Εκείνος κι εκείνη

Ζευγάρι σαράντα χρόνια. Στο ίδιο κρεβάτι κάθε νύχτα. Στο θόρυβο και τις σιωπές τους. Εκείνος της ζεσταίνει τα πόδια όταν αυτή κρυώνει κι αυτή τον παίρνει αγκαλιά στους εφιάλτες του. Εκείνη φροντίζει για το νερό στο κομοδίνο του κι εκείνος για το ξυπνητήρι στο κομοδίνο της. Στο ίδιο κρεβάτι τόσα χρόνια. Στα γεννητούρια και τις κηδείες. Κάθε νύχτα, κάθε ξημέρωμα μαζί. Σαράντα ολόκληρα χρόνια. Σχεδόν μισός αιώνας.

Της ζεσταίνει τα πόδια, γιατί αυτή πάντα κρυώνει. Είναι μια άνοιξη που μυρίζει ήδη καλοκαίρι κι αυτή ακόμα κρυώνει. Και δε ψάχνει πια τα πόδια του. Δεν φέρνει πια νερό στο κομοδίνο. Δεν χρειάζεται να ξυπνήσει νωρίς το πρωί. Εκείνος δεν κοιμάται πια για να μην έχει εφιάλτες. Αν αποκοιμηθεί από την κούραση τότε κλαίει στον ύπνο του και ξυπνά ιδρωμένος απλώνοντας το χέρι του στο μαξιλάρι της.  Σαράντα ολόκληρα χρόνια. Στο ίδιο κρεβάτι, στην ίδια ζωή, στο ίδιο σώμα.

Τώρα χωρίς αυτήν ζει έξω από το σώμα του.

Γη της λεμονιάς και της πορτοκαλιάς

Η γη που γεννήθηκα μοσχοβολούσε από τα πορτοκάλια και τα λεμόνια.

Φρούτα λαμπερά με χυμούς και μέλι εμποτισμένα,

όπως τους ανθρώπους που τα φρόντιζαν στα περβόλια τους.

Τ΄αφήσαμε πίσω μας πάνω από σαράντα χρόνια.

Άλλοι κόβουν τούτους τους καρπούς, άλλοι τους γεύονται πια.

Φυλλομετρούμε την ιστορία με ψηφίσματα, ψηφιδωτά, ψέμματα.

Φυλλομετρούμε τις πληγές, τις δικές μας και των απέναντι

με ανεπίδοτες υποσχέσεις , ελπίδες και αναπάντητα γιατί.

Φυλλομετρούμε το χρόνο με αναμνήσεις και δάκρυα.

Η γη που με φιλοξενεί μοσχοβολά ακόμη πορτοκάλια και λεμόνια.

Ευχαριστώ την.

17837427_10154956592460590_2139535731_o(1)

1η Απριλίου

Αργία για μας εδώ στην Κύπρο σήμερα, ευκαιρία για εκδρομή παραλιακά με τη ψαροταβέρνα στο κύμα, με τον ήλιο να μας κτυπάει ντάλα στο κεφάλι, δωρεάν βιταμίνη D, με γιαγιά και παππού να εξιστορούν στα εγγόνια προσωπικές εμπειρίες και ιστορίες της εορταστικής σημερινής μέρας. Δίπλα μας τετραμελής οικογένεια με δύο παιδιά περίπου σαν τα δικά μου. Η μητέρα έξαλλη κάθε φόρα φωνάζει στα παιδιά της με μια αυστηρότητα «γιατί τρώς, γιατί δεν τρως, πως τρως έτσι, γιατί δεν κάθεσαι σωστά, γιατί λέρωσες τα ρούχα σου, γιατί έτσι, γιατί αλλιώς»  και κάθε φόρα που υψώνει τον τόνο της φωνής της το αγοράκι την αγκαλιάζει και αυτή σταματάει για λίγο, λεει στον γιο της «θησαυρέ μου» μέχρι να πάρει από την αρχή το τραγούδι της και πάλι: φωνές, αγκαλιά, άνω τελεία και ξανά και ξανά. Με περιέργεια παιδική παρακολουθώ το σκηνικό τόση ώρα και βλέπω στην μάνα αυτή μια αυστηρότητα, μια μεταμφιεσμένη οδύνη, που δεν την έκλαψε, που δεν την ξέπλυνε ποτέ με δάκρυα.

Ούτε κάνω την μεγαλόψυχη και την καλή μητέρα, γιατί κι εγώ τις μητρικές μου υστερίες τις φανερώνω καθημερινά δυστυχώς ή ευτυχώς στα παιδιά μου και τους γύρω μου. Απ΄την άλλη σκέφτομαι, ότι αυτή η αυστηρότητα με τους «γλιστρώντες» στην οποία έχουμε όλοι μερίδιο είναι ένα σύμπτωμα ανεπάρκειας, μια ανθρώπινη αδυναμία που δεν ξεσπά, δεν μιλιέται για να γιάνει, αλλά μεταφράζεται σ΄ ένα αληθινό ψέμα.

