Μάνα μου

Όταν έγινα μάνα μάλωσα με την ζωή μου.«Θέλω τη ζωή μου πίσω!» φώναζα μέσα και έξω μου. Είμαι η μάνα που λέει φωναχτά ότι δεν κάνουν όλες οι γυναίκες για μάνες, ίσως από τον φόβο της μεγάλης ευθύνης που μας «δίδαξαν» πως είναι να είσαι μάνα σε μια κακομαθημένη και μαμόθρεφτη κοινωνία που ζούμε και μεγαλώνουμε.

Δεν γνωρίζω καμία άφοβη μαμά. Πόσο μάλλον στη σημερινή εποχή, που είναι λίγες οι γυναίκες που έχουν γεννηθεί μόνο για να γίνουν μαμάδες και πόσο δύσκολο είναι για μερικές να δεχτούν τον νέο ρόλο και να ζήσουν πια αμετάκλητα με αυτόν. «Φοβάμαι παιδί μου,  ότι όσο εσύ σβήνεις κεριά, τόσο εγώ ανάβω περισσότερα. Και δεν θέλω αυτόν το φόβο να στον δείχνω με κανέναν τρόπο. Γι΄ αυτό τον σκοτώνω καθημερινά για να μη με πνίξει και να πνίξει και σένα.»

Και φοράμε πανοπλίες και αναβοσβήνουμε κεριά και παλεύουμε τους δράκους και τα τέρατα μέσα και δίπλα μας. Βλέπεις τα παιδιά σου ανάμεσα σε άλλα παιδιά και λες χαλάλι τα ξενύχτια τους και οι δικές μου ρυτίδες. Με οδηγό την δική σου αλήθεια, τις περιπέτειες, τους θεούς και τους δαίμονες που κατοικούν στο κεφάλι σου προχωράς, μετράς τις δυνάμεις σου, ζεις τις αλλαγές που ποτέ δεν υπολόγιζες και σιωπάς χωρίς να νιώθεις δειλή.

Μάνα κατ΄επιλογή, μάνα κατά τύχη, μάνα διαζευγμένη, μάνα χήρα, μάνα άρρωστη, μάνα προσφυγοπούλα, μάνα εγκλωβισμένη, μάνα ξενιτεμένη, μάνα νότια, μάνα βόρεια, μάνα αφρικάνα, single mother,  mother to be,  και άλλες πολλές μάνες που έχω ξεχάσει. Ένας ρόλος ζωής δοσμένος ψυχή τε και σώματι, καλό- ή κακοπαιγμένος, που δεν σπουδάζεται, ένας ρόλος ακατάπαυστος και αφοπλιστικός.

10702137_10153209351645590_1255608266352667449_n

Αγένεια

Αγένεια είναι να εύχεσαι στον άλλο χρόνια όμορφα, γεμάτα, γαμάτα, καλοτάξιδα, και να τηρεί σιγή ελέφαντα. Αγένεια είναι να είσαι με ανθρώπους της ζωής σου και να μη τους συστήνεις σε γνωστούς-περαστικούς στον χώρο που βρίσκεσαι. Αγένεια είναι να ρωτάς τον άλλο τα απλά ανθρώπινα πράγματα και να μην απαντά καθόλου ή να «ξεχνάει» ν΄απαντήσει λόγω υπερεργασίας. Αγένεια είναι να σου βγαίνει η γλώσσα να είσαι εντάξει στις υποχρεώσεις σου και οι γύρω σου να βγάζουν γελοία την γλώσσα τους στο καθετί. Αγένεια είναι να έρχεσαι αργοπορημένος σε κάθε ραντεβού καλύπτοντας το υπερεγώ σου στο βωμό του δικού σου φαινότυπου. Αγένεια είναι στο όνομα της τσιγκουνιάς να επικαλείσαι την οικονομική σου δυσκολία. Δεν είναι κόλαφος για σένα όταν ο άλλος είναι αγενής. Λίγοι είναι αυτοί που έχουν «αιχμαλωτίσει» την ευγένεια και αρνούνται να την αποχωριστούν και λιγότεροι αυτοί που έχουν την αγένεια να την υποκριθούν.

Οι λεμονιές της Αντρικούς

Πριν μερικές βδομάδες «έφυγε» η Αντρικού, συγχωριανή της γιαγιάς μου και πρόσφυγας από το ΄74 στη Λεμεσό. Ζούσε μόνη τα τελευταία χρόνια σ΄ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι στο τέρμα του δρόμου μας. Και λάτρευε τις λεμονιές της. Όταν πάγωναν αυτές από το κρύο, πάγωνε και η ίδια. Όταν έβγαινε ο ήλιος, έβγαινε και η γιαγιά, να δει τα παιδιά της, τις λεμονιές της. Τους μιλούσε όταν τις πότιζε, τους σιγοτραγουδούσε, τις ταχτάριζε σαν μωρά.  Δεν ήθελε να πάνε χαμένα κι άδικα τα ποτίσματα και οι φροντίδες της. Να μην χαθούν οι καρποί της σαν αυτούς που άφησε πίσω στο χαμένο της χωριό. Λίγες μέρες πριν φύγει την πέτυχα έξω στο λιβάδι της και τη ρώτησα για το ύψος της δικής μου λεμονιάς που με δυσκόλευε στη συγκομιδή των καρπών. «Πώς να φέρεις το δεντρόν κόρη μου στην γην, που θέλει να θωρεί τον ουρανόν; Έτσι εν τζαι οι δικές μου.»  Μετά από λίγες μέρες έμαθα ότι σταμάτησε η καρδιά της Αντρικούς και οι λεμονιές του λιβαδιού της λύγισαν τα ψηλά κλαδιά τους,  την αγκάλιασαν και την θρήνησαν από τις ρίζες τους ως τον ουρανό, για να τις θωρεί και να τις καμαρώνει από ψηλά.

21758_10153145382525590_2633380094946970047_n

Πίσω απ’ τα μικρά παράθυρα κρύβεται μια μεγάλη αγάπη. Και συ περαστικός, χαμογελάς για τούτη τη φωλιά.13100766_10153988764720590_6004700145237107609_n

Το κλειδί

555039_10151505368905590_1469190758_nΔύσκολο ν΄ αποχωριστείς έρωτες μικρούς ή μεγάλους, που δεν έγιναν αγάπη.  Σώματα που δεν πρόλαβε να στεγνώσει ο ιδρώτας. Στιγμιότυπα ζωής, ταινίες κάποιου μήκους, έρωτες hit and run. Δεν ξέρεις από που έρχονται, χτυπάνε, πέφτεις, μένεις κατάχαμα αναίσθητος για το άγνωστο και φεύγουν όπως ήρθανε με ταχύτητα φωτός. Όλα φαντάζουν φανταστικά σ΄ένα κόσμο απόκοσμο και μετράς το άπειρο, μετράς τις πληγές που γίνονται ουλές σ΄ένα τσαλακωμένο σώμα.

Και βαστάς στα χέρια την καρδιά, την ζωή, τον θυμό σου και ένα κλειδί και προχωράς.  Ένα κλειδί που σφαλίζει την χαρά, τον έρωτα, την άνευ όρων δίχως αρχή και τέλος συνύπαρξη. Περπατάς παράλληλα στη ζωή και αναπνέεις  καθετί που θες να σηκώσει το βάρος για όλα όσα ονειρεύτηκες και δεν έκανες, αλλά και τις «βεβαιότητες» που συχνά σε οδηγούν σε όσα δεν έπρεπε. Προχωράς με το κλειδί στο χέρι.

Όταν ο χρόνος το απαιτεί κλειδώνεις. Πρέπει κάπως να ορίσεις τι αφήνεις ανοιχτό, τι ελέγχεις, ποιος μπαίνει μέσα, ποιος μένει έξω και ποιος φεύγει. Είναι κάποιοι έρωτες που δεν πρόλαβαν να γίνουν αγάπη. Είναι οι έρωτες που μας αρνήθηκαν το πένθος.

Ο αέρας της άνοιξης

Μπήκε ο Μάης  και μυρίζει ήδη καλοκαίρι. Τώρα οι γυναίκες πετάνε τα καλσόν και βάζουν τα φουστάνια που αερίζουν την γύμνια των ποδιών στις πλατείες, τα τραπεζάκια, τα μπαλκόνια, τα γραφεία. Bλέπεις τη Γυναίκα που αφήνει την ζουμεράδα της να ξεπροβάλει ορατή, ακομπλεξάριστη και μετουσιώνει τη θηλυκότητα σε κάθε κίνηση του σώματός της και χαμογελάς γιατί βλέπεις την ομορφιά δίχως να στέκεσαι στο κορμί της, όπως και αν αυτό χαρακτηρίζεται με λέξεις. Μια τυραννία τόσο όμορφη που δεν μπορείς παρά μόνο να την ερωτευτείς.13151855_1247195955353702_6766091247587028592_n