Αέρηδες

Όταν φυσάει και τα φύλλα μπερδεύονται.

Όταν τα κλαδιά των δέντρων αγκαλιάζονται.

Όταν οι γεωγραφίες ταξιδεύουν.

Όταν οι μυρωδιές των ανθρώπων σμίγουν.

Όταν τα σώματα στροβιλίζονται.

Όταν οι αέρηδες ανακατεύονται. 

Κύπρος, Μάρτιος 2017

Αλέξης

Ήταν εφτά στα οκτώ όταν ανακάλυψε τη χαρά να κρύβεται στη ντουλάπα. Το μεσημέρι που οι γονείς του ξεκουράζονταν για καμιά ώρα, έτρεχε στην άσπρη ντουλάπα με τα ρούχα του. Εκεί τα μπλουζάκια και τα παντελόνια του μοσχοβολούσαν καθαριότητα, ήταν συμμετρικά διπλωμένα και τον περίμεναν να τα μετακινήσει με ευλάβεια για να πάρει αυτός τη θέση τους για λίγο μαζί με το τετράδιο και τα μολύβια του.

Έγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε, πιπιλούσε το μολύβι βυθισμένος στις σκέψεις του, συνέχιζε τα γράφει,  έκοβε τα χαρτάκια του, τα δίπλωνε και τα΄βαζε  εν τέλει σ΄ένα παλιό, μεταλλικό κουτί ζάχαρης που του χάρισε η γιαγιά του. Μετά έκλεινε για λίγο τα πράσινα μάτια του και σιγοτραγουδούσε μια μελωδία κι όταν πια τελείωνε το τραγούδι, ξεγλυστρούσε από το καταφύγιό του κι έπαιρνε μαζί του το κουτί με τα χαρτάκια, το τετράδιο και τα μολύβια του. Αφού τοποθετούσε πίσω στη θέση τους τις μπλούζες του, άνοιγε το κουτί με τα χαρτάκια και διάλεγε τυχαία δύο ή τρία από τα διπλωμένα χαρτάκια και τα΄κρυβε ένα-ένα στα μπλουζάκια που αγαπούσε ιδιαίτερα κι έγλυφε τα δάκτυλά του με τους ξεχασμένους κόκκους ζάχαρης που ξέμειναν στο κουτί της γιαγιάς.

Όταν ερχόταν η μέρα που θα φορούσε ένα απ΄αυτά, πρώτα τραβούσε το κρυμμένο χαρτάκι, το διάβαζε και μετά φορούσε το μπλουζάκι.

-Σήμερα, αν με κοροϊδέψουν θα τους διώξω μακρυά.

-Σήμερα θα φτιάξω αυλάκια στο χώμα για να χωρέσει η βροχή.

-Σήμερα θα ζωγραφίσω πολλούς ήλιους, που θα χαμογελούν.

-Σήμερα θέλω η μαμά να μη ξεχάσει να μ΄αγκαλιάσει.

-Σήμερα θα ξυπνήσω και θα μπορώ να μιλήσω με το στόμα μου,  όχι με τα χέρια μου και όλοι θα μου λένε «Αλέξη τι ωραία φωνή έχεις» κι εγώ θα φωνάζω δυνατά και θα  τραγουδάω και οι άλλοι θα χαμογελάνε.

Ερήμην σου

Όταν κλείσουν οι πόρτες, 

τότε καταλαβαίνεις πόσο πολύ άργησες.

Κι έρχεται πάντα τούτη η στιγμή,

που παραμένουν οι πόρτες κλειστές.

Ερήμην σου.

Λεμεσός, Παλιά πόλη, Μάρτιος 2017

From Vienna with love

Ο έρωτας μικρός ή μεγάλος δεν μετράει χιλιόμετρα.

Πάει έρχεται, διασχίζει δρόμους, σύννεφα.

Ξαποσταίνει που και που, ξεκουράζεται, συνεχίζει.

Ο έρωτας δε μετράει, ούτε μετριέται.

Βιέννη, 2006

Μανιασμένος άνεμος

Φοράω μαύρα γυαλιά στον ήλιο κι αδιάβροχο στη βροχή και προχωρώ.

Σαν αόρατος μαζί με τους υπόλοιπους τρέχω, αλλά δε σε φτάνω.

Ο μανιασμένος άνεμος ακυρώνει τα βήματά μου κρατώντας με μακρυά από τον διπλανό μου.

Στεκόμαστε ένα πλήθος στα φανάρια, στη δουλειά, στη ζωή. Στεκόμαστε μόνοι μας μες το πλήθος.

Βγάζουμε άλαλες κραυγές και κανείς δεν ακούει.

Προσπαθώ να πάω κόντρα στον άνεμο.

Να ξεχάσω κάθε νόμο της  φυσικής που έμαθα μικρός.
Να σε πιάσω από το χέρι, να σ΄αγκαλιάσω, να γελάσω δυνατά μαζί σου.
Δεν θα φοβηθώ να στηθώ όρθιος σε μια υπαρκτή επαφή.
Θα προσπαθήσω τουλάχιστον κι ίσως καταφέρω να ξεγελάσω τον άνεμο.
Κι ας είναι μανιασμένος.