Δύσκολο ν΄ αποχωριστείς έρωτες μικρούς ή μεγάλους, που δεν έγιναν αγάπη. Σώματα που δεν πρόλαβε να στεγνώσει ο ιδρώτας. Στιγμιότυπα ζωής, ταινίες κάποιου μήκους, έρωτες hit and run. Δεν ξέρεις από που έρχονται, χτυπάνε, πέφτεις, μένεις κατάχαμα αναίσθητος για το άγνωστο και φεύγουν όπως ήρθανε με ταχύτητα φωτός. Όλα φαντάζουν φανταστικά σ΄ένα κόσμο απόκοσμο και μετράς το άπειρο, μετράς τις πληγές που γίνονται ουλές σ΄ένα τσαλακωμένο σώμα.
Και βαστάς στα χέρια την καρδιά, την ζωή, τον θυμό σου και ένα κλειδί και προχωράς. Ένα κλειδί που σφαλίζει την χαρά, τον έρωτα, την άνευ όρων δίχως αρχή και τέλος συνύπαρξη. Περπατάς παράλληλα στη ζωή και αναπνέεις καθετί που θες να σηκώσει το βάρος για όλα όσα ονειρεύτηκες και δεν έκανες, αλλά και τις «βεβαιότητες» που συχνά σε οδηγούν σε όσα δεν έπρεπε. Προχωράς με το κλειδί στο χέρι.
Όταν ο χρόνος το απαιτεί κλειδώνεις. Πρέπει κάπως να ορίσεις τι αφήνεις ανοιχτό, τι ελέγχεις, ποιος μπαίνει μέσα, ποιος μένει έξω και ποιος φεύγει. Είναι κάποιοι έρωτες που δεν πρόλαβαν να γίνουν αγάπη. Είναι οι έρωτες που μας αρνήθηκαν το πένθος.


Θυμάμαι κάθε Μεγάλο Σάββατο σαν παιδί έξω από την εκκλησία μετά το «Χριστός Ανέστη» ντυμένοι όλοι σαν καλεσμένοι σε γαμοβάφτιση να φιλιούνται και να καίνε τα μαλλιά τους από τις φλόγες της λαμπάδας (στο θέαμα αυτό να χαμογελάω πάντα πονηρά), τα μικρά μωρά να ουρλιάζουν στα βεγγαλικά, οι μεγάλοι κύριοι να βιάζονται να γυρίσουν στο σπίτι γιατί βαρέθηκαν και οι κυρίες με φουσκωμένο μαλλί κομμωτηρίου φυσικά να κρυφοκοιτάνε ενοχικά τι συνολάκι φοράει η γειτόνισσα.