Δεν φτιάχνουν πια τέτοια παράθυρα.
Δεν κεντάνε όπως παλιά.
Οι σταυροβελονιές δεν πάνε στα μοντέρνα σπίτια μας.
Ξεχάσαμε πως ν’ αγαπάμε.
Κύπρος, Μάρτιος 2017
Τώρα πια άρχισα να μετράω: λόγια, στιγμές, πληγές, ουλές, πόνους, χαστούκια, απογοητεύσεις, έρωτες, φίλους, συγγενείς, θανάτους, σιωπές. Μετράω το χρόνο, σε μήνες, μέρες, ώρες, δευτερόλεπτα. Μετράω έναν χρόνο που δεν μετριέται σε χρήμα. Τικ τοκ, τικ τοκ. Ποτέ γκλιν, γκλιν. Μετράω το τικ τοκ των ηχηρών γέλιων μικρών και μεγάλων, τικ τοκ της ατέλειωτης κουβέντας, τικ τοκ της αγάπης και της αγκαλιάς, τικ τοκ της εκδρομής, τικ τοκ της θάλασσας, τικ τοκ της ευωδίας, της βροχής, των χρωμάτων, των ονείρων. Μετράω το τικ τοκ του αίματός μου που κυλάει ακόμα στις φλέβες, μετράω τις εκκρίσεις, τις θερμοκρασίες, τις σωματικές αντιδράσεις μου στον άλλο. Μετράω τα εγώ μου.
Μετράω πια και δεν υποτιμώ της αξία του πιο μικρού κόκκου της ζωής μου. Μεγάλωσα κι έμαθα να μετράω χωρίς δεδομένα και αυτονόητα.
Πρόσωπα ανέκφραστα, χωρίς ρυτίδες. Μάτια θαμπά που δεν τα διαπερνά κανένα φως. Χείλη σουφρωμένα, μόνιμα κλειστά και χλωμά.
Σώματα που δεν μιλούν, δεν ακούνε τις φωνές εντός κι εκτός τους. Οι κινήσεις των χεριών και των ποδιών τους ευθείες, αυστηρές, μηχανικές, καθημερινά προγραμματισμένες και ίδιες. Πάντοτε μέσα στα περιθώρια, ποτέ εκτός πλαισίου.
Ψυχές μέσα σε ψευδαισθήσεις με απουσία κάθε πόθου και ευδαιμονίας, ντυμένες στο γκρι, αμπαρωμένες πίσω απ’ το κελί τους.
Μνήμες σκουριασμένες ή τρύπιες που βουλιάζουν στη λήθη, που συντηρούν τις σιωπές.
Οι Χειμωνάνθρωποι είναι τα βουνά που στην κορφή τους δεν φτάνει κανένας. Ούτε ένα ελάχιστο φως, ούτε μια αίσθηση αέρα, ούτε μια κραυγή, ούτε ένα «ζέστανέ με».
Στους συνοικισμούς προσφύγων σε περιτριγυρίζουν οι μυρωδιές και τα έθιμα των χωριών που άφησες, αλλά κουβαλάς πάντα μαζί σου. Σήμερα κτύπησε η πόρτα του σπιτιού μου για να μπουν αχνιστά τα πουρέκια με χαλούμι και δυόσμο από τα ζαρωμένα χέρια της γιαγιάς Μαρούλας, που με το υγρό της βλέμμα μου είπε «εν της Τυρινής κόρη μου». Και το σπίτι μοσχοβόλησε αγάπη.

Κύπρος, 2016
Κρυμμένη πίσω από τις κεντητές κουρτίνες, με μάτια βουρκωμένα και πηγμένα δάκρυα, με κάτασπρα μαλλιά γύρω στα ενενήντα περιμένει τον θάνατο. Και τα παιδιά της περιμένουν το φευγιό της, ώστε να΄ρθουν αυτά στ΄αρχοντικό, να το γκρεμίσουν για να υψώσουν να δικά τους μεγαθήρια. Αυτά τα παιδιά, που εκείνη έλουζε και χτένιζε τα μαλλιά τους , τους φιλούσε στο μέτωπο για καληνύχτα, έτρεφε τ΄όνειρά τους και προίκιζε πλουσιοπάροχα κάθε στιγμή. Αυτή η γυναίκα είναι η θλίψη του πλούτου και της προίκας ενός γάμου καταδικασμένου στη σιωπή. Αυτή η γυναίκα είναι το φυλακισμένο χαμόγελο που χώνεται πίσω από τούτα τα μπαλκόνια και περιμένει τη λύτρωσή της.

Κύπρος, Φεβρουάριος 2017

Lania village, Cyprus 2017
ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
Πολιτισμικά, ταξιδιωτικά, κοινωνικά, ιστορικά, γαστρονομικά και γλυκά θέματα σε μία αλλιώτικη ιστοσελίδα!
a.k.a. kouzinovia - a greek word describing a female person who lives in the kitchen. Always.
nine-twenty-five
"...but whoso did receive of them / And taste, to him the gushing of the wave / Far far away did seem to mourn and rave / On alien shores; and if his fellow spake, / His voice was thin, as voices from the grave; / And deep-asleep he seem’d, yet all awake, / And music in his ears his beating heart did make." (Lord Alfred Tennyson, "The Lotos-Eaters")
Ένας πυροσβέστης του διαστήματος
Look into our mirrors...You will see the most amazing things...
Διατρέχουμε τον κίνδυνο να μας πάρουν στα σοβαρά, κάτι που είναι η αρχή του τέλους. — Ζαν Κοκτώ —
Σημειώσεις ενός μεταφραστή για τα έργα του Thomas Pynchon
It's not over
Αντιμετώπισε την πραγματικότητα
Μικρά που έμειναν στο Περιθώριο
Περιοδικό Φύλλο Επιλεγμένης Λογοτεχνίας
3 Ευχές και Καταϊδρωμένες
Ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα