The story of a moment in Athens


Η Wunderart Productions σε συνεργασία με τον Πολυχώρο Τέχνης BABEL παρουσιάζουν το φωτογραφικό λογοτεχνικό άλμπουμ “The story of a moment” στις 31 Μαρτίου 2018, στις 7 το βράδυ.

Για το βιβλίο θα μιλήσει η δημοσιογράφος της Εφημερίδας των Συντακτών Κυριακή Μπεϊόγλου. Αποσπάσματα θα διαβάσουν oı: Στέργια Κάββαλου, Πέλα Σουλτάτου, Δημήτρης Σωτάκης και Μαρία Τζιαούρη Χίλμερ.

Το βράδυ της παρουσίασης θα υπάρχει και μια μικρή έκθεση των φωτογραφιών του βιβλίου.

Στον πρόλογο του βιβλίου η Κωνσταντία Σωτηρίου γράφει:
«Τι είναι αυτό που συναρπάζει τόσο τους ανθρώπους όταν πρόκειται για μια φωτογραφία; Τι είναι αυτό που μας κάνει να αναζητούμε την μικρή ιστορία που κρύβει η στιγμή; Τέσσερις φωτογράφοι και έξι συγγραφείς «συνομιλούν» για την ιστορία μιας στιγμής.The story of a moment: Κύπρος, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία, Μαρόκο, Συρία, Ινδία, Βιετνάμ, Κολομβία. Άνθρωποι και τοπία, ύψη και βάθη, χρώματα που πυρπολούν το σκοτάδι, χρώματα μόνο στο άσπρο και το μαύρο και το σκοτάδι. Στιγμές που ο φακός του Άνθου Μυριάνθους, του Άκη Παπαντώνη, της Μαρίας Τζιαούρη- Χίλμερ και της Μυρτώς Αριστείδου έχουν απαθανατίσει, στιγμές που βρίσκονται αποτυπωμένες στο χαρτί για πάντα, περιμένοντας στη σιωπή για να κάνουν την ιστορία τους ν΄ ακουστεί. Τα κείμενα της Στέργιας Κάββαλου , του Άκη Παπαντώνη, της Πέλας Σουλτάτου, του Δημήτρη Σωτάκη, και της Μαρίας Τζιαούρη- Χίλμερ προσπαθούν να δώσουν φωνή σε εκείνες τις μικρές μαγικές στιγμές του κόσμου μας. Υπόσταση και βάθος στις δύο διαστάσεις του φωτός που αιχμαλωτίστηκαν σε κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου. Επειδή η ιστορία μιας στιγμής, μικρή ή μεγάλη αξίζει να καταγραφεί.»

 

Στου βράχου τη σχισμάδα

Τις τελευταίες μέρες, καιρού επιτρέποντος, φτιάχνω τον κήπο μου, πήρα τσαρτελούθκια(=γεράνια), τριανταφυλλιές, δκύοσμον τζαι βασιλικόν και τσαππίζω(=σκαλίζω) από χτες, γιατί αλλιώς δεν θα ήμουν η εγγονή της Κλεονίκης. Σήμερα πάω στην μάνα μου και της λεω να μου δώσει απο τις δεκάδες γλάστρες που έχει στον κήπο της για να βάλω κι εγώ στον δικό μου μέχρι ν΄ανθίσουν αυτά που φύτεψα. Και βλέπουμε στο κατώφλι της κουζίνας το κυκλάμινο που φύτρωσε μονάχο του κι αρχίζει να τραγουδά «κυκλάμινο, κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα». Με φορτώνει η γυναίκα με γλάστρες και μετά της λέω να με μάθει Ικεπάνα. Και ξαφνικά φωτίζεται το πρόσωπό της από χαρά, γιατί της άρεσε πολύ τούτη η τέχνη των λουλουδιών και δώστου βλέπαμε τα βάζα του Ικεπάνα και πως θα μπει το κλαδί εδώ, το λουλουδικόν εκεί και έλαμπε το πρόσωπο της σαν τον σημερινό ήλιο. Μετά θυμήθηκα τις μαρμελάδες και τα γλυκά του κουταλιού και να με μάθεις μάνα, πλησιάζει Πάσχα και να με μάθεις μάνα να φτιάχνω φλαούνες και κουλούρια του χωριού σου και να με μάθεις μάνα αυτό κι εκείνο μάνα, γιατί μάνα γερνάμε κι εσύ κι εγώ και θέλω να με μάθεις μάνα τις τέχνες σου. Μπήκα στο αυτοκίνητο, εγώ και οι γλάστρες και τα γλυκά του κουταλιού και ο ήλιος λάμπει μάνα. Μάνα μου!

