Βαρύ το έαρ

Όλο το αίμα που σε πόνεσε στρωμένο εκεί στο χώμα.

Όλη η λύπη που έσταζε σιωπηλά κάθε λεπτό.

Όσα ματώσαν μέσα σου και βάρυνε η καρδιά.

Όση απελπισία έγινε πέπλο γύρω σου.

Όσα ουρλιαχτά πνίγηκαν αθόρυβα στα κλειστά δωμάτια.

Κοντοστέκομαι σε κάθε βήμα και κοιτώ μια κόκκινη μελαγχολία.

Γιατί διάλεξες να φύγεις τόσο νέα;

Όμοδος, Κύπρος 2017

Στη Λευκωσία της Κύπρου

Σε βλέπω πίσω από τα συρματομπλέγματα

ν’ ακουμπάς το πρόσωπο στο τζάμι.

Να βλέπεις τα πουλιά πως μαζεύουν την τροφή τους.

Ν’ ακούς τη βροχή και να μυρίζεις το χώμα.

Να κάθεσαι στην αιώρα και να σε λούζει ο ήλιος.

Να γράφεις πάνω στο χιόνι τις λέξεις σου.

Να φτιάχνεις τσάι από δυόσμο.

Να χαμογελάς και να κλαις στις στιγμές που σε στιγμάτισαν.

Ποιος μας τεμάχισε την ψυχή; 

Ποιος μας μοίρασε το νησί στα δυό;

Σε βλέπω πίσω απ’ τα συρματομπλέγματα.

Λευκωσία, Μάιος 2017

Η μουσμουλιά

Στον τόπο μου, την Κύπρο συμπεριφερόμαστε περίεργα προς τη φύση. Τσιμεντώνουμε τις αυλές για να μην φυτρώνουν ξερόχορτα, ξεριζώνουμε τα κλήματα, τις ελιές και ό, τι άλλο φυλλοβόλο έχουμε κληρονομήσει σε τούτη τη γη για να είναι όλα καθαρά. Στη θέση τους φυτεύουμε δέντρα εισαγωγής και φοίνικες για να νιώθωμε και μεις «ψηλοί» μέσα στα «παλάτια» μας. Αγοράζουμε εξωτικά πουλιά, παπαγάλους χρωματιστούς, καναρίνια και πυθώνες, αλλά διαλύουμε με οργή τις φωλιές των χελιδονιών, γιατί λερώνουν τις μαρμάρινες βεράντες μας.
Κι όταν σπάνια στις αυλές της Κύπρου βλέπω μουσμουλιές θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια. Τούτα τα δέντρα γίνονταν σκιά για μας τα παιδιά να ξεκουραστούμε απ΄το ατελείωτο παιχνίδι στο δρόμο, όταν άνθιζαν στόλιζαν τα σπίτια σαν νύφες και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά.
Η μουσμουλιά είναι έργο τέχνης και μεγάλωσε μαζί μου. Πρασινίζει, ανθίζει, καρπίζει, γυμνώνεται και ξανά από την αρχή, όπως τις ζωές μας.

-Σαν τα μάθκια σου, τα δκυό να την σσιέπεις κόρη μου, μου είπε η γιαγιά μου λίγο πριν «φύγει».

Σαν τα μάτια μου κι εγώ την προσέχω ακόμη στην αυλή μου.

13007269_10153952182795590_181758103470837618_n

Κύπρος, Απρίλης 2017

Πιθανότητες

Βράδια που τελειώνουν καλά. Κι ακουλουθεί ένα πρωινό μαζί, που όλα ακόμα είναι εκεί. Κι ας μην το φαντάζεσαι. Και κάνεις σχέδια για τις επόμενες ώρες, μέρες, μήνες. Για ένα καλοκαίρι μαζί κι ας είναι χειμώνας. Για μια ζωή που λούζεται πολύ από ήλιο κι ας βρέχει οκτώ μήνες το χρόνο. Αυτό το μαζί που δεν ειπώθηκε ποτέ, ούτε στα κλίκ, ούτε στα μάτια, ούτε στις λέξεις. Αλλά το μαζί είναι ακόμη ζωντανό μέχρι να σκοντάψεις πάλι στις πληγές σου, αυτές που είναι μέσα σου, εκεί κοντά στην καρδιά. Και αρχίζει το πόδι σου ν΄ανεβοκατεβαίνει νευρικά, γιατί τα σχισμένα μέσα σου δεν ράβονται ούτε με τις πιο χοντρές βελόνες και γίνεσαι πάλι κόμπος στο λαιμό και το σώμα. Κόμπος που δεν λύνεται, μικραίνει, μεγαλώνει, αλλά είναι εκεί. Μόνιμα. Και κανείς δεν μπορεί να σε διαβάσει.

Τύχη μεγάλη να μπορεί κάποιος, κάποτε να σε διαβάσει.

Ιππολύτη

Ξυπόλητη, ανυπόδητη,

μια λύπη απόλυτη.

Και η ζώνη;

Αχ Ιππολύτη!

Σε μια καταδίκη δεμένη, εκτεθειμένη περιμένεις,

τον θάνατο καρτερικά υπομένεις.

Οι Αμαζόνες θαραλλέα πολέμησαν για σένα.

Με σένα  πιο γενναία από ποτέ.

14364744_10154328265415590_7505913621222945318_n

Συλλογές

Από μικρή έκανε διάφορες συλλογές: γραμματοσήμων, παλιών νομισμάτων, μαυρόασπρων φωτογραφιών, κοχυλιών. Μεγαλύτερη μάζευε κουτιά βιντάζ, παλιές καρτποστάλ, ασημένια μαχαιροπήρουνα, παλιά σκληρόδετα βιβλία, δίσκους βινυλίου, πνευστά όργανα. Ζούσε μόνη με τις συλλογές της: τις γυάλιζε, τις στόλιζε, τις φρόντιζε σαν παιδιά της. Κανένας σύντροφός της δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τα «παιδιά» της.  Δεν χωρούσαν όλοι στο ίδιο σπίτι, στον ίδιο χώρο, στο ίδιο κρεβάτι.

Περνούσα τις προάλλες έξω από το σπίτι της αργά το βράδυ. Κοντοστάθηκα όταν είδα τα μάτια της ορθάνοιχτα να με κοιτάνε εκεί στη βεράντα, που ήταν ξαπλωμένη σ΄έναν φθαρμένο καναπέ.

-Μη κάνεις θόρυβο. Τα παιδιά κοιμούνται μέσα κι εγώ ήρθα στο δικό μου κρεβάτι, μου είπε  δείχνοντας με το δάχτυλο το εσωτερικό του σπιτιού της.

Από καθαρή περιέργεια προσπάθησα να δω τα «παιδιά» της. Ήταν όλα εκεί στολισμένα, γυαλισμένα, απλωμένα παντού. Οι συλλογές της πήγαν για ύπνο.

Μετά από λίγες μέρες έμαθα ότι την βρήκαν οι χωριανοί νεκρή στον κάναπε της βεράντας. Και οι συλλογές τώρα τι θ΄απογίνουν, αναρωτήθηκα.