Τα χείλη σου πως τα ποθώ

Αυτή η σάρκα στο πρόσωπό σου, που επιθυμεί να γεύεται τα πάντα ακάθεκτα και ακατάσβεστα. Τα χείλη σου, που σε κάθε σχισμή της σάρκας τους αιχμαλωτίζουν τον ακατάλυτο έρωτά μου. Τα χείλη σου, που σαγηνεύουν αδιάκοπα χωρίς καμία χυδαιότητα και προστυχιά. Τα χείλη σου, που επιθυμούν και πεθυμιούνται χωρίς αποχές κι ενοχές. Τα χείλη σου, που ξεπλένουν την δίψα τους με τα υγρά φιλιά και δαγκώνουν ηδονικά το κάθε κύτταρό μου. Τα χείλη σου, τα μελιστάλαχτα, που ησυχάζουν την όποια πείνα μου. Τα χείλη σου, ο χάρτης μου να περπατώ, πόσα τσιγάρα δρόμος να τα γευτώ και να χαθώ πριν καν τ΄αγγίξω. Τα χείλη σου, που με τυραννούν τόσο, όσο αρκεί να τα ερωτευτώ δίχως αρχή και τέλος. Τα χείλη σου που στάζουν κόκκινο.

Τα χείλη σου πως τα ποθώ.

11703129_779134235533747_3310102180507732389_n

Κατακόκκινα ρόδια

Με την Λία γνωριστήκαμε στο Ωδείο, στο μάθημα της Μονωδίας. Η φωνή της ένα βελούδο ατελείωτο, με  ένα κατακόκκινο μαλλί Ραπουνζέλ και με μάτια περσικής γάτας. Από τότε γίναμε κολλητές, αδελφές από επιλογή και δεν ξεκολλήσαμε παρά μόνο γεωγραφικά. Αυτή τραγουδούσε στα μεγάλα μουσικά θέατρα της Ευρώπης κι εγώ την καμάρωνα άλλοτε από κοντά, άλλοτε από τις θερμές κριτικές που διάβαζα, άλλοτε στις μεταμεσονύχτιες μας τηλεφωνικές μακρόσυρτες συζητήσεις. Θυμάμαι ακόμα τη δασκάλα μας στο Ωδείο να της λέει σε στιγμές συγκίνησης:

– Τούτο το βελούδο το ξετυλίγεις, το χαιδεύεις με τις ρώγες των δακτύλων σου, το αγκαλιάζεις για να σε ζεστάνει και απομακρύνεσαι από κοντά του, έχοντας την γλύκα της αφής του στα ακροδάχτυλά σου. Έτσι είναι η φωνή σου κορίτσι μου.

Και κάποια στιγμή η Λία ερωτεύτηκε τον άντρα των ονείρων της κι έγινε μαμά ενός βρέφους. Νεκρού βρέφους και τότε αρρώστησε. Η επιλόχειος κατάθλιψη και ο άναρθρος πόνος της την βρήκε ένα χρόνο βυθισμένη στη σιωπή και ξαπλωμένη στο κρεβάτι να χαζεύει το ταβάνι και να στρώνει πάνω του την φανταστική ζωή της. Την πριν ή την μετά ζωή της. Ποιος ξέρει;

-Θέλω τη ζωή μου πίσω! μου ψιθύρισε όταν προσγειώθηκα δίπλα στο κρεβάτι της, μετά από την πρόσκληση παράκληση του γλυκύτατου συντρόφου της να βρεθώ κοντά της, στην αδελφική μου φίλη. Είχα πάρει μαζί μου και δύο ρόδια από τις ροδιές του εξοχικού μου, κατακόκκινα σαν τα μαλλιά της. Λάτρευε το φρούτο και τους σπόρους του, τα «δώρα» μου απ΄τον νότο όπως μου έλεγε παλιά.

-Τα κύτταρα δεν έχουν έλεος, έχουν μνήμη! Άνοιξέ μου το κεφάλι και κομμάτιασε την γαμημένη μου μνήμη, όπως κομματιάζω το ρόδι, μου ψέλλισε με δάκρυα στα μάτια ρίχνοντας στο πάτωμα το ρόδι, που θρυμματίστηκε και μάτωσε κι αυτό. Έβλεπα όλο τον πόνο της  στους διασκορπισμένους σπόρους, που δεν μιλούσαν πια και άπλωσα το χέρι μου για να σκουπίσω τη λύπη της. Τη λύπη της απώλειας ενός παιδιού που δεν πρόλαβε η μάνα του να το θηλάσει, να το νανουρίσει, να το κανακέψει. Μια λύπη που δεν εξαντλείται με πέντε κουβέντες ή πέντε αράδες, αλλά φουσκώνει με πολλούς κόμπους στον λαιμό.

Έφυγα με δυσκολία μέσα κι έξω και με τη στυφή γεύση της πίκρας. Η Λία δεν έγινε ποτέ μαμά και σταμάτησε να τραγουδά. Μιλάμε πια σπάνια στο τηλέφωνο, όταν με παίρνει αυτή από το δωμάτιο του ιδρύματος, που βρίσκεται τους τελευταίους μήνες.

-Τα ρόδια σου ωρίμασαν; Θα μου φέρεις δύο μεγάλα κατακόκκινα. Ξέρεις εσύ. Αυτά της καλοτυχίας, μου ψιθυρίζει στο ακουστικό και μετά σιωπή.

12670479_10153919582690590_7512283606754796325_n

Κατακόκκινα ρόδια

Eυρίζει στο ακουστικό και μετά σιωπή.

12670479_10153919582690590_7512283606754796325_n

Με την Λία γνωριστήκαμε στο Ωδείο, στο μάθημα της Μονωδίας. Η φωνή της ένα βελούδο ατελείωτο, με  ένα κατακόκκινο μαλλί Ραπουνζέλ και με μάτια περσικής γάτας. Από τότε γίναμε κολλητές, αδελφές από επιλογή και δεν ξεκολλήσαμε παρά μόνο γεωγραφικά. Αυτή τραγουδούσε στα μεγάλα μουσικά θέατρα της Ευρώπης κι εγώ την καμάρωνα άλλοτε από κοντά, άλλοτε από τις θερμές κριτικές που διάβαζα, άλλοτε στις μεταμεσονύχτιες μας τηλεφωνικές μακρόσυρτες συζητήσεις. Θυμάμαι ακόμα τη δασκάλα μας στο Ωδείο να της λέει σε στιγμές συγκίνησης:

– Τούτο το βελούδο το ξετυλίγεις, το χαιδεύεις με τις ρώγες των δακτύλων σου, το αγκαλιάζεις για να σε ζεστάνει και απομακρύνεσαι από κοντά του, έχοντας την γλύκα της αφής του στα ακροδάχτυλά σου. Έτσι είναι η φωνή σου κορίτσι μου.

Και κάποια στιγμή η Λία ερωτεύτηκε τον άντρα των ονείρων της κι έγινε μαμά ενός βρέφους. Νεκρού βρέφους και τότε αρρώστησε. Η επιλόχειος κατάθλιψη και ο άναρθρος πόνος της την βρήκε ένα χρόνο βυθισμένη στη σιωπή και ξαπλωμένη στο κρεβάτι να χαζεύει το ταβάνι και να στρώνει πάνω του την φανταστική ζωή της. Την πριν ή την μετά ζωή της. Ποιος ξέρει;

-Θέλω τη ζωή μου πίσω! μου ψιθύρισε όταν προσγειώθηκα δίπλα στο κρεβάτι της, μετά από την πρόσκληση παράκληση του γλυκύτατου συντρόφου της να βρεθώ κοντά της, στην αδελφική μου φίλη. Είχα πάρει μαζί μου και δύο ρόδια από τις ροδιές του εξοχικού μου, κατακόκκινα σαν τα μαλλιά της. Λάτρευε το φρούτο και τους σπόρους του, τα «δώρα» μου απ΄τον νότο όπως μου έλεγε παλιά.

-Τα κύτταρα δεν έχουν έλεος, έχουν μνήμη! Άνοιξέ μου το κεφάλι και κομμάτιασε την γαμημένη μου μνήμη, όπως κομματιάζω το ρόδι, μου ψέλλισε με δάκρυα στα μάτια ρίχνοντας στο πάτωμα το ρόδι, που θρυμματίστηκε και μάτωσε κι αυτό. Έβλεπα όλο τον πόνο της  στους διασκορπισμένους σπόρους, που δεν μιλούσαν πια και άπλωσα το χέρι μου για να σκουπίσω τη λύπη της. Τη λύπη της απώλειας ενός παιδιού που δεν πρόλαβε η μάνα του να το θηλάσει, να το νανουρίσει, να το κανακέψει. Μια λύπη που δεν εξαντλείται με πέντε κουβέντες ή πέντε αράδες, αλλά φουσκώνει με πολλούς κόμπους στον λαιμό.

