο έλεος των ανέμων παλιό Βοτανοπωλείον του γειτονικού χωριού. Μα πιο πολύ ζορίστηκε το μέσα μου στη θέα των πινέλων και των καμβάδων της, σ΄ενα δωμάτιο σκοτεινό και μαραζωμένο. Όπως εκείνη.

Η Mrs Owen, η γειτόνισσά μου, η ζωγράφος που χόρευε με τα χρώματά της, που το σώμα της, το έργο της, το είναι της μια ορχήστρα ολόκληρη δεν μου ανοίγει πια την αυλόπορτά της. Και εγώ κρυφοκοιτάω απ΄έξω από το παράθυρο πασχίζοντας για μια απόκριση.

-Please open the door. It’s me Mrs Owen.

-Go away, who are you anyway; Who cares about me; I don’t. Go away!

Αυτό το who cares about me με πετροβόλησε σαν να είμαι ληστής μιας ζωής ανύπαρκτης. Δεν είναι μόνο η Sunday, Gloomy.

Λάνια, Οκτώβριος 2016

Νυχτερινό

Διέσεις, υφέσεις, παύσεις, ανάσες,

ποίηση, αγάπη, έρωτας, ζωή.

Μεγαλώνουμε όμορφα, μεγαλώνουμε άσχημα.

Μεγαλώνουμε στις ατέλειες και τις τελείες

ή μικραίνουμε μεγαλώνοντας;

Η ζωή συχνά αποτελείται από αυτά που δεν κατανοούμε.

12728988_10153784469445590_2463466336992362875_n

Αποδόμηση

«Ας μη μιλήσουμε απόψε, ας μη μιλήσουμε ποτέ».

Με μεγάλη ενδελέχεια τους φροντίζεις, τους αναζητάς. Αυτοί γλυστρούν σαν χέλι, αλλάζουν σχήματα, χρώματα και σκορπίζουν σαν την άμμο μέσα απ΄την παλάμη. Φοβούνται τις λέξεις, τα βλέμματα, τα δάκρυα. Τα δικά τους. Μοιάζουν σαν σκουπιδάκια που μπαίνουν στο μάτι, το θολώνουν μέχρι να αποβληθούν σαν ξένα σώματα. Είναι τ΄αγκάθια που τσούζουν κάτω απ΄το πετσί.

Είναι κάποιοι άνθρωποι στη ζωή μας που γλυστρούν και φεύγουν χωρίς εξήγηση καμία, χωρίς αντίο, χωρίς περιθώριο για κλάμα. Είναι το ριζικό μιας αναπόφευκτης σχέσης, όταν οι άνθρωποι αυτοί έμαθαν να είναι μόνοι, καλόμαθαν στη σιωπή τους και κακόμαθαν το εγώ τους. Και η σχέση μαζί τους γίνεται κάποτε πολτός και λάσπη.

Η ζωή είναι απελπιστικά απλή και οι άνθρωποι απελπισμένοι και περίπλοκοι. Κι η αγάπη μας σέρνεται χωρίς ανταπόδοση. Τότε ξεφτίζει και ξεφτιλίζεται. Και οι άνθρωποι μαθαίνουν εύκολα να μένουν πάλι μόνοι, αποσυναρμολογούνται, γιατί δεν μίλησαν ποτέ.

Κλείδωσες

Δεν θα μ’ ανοίξεις ποτέ.

Κάθομαι στο κατώφλι

έξω απ’ την κλειστή σου πόρτα.

Δεν θα μ’ ανοίξεις ποτέ.

Γράμμα με την σωστή διεύθυνση,

που δεν διαβάστηκε ακόμα.

Δεν θα μ’ανοίξεις ποτέ.

Όσο κι αν σου χτυπάω.

Κι ας είμαι εγώ μονάχα εκείνη,

που μπορώ εσένα να διαβάζω.

Λεμεσός, Οκτώβριος 2016

Μακάρια

Περνάω σχεδόν κάθε μέρα με το αμάξι έξω από το καφενείο του. Το πρωί καφενείο, το βράδυ ταβέρνα. Όχι μια τυχαία ταβέρνα, αλλά αυτή με τους καλύτερους κρεατομεζέδες της περιοχής. Θα΄ναι δεν θά΄ναι γύρω στα πενήντα πέντε, με φουσκάλες κάτω απ΄ τα μάτια, κόκκινος σαν πιπέρι από την πίεση και το αλκοόλ, που κυλάει δεκαοκτώ ώρες το εικοτετράωρο στις φλέβες του και τα δάκτυλά του φωσφωρίζουν σχεδόν από την κιτρινίλα τους, αφού το τσιγάρο έγινε η προέκταση των χοντροκομμένων του δακτύλων.

Σήμερα είχε τέτοια κίνηση ο δρόμος, ώστε κόλλησα αρκέτα έξω από το καφενείο και προχωρούσαμε με ρυθμούς χελώνας. Και τον βλέπω εκεί, με το αναμμένο τσιγάρο στο ένα χέρι  και στο άλλο κρατούσε ένα ποτήρι, που σίγουρα δεν ήτανε φρεσκοστυμμένος χυμός πορτοκαλιού. Ήταν εννέα, πρωί Παρασκευής. Κοιτούσε μακάρια τον ουρανό, που λουζόταν από έναν ανατολίτικο ήλιο και ανέπνεε μ΄ένα μειδίαμα στο πρόσωπό του. Άνοιξα το παράθυρο να τον καλημερίσω.

-Καλημέρα! Τι κάνεις; τον ρωτάω

-Είμαι Μακάριος, ο ήλιος με κοιτάει πονηρά και εγώ του κλείνω το μάτι. Ζούμε και σήμερα, κορίτσι μου, απάντησε.

Μου κορνάρει το πίσω αμάξι, χαιρετάω τον Μακάριο και συνεχίζω για τη δουλειά. Νιώθω κι εγώ μακάρια για πόσα δευτερόλεπτα δεν ξέρω. Ζούμε και σήμερα.

Μια καλημέρα θα σου πω

Όταν ξυπνάω βαριά, βαριανασαίνει και το αμάξι μου προς το σχολείο του ορεινού χωριού. Κουβαλάω όλο το ζόρι μιας δύσκολης εποχής με το θανατικό να γίνεται καθημερινό πια, με τη φρίκη δίπλα και παραπέρα να μας προσπερνά και να εξακολουθεί να σπέρνει την προσφυγιά, την πείνα, την αρρώστια και όλα τούτα να θερίζουν τους ευαίσθητους αυτού του κόσμου.

Κατεβαίνω στην πλατεία του χωριού να μυρίσω το φούλι και το βασιλικό, να θαυμάσω τις χρωματιστές πόρτες των σπιτιών και να καλημερίσω τον «φύλακα» του χωριού: ένας παππούλης μελένιος, ποτέ κατηφής κάθεται στην αρχή της πλατείας με την μαγκούρα του αγκαλιά και μοιράζει το καλημέρα και το χαμόγελο στο κάθε ξένο και ντόπιο επισκέπτη. Χωρίς κανένα βάρος,κανέναν κόπο, κανέναν δισταγμό.

Με την γλύκα των ματιών και της ψυχής του παππούλη ανηφορίζω στο σχολείο, αφήνοντας το βάρος και την ασχήμια που μετέφερα πίσω σε κάποια κλειστή πόρτα, σε κάποια ανήλιαγη γωνιά και προχωρώ.