Στα κρυφά

Κρύψε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι. Έχω φίλους μουσικούς, ηθοποιούς, συγγραφείς, εκπαιδευτικούς, δασκάλους, ακαδημαϊκούς, γιατρούς, μηχανικούς, οικοδόμους, αγράμματους, άνεργους, απολυμένους, αλκοολικούς, παχύσαρκους, ανορεκτικούς, καταθλιπτικούς, φίλους με καρκίνο, φίλους-συγγενείς όχι τους εξ αίματος, αλλά την οικογένεια που διάλεξα να έχω, φίλες με φρου φρου και αρώματα, με παράξενα ονόματα, μικρούς πρίγκιπες, κοκκινοσκουφίτσες, φίλους γαϊδούρια, φίλους φίδια, φίλους γκέι, πιο άντρες και από στρέιτ, φίλη με AIDS που κτίζει σπιτια SOS για τα ορφανά στην Ινδονησία, μια άλλη με σκλήρυνση κατά πλάκας που μοιράζεται με τους ανθρώπους τα στιγμιότυπα της πριν και της τώρα ζωής της.

Δεν ξέρω πώς να κρύβω τους φίλους μου και ούτε και θέλω. Τι να κρύβει τόση κρυψίνοια; Κρύβουμε τους φίλους μας γιατί μας έκλεψαν μικρούς ίσως την αγάπη, το χάδι, την αγκαλιά, την αθωότητα, την ανοιχτόμυαλη κοινωνία, τον ήλιο και δεν ξέρω τι άλλο. Δεν έχουμε μάθει να χάνουμε, να δεχόμαστε την πολυπλοκότητα του άλλου και την πολλαπλότητα των αναγκών του. Κρύβουμε τους φίλους μας σαν πορσελάνινες τσαγιέρες, σαν μεταξωτά υφάσματα, τους κρύβουμε στο στήθος μας, τους βάζουμε και λίγο στα βρακιά μας, λίγο φίλους, λίγο εραστές, πρώην, νυν και αεί. Tους κρύβουμε κάτω από τα σεντόνια μας να μην κρυώνουμε, να μην κρυώνουν αυτοί, κοιμόμαστε και ξυπνάμε μ΄αυτούς. Φοβόμαστε το μοίρασμα από εγωισμό, τσιγκουνιά, κόμπλεξ, ανασφάλεια, ζήλεια, μοναξιά και άλλες τρύπες συναισθηματικές.

Όπως και να το ονοματίσεις η αξίωση της αποκλειστικότητας ενός ανθρώπου είναι βαθιά προβληματική, μια ψευδαίσθηση της ευτυχίας. Όσο παίζουμε κρυφτό, τόσο μαδάμε και μαργαρίτες.

12472628_10153917287385590_8161145408198875849_n(1)

Το πράσινο σακάκι

Μέρες που κατεβάζουμε τα καλοκαιρινά, ανεβάζουμε τα χειμερινά, βάζουμε σε σακούλες ρούχα στενά, που δεν μας κάνουν πια για να φορεθούν σ΄άλλα σώματα και οι ντουλάπες σ΄ένα χάος. Σήμερα φόρεσα ένα σακάκι πράσινο «lost and found», χωμένο και ξεχασμένο αγορά πριν από 20 χρόνια και ευγενέστατος συνάδελφος με προσεγγίζει διακριτικά:
-Σας πάει πολύ και το σακάκι μα και το χρώμα θαρρώ είναι το χρώμα σας.
-Χρονολογείται το σακάκι, απαντάω.
-Φανταστείτε πόσες αναμνήσεις φοράτε, μου λέει.
Και σαν ταινία μικρού μήκους πέρασαν από μπροστά μου οι στιγμές από το πράσινο σακάκι, σκέφτηκα τα καινούργια ρούχα που αγόρασα χτες πόσο άχρωμα, παράταιρα μοιάζουν σήμερα, ενώ τα παλιά αφού ξεκουράστηκαν για λίγο, ξαναφοριούνται σε σώματα που τ΄ αγαπούν, που έχουν ιστορίες να διηγηθούν, που έχουν ζήσει πάνω μας το καλό το κακό, το όμορφο, το άσχημο και ακόμα ζουν.

