Τικ τοκ

Τώρα πια άρχισα να μετράω: λόγια, στιγμές, πληγές, ουλές, πόνους, χαστούκια, απογοητεύσεις, έρωτες, φίλους, συγγενείς, θανάτους, σιωπές. Μετράω το χρόνο, σε μήνες, μέρες, ώρες, δευτερόλεπτα. Μετράω έναν χρόνο που δεν μετριέται σε χρήμα. Τικ τοκ, τικ  τοκ. Ποτέ γκλιν, γκλιν. Μετράω το τικ τοκ των ηχηρών γέλιων μικρών και μεγάλων, τικ τοκ της ατέλειωτης κουβέντας,  τικ τοκ της αγάπης και της αγκαλιάς, τικ τοκ της εκδρομής, τικ τοκ της θάλασσας, τικ τοκ της ευωδίας, της βροχής, των χρωμάτων, των ονείρων. Μετράω το τικ τοκ του αίματός μου που κυλάει ακόμα στις φλέβες, μετράω τις εκκρίσεις, τις θερμοκρασίες, τις σωματικές αντιδράσεις μου στον άλλο. Μετράω τα εγώ μου.

Μετράω πια και δεν υποτιμώ της αξία του πιο μικρού κόκκου της ζωής μου. Μεγάλωσα κι έμαθα να μετράω χωρίς δεδομένα και αυτονόητα.


Οι Χειμωνάνθρωποι

Πρόσωπα ανέκφραστα, χωρίς ρυτίδες. Μάτια θαμπά που δεν τα διαπερνά κανένα φως. Χείλη σουφρωμένα, μόνιμα κλειστά και χλωμά.

Σώματα που δεν μιλούν, δεν ακούνε τις φωνές εντός κι εκτός τους. Οι κινήσεις των χεριών και των ποδιών τους ευθείες, αυστηρές, μηχανικές, καθημερινά προγραμματισμένες και ίδιες. Πάντοτε μέσα στα περιθώρια, ποτέ εκτός πλαισίου.

Ψυχές μέσα σε ψευδαισθήσεις με απουσία κάθε πόθου και ευδαιμονίας, ντυμένες στο γκρι, αμπαρωμένες πίσω απ’ το κελί τους.

Μνήμες σκουριασμένες ή τρύπιες που βουλιάζουν στη λήθη, που συντηρούν τις σιωπές.

Οι Χειμωνάνθρωποι είναι τα βουνά που στην κορφή τους δεν φτάνει κανένας. Ούτε ένα ελάχιστο φως, ούτε μια αίσθηση αέρα, ούτε μια κραυγή, ούτε ένα «ζέστανέ με».

Της Τυρινής

Στους  συνοικισμούς προσφύγων σε περιτριγυρίζουν οι μυρωδιές και τα έθιμα των χωριών που άφησες, αλλά κουβαλάς πάντα μαζί σου. Σήμερα κτύπησε η πόρτα του σπιτιού μου για να μπουν αχνιστά τα πουρέκια με χαλούμι και δυόσμο από τα ζαρωμένα χέρια της γιαγιάς Μαρούλας, που με το υγρό της βλέμμα μου είπε «εν της Τυρινής κόρη μου». Και το σπίτι μοσχοβόλησε αγάπη.

12801204_10153844534570590_8968495460717119891_n

Κύπρος, 2016

Αρχοντικά μπαλκόνια

Κρυμμένη πίσω από τις κεντητές κουρτίνες, με μάτια βουρκωμένα και πηγμένα δάκρυα, με κάτασπρα μαλλιά γύρω στα ενενήντα περιμένει τον θάνατο. Και τα παιδιά της περιμένουν το φευγιό της, ώστε να΄ρθουν αυτά στ΄αρχοντικό, να το γκρεμίσουν για να υψώσουν να δικά τους μεγαθήρια. Αυτά τα παιδιά, που εκείνη έλουζε και χτένιζε τα μαλλιά τους , τους φιλούσε στο μέτωπο για καληνύχτα, έτρεφε τ΄όνειρά τους  και προίκιζε πλουσιοπάροχα κάθε στιγμή.  Αυτή η γυναίκα είναι η θλίψη του πλούτου και της προίκας ενός γάμου καταδικασμένου στη σιωπή. Αυτή η γυναίκα είναι το φυλακισμένο χαμόγελο που χώνεται πίσω από τούτα τα μπαλκόνια και περιμένει τη λύτρωσή της.

16833569_10154807375040590_1712831988_o

Κύπρος, Φεβρουάριος 2017