Το κλειδί

555039_10151505368905590_1469190758_nΔύσκολο ν΄ αποχωριστείς έρωτες μικρούς ή μεγάλους, που δεν έγιναν αγάπη.  Σώματα που δεν πρόλαβε να στεγνώσει ο ιδρώτας. Στιγμιότυπα ζωής, ταινίες κάποιου μήκους, έρωτες hit and run. Δεν ξέρεις από που έρχονται, χτυπάνε, πέφτεις, μένεις κατάχαμα αναίσθητος για το άγνωστο και φεύγουν όπως ήρθανε με ταχύτητα φωτός. Όλα φαντάζουν φανταστικά σ΄ένα κόσμο απόκοσμο και μετράς το άπειρο, μετράς τις πληγές που γίνονται ουλές σ΄ένα τσαλακωμένο σώμα.

Και βαστάς στα χέρια την καρδιά, την ζωή, τον θυμό σου και ένα κλειδί και προχωράς.  Ένα κλειδί που σφαλίζει την χαρά, τον έρωτα, την άνευ όρων δίχως αρχή και τέλος συνύπαρξη. Περπατάς παράλληλα στη ζωή και αναπνέεις  καθετί που θες να σηκώσει το βάρος για όλα όσα ονειρεύτηκες και δεν έκανες, αλλά και τις «βεβαιότητες» που συχνά σε οδηγούν σε όσα δεν έπρεπε. Προχωράς με το κλειδί στο χέρι.

Όταν ο χρόνος το απαιτεί κλειδώνεις. Πρέπει κάπως να ορίσεις τι αφήνεις ανοιχτό, τι ελέγχεις, ποιος μπαίνει μέσα, ποιος μένει έξω και ποιος φεύγει. Είναι κάποιοι έρωτες που δεν πρόλαβαν να γίνουν αγάπη. Είναι οι έρωτες που μας αρνήθηκαν το πένθος.

Ο αέρας της άνοιξης

Μπήκε ο Μάης  και μυρίζει ήδη καλοκαίρι. Τώρα οι γυναίκες πετάνε τα καλσόν και βάζουν τα φουστάνια που αερίζουν την γύμνια των ποδιών στις πλατείες, τα τραπεζάκια, τα μπαλκόνια, τα γραφεία. Bλέπεις τη Γυναίκα που αφήνει την ζουμεράδα της να ξεπροβάλει ορατή, ακομπλεξάριστη και μετουσιώνει τη θηλυκότητα σε κάθε κίνηση του σώματός της και χαμογελάς γιατί βλέπεις την ομορφιά δίχως να στέκεσαι στο κορμί της, όπως και αν αυτό χαρακτηρίζεται με λέξεις. Μια τυραννία τόσο όμορφη που δεν μπορείς παρά μόνο να την ερωτευτείς.13151855_1247195955353702_6766091247587028592_n

Τα παραθυρόφυλλα

13096190_10153980319325590_185719399181493978_nΣτα χωριά δεν ησυχάζεις. Ανοίγω τα παραθυρόφυλλα και μετά από μια σταλιά κτυπά στο παραθύρι η γιαγιά Μαρούλα, 91 ετών παιδούλα με δυό μάτια γαλανά και μια φωνούλα παιδική:
-Καλόν Πάσχα κόρη μου!
Και μου δίνει ένα βάζο με γλυκό καρυδάκι, μια δικιά της φλαούνα και ένα ματσάκι αγριολούλουδα από τον κήπο της.
Στα χωριά ανοίγεις τα παραθυρόφυλλα και μαζί και η καρδιά σου φύλλα φύλλα.

 

Ανάσταση;

65153_528080983923107_285666045_nΘυμάμαι κάθε Μεγάλο Σάββατο σαν παιδί έξω από την εκκλησία μετά το «Χριστός Ανέστη» ντυμένοι όλοι σαν καλεσμένοι σε γαμοβάφτιση να φιλιούνται και να καίνε τα μαλλιά τους από τις φλόγες της λαμπάδας (στο θέαμα αυτό να χαμογελάω πάντα πονηρά), τα μικρά μωρά να ουρλιάζουν στα βεγγαλικά, οι μεγάλοι κύριοι να βιάζονται να γυρίσουν στο σπίτι γιατί βαρέθηκαν και οι κυρίες με φουσκωμένο μαλλί κομμωτηρίου φυσικά να κρυφοκοιτάνε ενοχικά τι συνολάκι φοράει η γειτόνισσα.

Στη συνέχεια θυμάμαι άντε να τελειώνει η Ανάσταση να πάμε να φάμε τη μεταμεσονύχτια σουπίτσα και την επόμενη το χλαπάκιασμα του αιώνα: σούβλες, κοντοσούβλια, γουρουνιές, πέτσα και κόντρα πέτσα. Σαν πυρηνική οικογένεια ν΄αγκαλιαζόμαστε μέσα στη γλύκα των ημερών, να νιώθουμε αυτό το δέσιμο που μας μάθανε σαν προσευχή «lean on me οι πλάτες μου αντέχουν» και την επόμενη μέρα να γυρνάει ο καθένας στην κοσμάρα του με ό, τι και αν αυτό συνεπάγεται.

Ο Θεάνθρωπος ανασταίνεται και οι ζωντανοί κάνουν διαγωνισμό καλύτερης λαμπάδας, ανθεκτικότερου αυγού και κυρίως στομαχιού σ΄ένα κόσμο που δεν κλωτσάει τ΄αρχίδια του θανάτου και δεν ανασταίνεται με τίποτα.
Άντε και του χρόνου.