Έφυγα με δυσκολία μέσα κι έξω και με τη στυφή γεύση της πίκρας. Η Λία δεν έγινε ποτέ μαμά και σταμάτησε να τραγουδά. Μιλάμε πια σπάνια στο τηλέφωνο, όταν με παίρνει αυτή από το δωμάτιο του ιδρύματος, που βρίσκεται τους τελευταίους μήνες.

-Τα ρόδια σου ωρίμασαν; Θα μου φέρεις δύο μεγάλα κατακόκκινα. Ξέρεις εσύ. Αυτά της καλοτυχίας, μου ψιθυρίζει στο ακουστικό και μετά σιωπή.

12670479_10153919582690590_7512283606754796325_n

Μετατοπισμένη καρδιά

Μου λέει ο γιατρός με σοβαρό ύφος σήμερα:
– Το καρδιογράφημα έδειξε μια μετατόπιση της καρδιάς σας.
-Μάλλον από τους πολλούς έρωτες, του απαντάω για να σπάσω την αμηχανία και τον φόβο γι΄ αυτό το «μετατόπιση».
-Μην ανησυχείτε, μου λεει. Το παθαίνουν τα νεαρά άτομα.
Εκεί δεν άντεξα και ξεκίνησα ένα νευρικό γέλιο, έτσι για να μετατοσπιστεί κι άλλο η καρδιά μου, για την αναρχία. Με κοιτούσε περίεργα, τρελή είναι αυτή είπε σιωπηλά και συνέχισε:
– Πάντως δεν είναι τίποτα ανησυχητικό.
Τότε κατάλαβα αυτή την μοναδικά υπέροχη μετατόπιση: αυτό το θαυμαστό όργανο η καρδιά, αυτά τα «500 γραμμάτια παλλόμενης αναρχίας» αξίζουν όσους έρωτες τους λάχει, όσα ραγίσματα και μετατοπίσεις κι αν βρεθούν στην πορεία τους, όσες λέξεις και τραγούδια γράφτηκαν γι΄αυτά.
Αγαπάτε και ακούτε αυτή την παλλόμενη αναρχία κι ας γίνει σβούρα από τις μετατοπίσεις.

11781879_10153418519580590_1306979850842766356_n

Ζωγραφιά της Χρυσήλιας Κολιαντρή

Σώμα μου

Έχω ξεχάσει να σ΄αγαπάω, να σε χαϊδεύω,

να σ΄αγγίζω, να σ΄αγκαλιάζω τρυφερά.

Συγκατοικούμε μες τον χρόνο βουβοί.

Δεν ακούω πια τα θέλω σου, αλλά μόνο τα πρέπει μου.

Εσύ που μ’έμαθες τις λέξεις και τις ορέξεις,

τις άσβεστες επιθυμίες και τους αέναους πόθους.

Εσύ που σήκωσες την χαρά και τον πόνο ισότιμα,

τα γέλια των παιδιών και το κλάμα της απώλειας,

τις νίκες και τις ήττες σου σιωπηλά.

Και διασχίζεις το χρόνο μαζί μου κι εγώ απόμακρος θεατής,

δεν σ΄ακούω πια.

Έχω ξεχάσει να σ΄αγαπάω, αλλά εσύ επιμένεις

σε μια υπόσταση ελευθερίας και σε μια υπόσχεση ζωής.

14292323_1080263088690283_5084101311188764007_n

Art by Egon Schiele

Ελιά 

Τούτο το δέντρο είναι η πατρίδα μου.

Ο κορμός γέρος, γερός, γεροδεμένος.

Τούτο το δέντρο έχει τις ρίζες του βαθιά μέσα στο χώμα.

Κανένα χέρι δεν μπορεί να το ξεριζώσει.

Κανένας δεν μπορεί να του κακιώσει.