fb_img_1463068939526.jpg

Το παιδί μέσα μας

Το παιδί λατρεύει το παιγνίδι. Γοητεύεται από το καινούργιο και την περιπέτεια. Άλλες φορές ανοίγει το κεφάλι του και άλλες άλλων τα κεφάλια.  Το παιδί αγαπάει το ψέμα, αλλά και την αλήθεια. Τσακώνεται και μερώνει με ταχύτητα φωτός. Δεν έχει τύψεις και δεν φοβάται τη μοναξιά. Η φαντασία με τη περιέργεια και την ενέργειά του περισσεύουν για να κάνει φίλους αληθινούς και «φανταστικούς», να φτιάξει πύργους, δράκους, νεράιδες, δεντρόσπιτα.

Το παιδί δεν στερεύει από γέλιο ή από κλάμα. Φωνάζει τα θέλω του, γελάει και κλαίει δυνατά, γιατί δεν ξέρει άλλο τρόπο να εκφράσει τις επιθυμίες του. «Ντύνεται» σε ρόλους θεατρικούς και παίζει άφοβα τον «μεγάλο» για να νιώσει μεγάλο. Το παιδί δεν φοβάται το ύψος. Σκαρφαλώνει σε δέντρα και σε ταράτσες για ν΄αντικρίσει ένα κόσμο αλλιώτικο, ένα κόσμο απέραντο που λούζεται από το φως της χαράς, εκεί που δεν έχει σκοτάδια.

Το παιδί δεν φοβάται τον άνεμο και τη λάσπη και ορμά στις λακκούβες της βροχής. Κάνει τη λάσπη ρούχο του,  στολή μιας μάχης που έχει πάντα μόνο νικητές. Στα χαλάσματα των σπιτιών κουβαλάει πέτρες, ξύλα και κτίζει έναν κόσμο που δεν έχει άστεγους και κατατρεγμένους. Στα συρματοπλέγματα φτιάχνει κούνιες χαράς και στα λαγκάδια μαζεύει αγριολούλουδα, ξαπλώνει ανάσκελα και με τα χέρια του ανοιχτά αγκαλιάζει πότε τον ουρανό και πότε το χορτάρι.

Το παιδί δεν έχει καμιά ανάγκη από καμουφλάζ. Δεν κρύβει την αγάπη του, φοράει την ζωή χωρίς ρολόι,  ζητάει την αγκαλιά που στεγνώνει τα δάκρυα,  φιλάει σβουριχτά, κοιμάται και ξυπνάει με όνειρα γλυκά που γι΄αυτό είναι πάντα αληθινά. Μέχρι να πάψει να είναι παιδί, να βγει από το φανταστικό μικρόκοσμό του,  γιατί κι αυτό κάποτε αναπόφευκτα συμβαίνει.

Όλοι μένουμε κατά κάποιο τρόπο παιδιά, εκτός από μερικούς που μένουν για πάντα κωλόπαιδα.

 12806149_10153830944730590_1304974290098615166_n

Η γενιά του Thermomix

Εδώ και αρκετά χρόνια είναι της μόδας το κάθε νοικοκυριό να διαθέτει ένα Thermomix. Απαραίτητο εργαλείο στην κουζίνα κάθε προκομμένης γυναίκας που «αγαπά» το μαγείρεμα. Εγώ, σαν παραδοσιακή μαγείρισσα της κατσαρόλας, της γάστρας, του μπρικιού και του ταψιού ήμουν ανέκαθεν πολέμια του φοβερού Thermomix. Μ΄αρέσει να μαγειρεύω χωρίς να μετράω, να φτιάχνω δικές μου συνταγές, να βάζω αλατοπίπερο όσο νιώθω ότι νοστιμίζει το φαγητό, ν΄αυτοσχεδιάζω, να βλέπω τις σάλτσες άλλοτε να σιγοβράζουν και άλλοτε να χύνονται από το σκεύος, να δοκιμάζω ξανά και ξανά κατά την διάρκεια του ψησίματος μέχρι η ερωτική αυτή τελετουργία να ολοκληρωθεί. Πρόσφατα μια συνάδελφος προσπαθούσε να με πείσει να πάρω και εγώ αυτό το υπερεργαλείο γι΄αυτό και το εκθείαζε:

-Εκτός του ότι φτιάχνει τα πάντα, η οικονομία που κάνεις μαγειρεύοντας σ’ αυτό είναι κάτι που μετρά έξτρα.  Αντί να ανάβεις τον φούρνο, αντί να πλένεις τα διάφορα σκεύη, αντί να λερώνεις ζυγαριές, αντί να είσαι όλη την ώρα από πάνω και ν’ ανακατεύεις, αντί να ζυμώνεις έχεις το  Thermomix και τα κάνει όλα για σένα. Οι Γερμανοί είναι πάντα τελειομανείς σ΄αυτά.  Απίστευτο εργαλείο να το πάρεις.

– Σεξ κάνει τη ρωτάω;  Με κοίταξε με έκπληξη και λίγη αηδία ομολογώ και εγώ συνέχισα το τροπάριό μου.

-Είμαι μια ξεροκέφαλη παραδοσιακή μαγείρισσα και δεν τα βάζω όλα σ΄ένα μίξερ για να φτιάξω μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής. Και ως προς τους Γερμανούς με τον Ναρκισσισμό του «είμαστε τέλειοι παντού» που συνειδητά ή ασυνείδητα θέλουν να τα καταστρέψουν όλα γιατί τους έμαθαν πως όλα τούς ανήκουν, να τον βάλουν και αυτόν στο Thermomix και να φτιάξουν ένα αμάσητο και άγευστο γεύμα που θα τους κάτσει στο στομάχι μέχρι να βγάλουν το πιο προηγμένο Thermomix.

Εδώ τελείωσε και η συζήτησή μας και από τότε δεν μιλήσαμε με την αγαπητή συνάδελφο ξανά για μαγειρική και μαγειρέματα!

12993505_10153943729460590_3132147145844875308_n

Ένα ρόδι ξυπνά

Είναι κάποιοι σπόροι καλών φυτών που κοιμούνται στην αγκαλιά της γης μέχρις ότου αποφασίσουν να ξυπνήσουν. Τεντώνονται δειλά προς το φως και φανερώνουν ένα υπέροχο καρπό, αυτόν της καλοτυχίας σ’ ένα σύμπαν που σείεται ολόκληρο.

13094261_10154003004725590_1933904035840744735_n

Μάνα μου

Όταν έγινα μάνα μάλωσα με την ζωή μου.«Θέλω τη ζωή μου πίσω!» φώναζα μέσα και έξω μου. Είμαι η μάνα που λέει φωναχτά ότι δεν κάνουν όλες οι γυναίκες για μάνες, ίσως από τον φόβο της μεγάλης ευθύνης που μας «δίδαξαν» πως είναι να είσαι μάνα σε μια κακομαθημένη και μαμόθρεφτη κοινωνία που ζούμε και μεγαλώνουμε.

Δεν γνωρίζω καμία άφοβη μαμά. Πόσο μάλλον στη σημερινή εποχή, που είναι λίγες οι γυναίκες που έχουν γεννηθεί μόνο για να γίνουν μαμάδες και πόσο δύσκολο είναι για μερικές να δεχτούν τον νέο ρόλο και να ζήσουν πια αμετάκλητα με αυτόν. «Φοβάμαι παιδί μου,  ότι όσο εσύ σβήνεις κεριά, τόσο εγώ ανάβω περισσότερα. Και δεν θέλω αυτόν το φόβο να στον δείχνω με κανέναν τρόπο. Γι΄ αυτό τον σκοτώνω καθημερινά για να μη με πνίξει και να πνίξει και σένα.»

Και φοράμε πανοπλίες και αναβοσβήνουμε κεριά και παλεύουμε τους δράκους και τα τέρατα μέσα και δίπλα μας. Βλέπεις τα παιδιά σου ανάμεσα σε άλλα παιδιά και λες χαλάλι τα ξενύχτια τους και οι δικές μου ρυτίδες. Με οδηγό την δική σου αλήθεια, τις περιπέτειες, τους θεούς και τους δαίμονες που κατοικούν στο κεφάλι σου προχωράς, μετράς τις δυνάμεις σου, ζεις τις αλλαγές που ποτέ δεν υπολόγιζες και σιωπάς χωρίς να νιώθεις δειλή.