-Μάμα, πάμε να μαζέψουμε θησαυρούς από την παραλία, μου φωνάζει η Σοφία μου.

Αυτοί είναι οι θησαυροί που περιμαζέψαμε από την εκδρομή μας μαζί με όλη την αλήθεια μιας ανθρώπινης καθημερινότητας.

Λεμεσός, Απρίλιος 2016

Τα φορέματα

Τέσσερα φορέματα. Τέσσερις κι αυτές. Η Σάρα, η Μάρα, η Κάκια και η Τάνια. Αδελφές εξ΄αίματος. Μόνο. Τίποτ΄άλλο. Δεν είχαν κάτι κοινό πια. Μόνο τους γονείς τους. Κατά τ΄άλλα ξένες μεταξύ τους. Μικρές αντάλλαζαν φορέματα, παπούτσια, κούκλες, βιβλία. Αργότερα, όταν μεγάλωσαν αντάλλαζαν αδιαφορία, απάθεια, αποστάσεις. Μεγάλες κι εμφανείς. Οι μόνες συναντήσεις τους ήταν σε γάμους και κηδείες. Κι αυτές σπάνιες.

Η μικρότερη, η Τάνια ήταν πάντα η πιο τολμηρή. Μέχρι που τόλμησε να τις καλέσει όλες χωρίς άντρες και παιδιά για ένα Σαββατοκύριακο στο εξοχικό της στο βουνό.  Σχετικά κοντά στις ζωές και τα περιθώριά τους. Να μην βγουν πολύ εκτός πλαισίου. Για μια τελευταία συνάντηση επαναπροσέγγισης, για να σπάσει αυτό το παγούβουνο που τις χώριζε τόσα χρόνια.  Με χίλια ζόρια δέχτηκαν την πρόσκληση εκείνο τον Δεκέμβριο. Με χίλιες ελπίδες τις περίμενε η Τάνια, η αλλαφροΐσκιωτη, η τρελή, η ανώριμη,  όπως την χαρακτήριζαν συχνά στην οικογένεια του πατέρα της. Είχε πάρει και δώρα να τους χαρίσει: τρία φορέματα κι ένα δικό της, το κοντύτερο. Για να μη κρύβει τίποτα. Ούτε τα πόδια της, ούτε την τρέλα της.

Περίμενε, μα αυτές άφαντες ακόμη. Και η ανυπόμονη Τάνια δεν άντεξε. Πήρε τα κλειδιά του αμαξιού της και βγήκε στη βροχή για να τις ψάξει. Κι έτρεχε με  τ΄αμάξι στις στροφές, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Έψαχνε τις αδελφές της γι΄αυτή την τελευταία συνάντηση. Θα έπεφτε με τα μούτρα να τις αγκαλιάσει, να τις φιλήσει, να τους πει πόσο τις αγαπά, πόσο τις έχουν λείψει και πως οι αδελφές δεν χάνονται. Κι η βροχή δυνάμωνε, όπως και η ταχύτητα της Τάνιας. Κι έπεσε με τα μούτρα πάνω στις αδελφές της, μέσα σε μια αγκαλιά από σίδερα και σάρκες, μέσα στις αιμάτινες σταγόνες.

Και τα φορέματα περίμεναν να φορεθούν περήφανα από τις τέσσερις αδελφές. Μάταια.

17692556_10154929789610590_1545530180_o

Παράθυρο με θέα

Μέσα σε τούτο το σπίτι θα υποδέχομαι τους φίλους μου, τα παιδιά μου και τους φίλους των παιδιών μου. Μέσα σε τούτο το σπίτι θα ηχούν δυνατά τα γέλια που κρύβουν οι αδύναμοι άνθρωποι. Μέσα σε τούτο το σπίτι θα πίνουμε, θα τρώμε, θα διαβάζουμε τις στιγμές εκείνες του κορμιού και της ψυχής μας, που δεν ξεχάστηκαν σ’ ένα συρτάρι σκονισμένες. Μέσα σε τούτο το σπίτι θα υπάρχει μόνο φως, τόσο όσο για σένα και για μένα. Μέσα σε τούτο το σπίτι τα παράθυρα θ’ ανοίγουν διάπλατα την αγκαλιά τους στον ήλιο κι εκεί θα βολευόμαστε, όσοι χωράμε μέσα σε τούτο το σπίτι. Και χωράμε όλοι,  όσοι στην αγάπη δεν λυγίσαμε από φόβο ή από λήθη.

Λάνια, Κύπρος 2017