Ορθώνεται στο γαλάζιο και καμαρώνει το φως της πατρίδας που του έλαχε να γεννηθεί.

Τούτο το δέντρο είναι η πατρίδα μου.

Κύπρος,Οκτώβριος 2016

Θέλω ν΄αναπνεύσω

Θέλω ν΄αγοράσω μια καινούργια φρυγανιέρα, τεράστιες κούπες για καφέ κι έναν καινούργιο καναπέ με χρωματιστά μαξιλάρια. Σίγουρα και μια άσπρη σεζλόνγκ για τη βεράντα. Θέλω ένα ρετιρέ πάνω στη θάλασσα για να με κοιμίζει και να με ξυπνάει ο παφλασμός του κύματος και οι κουρτίνες ν΄ανεμίζουν στ΄ανοιχτά παράθυρα. Ήταν τ΄όνειρό μου από παιδί ένα σπίτι ή ένα διαμέρισμα, ή ένα κομμάτι γη στη θάλασσα. Μικρό όχι μεγάλο, φτάνει να βρίσκεται στη θάλασσα. Η θάλασσα, που λειτουργεί σαν μαγνήτης. Για μένα τουλάχιστον. Κι αν είχα γη στη θάλασσα, θ’ αγόραζα ένα τροχόσπιτο.  Εδώ ολόχρονα θα είμαι ευτυχισμένη, γιατί θα ξεπλένω στο κύμα κάθε μου πόνο, κάθε μου φόβο, κάθε έγνοια που θα με τυραννούσε. Και το αλάτι στο δέρμα μου, στα μαλλιά μου, στη βεράντα μου, στους τοίχους του σπιτιού μου θα έχει θεραπευτικές ιδιότητες.

Θέλω να έχω και το πιάνο μου μαζί, όπου κι αν κατοικήσω. Είναι μέρος του σώματός μου, έστω κι αν παίζω πια σπάνια. Και φυσικά τα βιβλία μου και τις μουσικές μου. Την μοναξιά και τη μελαγχολία μου, τις  παίρνω παντού μαζί μου. Αγόγγυστες και τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Με τις βροχές και τους καύσωνες. Χωρίς ερωτήσεις, απαιτήσεις, υποχρεώσεις. Χωρίς γιατί και πως.

Θέλω να κατοικήσω κοντά στη θάλασσα για να μάθω ν΄αναπνέω πάλι σωστά και να μην πνίγομαι. Πνίγηκα τόσα χρόνια. Χρειάζομαι αέρα. ΑΕΡΑ!

 11745781_10153400771790590_661517467724535629_n

Κύπρος, Ιούλιος 2015

Εορτασμοί ιμιτασιόν

Γιορτάζουμε το ΟΧΙ και είμαστε βουτηγμένοι στα ΝΑΙ. ΝΑΙ στην κοροϊδία, το ψέμα, το μπούλινγκ, τον ρατσισμό, τον φασισμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Στις γιορτές των σχολείων μας τιμούμε όσους πολέμησαν, σκοτώθηκαν, αντιστάθηκαν στον εχθρό κάθε χρόνο πιο αδιάφορα και πιο ξεφτισμένα. Μιλάμε για ήρωες της Ιστορίας και δίπλα μας, μέσα και έξω από την τάξη του σχολείου ο ρατσισμός και ο φασισμός αβγατίζει. Και μεις ανήμποροι θεατές παρακολουθούμε άπραγοι και απαθείς τους ξυλοδοραμούς, τα μαχαιρώματα, τις δολοφονίες. Διδάσκουμε μέσα στις τάξεις τον ανταγωνισμό σ΄ όλες του τις εκφάνσεις για να καμαρώσουμε τα παπαγαλάκια μας, που κρατάνε περήφανα σημαίες και λάβαρα. Και ξεχάσαμε να μιλάμε ξεκάθαρα για τον σεβασμό, την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, τη διαφορετικότητα.

Περπατάμε στους δρόμους κορδωμένοι μηχανικά σε παρελάσεις ιμιτασιόν. Και οι σημαίες και τα λάβαρα κυματίζουν σ΄έναν κόσμο απ΄ την κορφή ως τα νύχια γεμάτο γάγγραινα.

11666254_10153340333760590_9107089970322591252_n

Photo by Olaf Becker