Φλουτάρισμα

Κοιτούσε παλιές φωτογραφίες της,

έγχρωμες, μαυρόασπρες, φλουταρισμένες,

ύφος σοβαρό, χαμόγελα κρυμμένα πίσω απ΄τα μαλλιά της.

Μαλλιά που μύριζαν θάλασσα.

Είχε μια γλυκιά μελαγχολία, οι γωνίες απουσίαζαν.

Κι αυτός παρών σχεδόν σε όλες.

Σχεδόν, μέχρι που σβήστηκε το «αγάπη».

Έπαψε να έχει σαφές περίγραμμα.

Έμειναν μόνα τους κάποια σχόλια.

Μόνα τους.

 

 

 

 

Με σημαίες και τρομπέτες

Ήταν Κυριακή θυμάμαι πριν τριάντα χρόνια γύρω στις 12 το μεσημέρι, (το θυμάμαι σαν να ήταν χτες), πρέπει να ήταν Οκτώβριος, μήνας παρελάσεων, όταν κτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μας. Ήταν η μητέρα της κολλητής μου φίλης τότε και ζήτησε από τη μητέρα μου να βγω έξω, γιατί ήθελε να μου πει κάτι στο αμάξι της. Η μητέρα μου επέμενε να την κεράσει καφέ, αυτή ζητούσε επίμονα να μου μιλήσει ιδιαιτέρως. Βγήκα έξω και η κυρία Μάρω μ΄ έβαλε στη γκρι Μερσεντές της για να μου ανακοινώσει έντονα να «ξεχάσω» την ελληνική σημαία που μου έλαχε σαν σημαιοφόρος στην Γ΄Γυμνασίου και να τη δώσω στην κόρη της, την κολλητή μου. Συνέχισε το παραμιλητό της λέγοντάς μου να κρατήσω την κυπριακή σημαία στην παρέλαση, γιατί η κόρη της είχε ένα πρόβλημα υγείας και έπρεπε να το σεβαστώ δίνοντάς της την ελληνική σημαία, που έδειχνε στα μάτια της «καλής» κοινωνίας της Κύπρου την αριστεία του παιδιού σε επίδοση και ήθος.

Το μόνο που θυμάμαι είναι το γιατί που δεν της άρθρωσα ποτέ, την μητέρα μου να την ρωτά γεμάτη απορία τι συμβαίνει και να μην παίρνει απάντηση ποτέ κι εμένα να χάνω για πάντα την παιδική μου φίλη για τις σημαίες. Από τότε θυμάμαι σιχάθηκα όλες τις σημαίες και τη βαθμοθηρία, με την οποία μας πότιζαν από μικρά παιδιά στο σχολείο, αποφάσισα να παρατήσω τις σημαίες και το σημαιοφοριλίκι κι άρχισα να παίζω τρομπέτα στη Φιλαρμονική του σχολείου μου στις παρελάσεις.


Εχουν περάσει τόσα χρόνια και εξακολουθούμε να διδάσκουμε μέσα στις τάξεις τον ανταγωνισμό σ΄ όλες του τις εκφάνσεις για να καμαρώνουμε τα παπαγαλάκια μας, που κρατάνε περήφανα σημαίες και λάβαρα. Και ξεχάσαμε να μιλάμε ξεκάθαρα για τον σεβασμό, την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, τη διαφορετικότητα. Και όλα αυτά τα κάνουμε σ΄έναν τόπο, τον οποίο χάσαμε για τις σημαίες και συνεχίζουμε να σκοτωνόμαστε χρόνια τώρα.

Κάτω απ΄την κληματαριά

Κάθε Ιούλιο η ίδια ιστορία. Μεταμεσονύχτιες ασκήσεις, που δεν άφηναν τη γειτονιά να κοιμηθεί. Οι νεοσύλλεκτοι φαντάροι ακούγονταν πάντα γύρω στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Όλο τον Ιούλιο φώναζαν δυνατά: «Πρώτος λόχος, ΑΕΤΟΙ!» Καμιά δεκαριά φορές, μέχρι το επόμενο σύνθημα. Ένας δρόμος χώριζε το σπίτι μας από το στρατόπεδο και τους ακούγαμε ολοκάθαρα. Τους καυτούς μήνες του καλοκαιριού καθόμασταν πάντα κάτω απ΄ την κληματαριά, γιατί είχαμε τη ψευδαίσθηση ότι εκεί είχε δροσιά. Μάταια. Η υγρασία κολλούσε πάνω στο πετσί μας όλο το εικοσιτετράωρο. Ο καύσωνας και η υγρασία γιγαντώνονταν στο κεφάλι μου κάθε φορά που άκουγα τις ασκήσεις των φαντάρων. Ένιωθα ότι το χακί που φορούσαν έλιωνε αργά και βασανιστικά στο δέρμα τους, όπως βασανιστικά ένιωθα την μάνα μου να λιώνει μέσα της κάθε Ιούλιο και Αύγουστο μετά το 74΄, μετά τους αγνοούμενους και τους εγκλωβισμένους.

-Πάμε μέσα, μου φώναζε κάθε φορά που ξεκινούσαν οι ασκήσεις των φαντάρων. Είναι αργά παιδί μου, πάμε για ύπνο.

-Μα! Είναι καλοκαίρι ρε μάνα, δεν έχουμε σχολείο, φώναζα με αντίδραση και εκνευρισμό. Και δεν μπορούμε να κοιμηθούμε με τις αγριοφωνάρες των στρατιωτών. Δεν με πιάνει ο ύπνος. Όταν τελειώσουν «αυτοί» θα πάω για ύπνο.

-«Αυτοί» είναι οι στρατιώτες μας, μου έλεγε έντονα η μάνα μου κοιτώντας με στα μάτια αυστηρά. «Αυτοί» θα πολεμήσουν πάλι,  όταν στο νησί υπάρξουν αναταραχές με τους Τούρκους. «Αυτοί» πολέμησαν και σκοτώθηκαν τότε. «Αυτοί» είναι ο αδελφός σου, ο γείτονάς σου, ο πατέρας σου, ο θείος σου.

-Μα ο θείος είναι αγνοούμενος, της είπα ένα βράδυ τον δωδέκατο Ιούλιο της ζωής μου.

Ήταν τότε που είδα την μάνα μου για πρώτη φορά να βάζει τις παλάμες στο πρόσωπό της και να κλαίει γοερά χωρίς λυγμούς. Αθόρυβα. Έβλεπα μόνο τα βρεγμένα της δάχτυλα. Αυτή η γυναίκα που στα μάτια μου ήταν το πιο δυνατό πλάσμα στον κόσμο,  λύγισε μπροστά μου για πρώτη φορά. Κι εγώ καιγόμουνα από ντροπή για την επιμονή και την αυθάδειά μου. Κι ο ιδρώτας κυλούσε κι αυτός από το κεφάλι μέχρι τα ακροδάχτυλα των χεριών μου. Με αυθάδεια. Άνοιξα την αρμαρόλα* της γιαγιάς- κειμήλιο πολέμου κι αυτό, πήρα ένα μαντηλάκι κεντητό και πλησίασα την μάνα μου αμήχανα αγγίζοντάς την απαλά με το μαντήλι στα χέρια.

-Μην κλαις. Σκουπίσου μ΄αυτό, της είπα χαμηλόφωνα. Θα έρθουν καλύτερα και δροσερότερα καλοκαίρια, θα δεις. Και δεν θ΄ακούμε τους ΑΕΤΟΥΣ και δεν θα έχει υγρασία στο πετσί μας και θα καθόμαστε στην ακροθαλασσιά του χωριού μας και θα πηγαίνουμε πυροφάνι, όπως μου έλεγε ο πατέρας ότι κάνατε τα ζεστά καλοκαίρια πριν τον πόλεμο.

….

Πέρασα από το πατρικό μου προχτές αργά το βράδυ και τους είδα και τους δύο κάτω απ΄ την κληματαριά να ψιλοκοιμούνται. Κάθησα αθόρυβα να μην τους ξυπνήσω. «Πρώτος λόχος, ΑΕΤΟΙ» ακούστηκε ξαφνικά και η μάνα μου ανασκουμπώθηκε.

-Ήρθες κόρη μου! Δεν κουνιέται φύλλο απόψε. Λιώσαμε σήμερα απ΄τον καύσωνα. Ξεκίνησαν οι ασκήσεις πάλι. Τους άκουσες;

Τους ακούω μάνα. Σαράντα χρόνια τώρα. Και καίγομαι.

*αρμαρόλα: ντουλάπα

20524532_10155326639035590_1540306575_o

Πάνω στην πέτρα

Mένεις κάποια λεπτά με τον ευατό σου, να πάρεις μια ανάσα, να ξεπλύνεις κάθε κάματο, να συνέλθεις λίγο από τις φουρτούνες, να στραγγίξεις καλά τους χειμώνες. Άνω τελεία σε αναμνήσεις, όνειρα και προσδοκίες. Είσαι στο τώρα με σένα και μόνο. Εισπνέεις, εκπνέεις. Ζεις.

Κύπρος, Ιούλιος 2017

Τοπιογραφία

Κάτω από το θεόρατο δέντρο,

μια καλοκαιρινή Κυριακή που μύριζε χειμώνα,

βούτηξα τα πόδια στην παγωμένη λίμνη.

Μου γαργαλούσε τις φτέρνες το βυθισμένο κάστρο,

άκουγα το νανούρισμά της στα θολά νερά

κι αναρωτήθηκα πάλι για τις επιστροφές.

Πόσες μνήμες, πόσες αδυναμίες, πόσες σταγόνες στη βροχή,

πόσοι θεοί και δαίμονες είναι παρόντες;

Ξάπλωσα ανάσκελα στο βρεγμένο χορτάρι

και χάζευα τους πίνακες του Μονέ.

Τίποτα δεν μου λείπει.

Μάλλον.

20399073_10155315746025590_832572555_o

Relec/ France, July 2017