Μάνα κατ΄επιλογή, μάνα κατά τύχη, μάνα διαζευγμένη, μάνα χήρα, μάνα άρρωστη, μάνα προσφυγοπούλα, μάνα εγκλωβισμένη, μάνα ξενιτεμένη, μάνα νότια, μάνα βόρεια, μάνα αφρικάνα, single mother,  mother to be,  και άλλες πολλές μάνες που έχω ξεχάσει. Ένας ρόλος ζωής δοσμένος ψυχή τε και σώματι, καλό- ή κακοπαιγμένος, που δεν σπουδάζεται, ένας ρόλος ακατάπαυστος και αφοπλιστικός.

10702137_10153209351645590_1255608266352667449_n

Αγένεια

Αγένεια είναι να εύχεσαι στον άλλο χρόνια όμορφα, γεμάτα, γαμάτα, καλοτάξιδα, και να τηρεί σιγή ελέφαντα. Αγένεια είναι να είσαι με ανθρώπους της ζωής σου και να μη τους συστήνεις σε γνωστούς-περαστικούς στον χώρο που βρίσκεσαι. Αγένεια είναι να ρωτάς τον άλλο τα απλά ανθρώπινα πράγματα και να μην απαντά καθόλου ή να «ξεχνάει» ν΄απαντήσει λόγω υπερεργασίας. Αγένεια είναι να σου βγαίνει η γλώσσα να είσαι εντάξει στις υποχρεώσεις σου και οι γύρω σου να βγάζουν γελοία την γλώσσα τους στο καθετί. Αγένεια είναι να έρχεσαι αργοπορημένος σε κάθε ραντεβού καλύπτοντας το υπερεγώ σου στο βωμό του δικού σου φαινότυπου. Αγένεια είναι στο όνομα της τσιγκουνιάς να επικαλείσαι την οικονομική σου δυσκολία. Δεν είναι κόλαφος για σένα όταν ο άλλος είναι αγενής. Λίγοι είναι αυτοί που έχουν «αιχμαλωτίσει» την ευγένεια και αρνούνται να την αποχωριστούν και λιγότεροι αυτοί που έχουν την αγένεια να την υποκριθούν.

Οι λεμονιές της Αντρικούς

Πριν μερικές βδομάδες «έφυγε» η Αντρικού, συγχωριανή της γιαγιάς μου και πρόσφυγας από το ΄74 στη Λεμεσό. Ζούσε μόνη τα τελευταία χρόνια σ΄ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι στο τέρμα του δρόμου μας. Και λάτρευε τις λεμονιές της. Όταν πάγωναν αυτές από το κρύο, πάγωνε και η ίδια. Όταν έβγαινε ο ήλιος, έβγαινε και η γιαγιά, να δει τα παιδιά της, τις λεμονιές της. Τους μιλούσε όταν τις πότιζε, τους σιγοτραγουδούσε, τις ταχτάριζε σαν μωρά.  Δεν ήθελε να πάνε χαμένα κι άδικα τα ποτίσματα και οι φροντίδες της. Να μην χαθούν οι καρποί της σαν αυτούς που άφησε πίσω στο χαμένο της χωριό. Λίγες μέρες πριν φύγει την πέτυχα έξω στο λιβάδι της και τη ρώτησα για το ύψος της δικής μου λεμονιάς που με δυσκόλευε στη συγκομιδή των καρπών. «Πώς να φέρεις το δεντρόν κόρη μου στην γην, που θέλει να θωρεί τον ουρανόν; Έτσι εν τζαι οι δικές μου.»  Μετά από λίγες μέρες έμαθα ότι σταμάτησε η καρδιά της Αντρικούς και οι λεμονιές του λιβαδιού της λύγισαν τα ψηλά κλαδιά τους,  την αγκάλιασαν και την θρήνησαν από τις ρίζες τους ως τον ουρανό, για να τις θωρεί και να τις καμαρώνει από ψηλά.

21758_10153145382525590_2633380094946970047_n

Πίσω απ’ τα μικρά παράθυρα κρύβεται μια μεγάλη αγάπη. Και συ περαστικός, χαμογελάς για τούτη τη φωλιά.13100766_10153988764720590_6004700145237107609_n