Κύπρος, Μάρτιος 2018

Μεταχειρισμένα

Πρόσωπο και χέρια ρυτιδιασμένα. Μάτια θαμπά, φρύδια πυκνά. Χείλη σουφρωμένα, μόνιμα κλειστά και χλωμά. Το σώμα δεν κουνιέται, απλά κάθεται, δεν ακούει τις φωνές εντός κι εκτός του. Οι κινήσεις των χεριών και των ποδιών μηχανικές καθημερινά προγραμματισμένες και ίδιες, πάντοτε μέσα σ΄ εκείνα τα λιγοστά τετραγωνικά στο πεζοδρόμιο. Η ψυχή του, μια απουσία κάθε πόθου και ευδαιμονίας, ντυμένη στο γκρι, αμπαρωμένη πίσω απ’ το κελί της. Και η μνήμη του σκουριασμένη ή τρύπια θέλει να βουλιάζει στη λήθη, να συντηρεί τις σιωπές. Μοναδική του παρέα όλα εκείνα τα ζευγάρια παπουτσιών που ζητούν να ξαναφορεθούν, ν΄ αγκαλιάσουν τις πατούσες που τ΄ αγαπούν, που έχουν ιστορίες να διηγηθούν, που έχουν ζήσει πάνω τους το καλό, το κακό, τ΄ όμορφο, το άσχημο κι ακόμη ζουν.
422420_10150649776528648_1923419410_n

Φωτογραφία: Άνθος Μυριάνθους

Συρματοπλέγματα

Γεννήθηκα σ’ ένα νησί και λίγο μετά ήρθαν τα συρματοπλέγματα. Μεγάλωσα πίσω απ’ αυτά. Μεγάλωσα μ’ αυτά. Έμαθα να ζω μ’ αυτά. Γερνάω μ’ αυτά. Κι εγώ και οι άλλοι. Μας χωρίζουν οι γραμμές, τα σίδερα, τα τείχη. Μοιραστήκαμε στα δυό. Και οι εδώ και οι εκεί. Μπλεχτήκαμε, γίναμε κουβάρι από πόνο, θλίψη, ελλείψεις, απώλειες. Τις κουβαλάμε πάντα. Ολόχρονα. Στις επόμενες γενιές. Τυραννία.

Στάθηκα λίγο και κοιτούσα τα συρματοπλέγματα. Κίτρινο από δω, κίτρινο κι από κει. Μύριζε θεσπέσια.  Μοσχοβολούσε η Άνοιξη. Έκλεισα τα μάτια κι έβλεπα να χορεύουμε μαζί, όλοι στο χρώμα του τόπου μας. Το ίδιο χρώμα προς και πίσω από τα συρματοπλέγματα.

Η ζωή συνεχίζεται και στα δυό μισά του νησιού. Με τα συρματοπλέγματα ανάμεσά μας.

Κύπρος, Μάρτιος 2018

Κρυφτό

Κλειστά τα μάτια. Ξεκίνα να μετράς.

(Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, εικοσιπέντε…)

Τρέχα, κρύψου, γρήγορα.

(Πενήντα, πενηνταπέντε, εξήντα, εξηνταπέντε, εβδομήντα…)

Κρύψου πιο μακρυά. Κρύψου μακρυά μου.

(Ενενήντα πέντε, εκατό)

Φτου και βγαίνω.

Δεν σε βλέπω, δεν σε βρίσκω.

Φτου για μένα. Φτου για σένα.

Κρυβόμαστε. Σωπαίνουμε. Χανόμαστε.

Φτου μας.

Φτου ξελευθερία.

Μ’ ακούς; Σου φωνάζω!

Μην κρύβεσαι.

Ελευθερία!

Κύπρος, Μάρτιος 2018

Τα πομεινάρκα

Έμπαινες που τες δίφυλλες εξώπορτες με το μερακλίδικον τέλειωμα.
Ο ηλιακός εστολίζετουν με κάδρα που κουκούλια του μεταξοσκώλικα.
Στην σάλα εκαμάρωνες την αρμαρόλα με τα προιτζιά.
Το μαερκό εκάμναν το με πέτρινες βούρνες τζαι εθώρες τα πανέρκα να κρέμονται.
Τζαι στες κάμαρες εσσιαίρεσουν τες καρκόλες με τα σκλουβέρκα*.
Το 1923 εκτίζαν άλλως πως τα σπίθκια τους.
Τωρά, μετά που τόσους πολέμους θωρείς τα πομεινάρκα τους τζαι πιάνει σε μια λύπη.

σκλουβέρκα: τα άσπρα υφάσματα που κάλυπταν το πάνω μέρος του κρεβατιού.

Παλιά Λευκωσία, Φεβρουάριος 2018

«Κέρφιου»

Θυμάμαι από μικρή την μάμα μου να μιλάει για το «κέρφιου» που ζήσαμε σαν εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο μετά την εισβολή του 1974. «Κέρφιου» σήμαινε «κατ΄οίκον περιορισμός που επέβαλλε ο Τουρκικός στρατός στους κατοίκους ενός χωριού ή μιας πόλης. Να κλειστούν στα σπίτια τους: ούτε σχολεία, ούτε δουλειές, ούτε καφενεία, ούτε φροντίδα των κοπαδιών. «Αφήσαμεν τα ούλλα κόρη μου τζαι είμασταν κλειδωμένοι έσσω, ούτε στον μπακάλικον της γειτονιάς εν εγίνετουν να πάμε», μου είπε σήμερα το μεσημέρι που τα ξανασυζητούσαμε.

-Τζαι πως εζούσατε μάμα, τρόφιμα είχατε; την ρώτησα.

-Έφερνέν μας ο Ερυθρός Σταυρός. Τζαι τρόφιμα, τζαι φάρμακα. Για έναν ολόκληρον χρόνον εζούσαμεν σε «κέρφιου». Τζαι ο παπάς σου αιχμάλωτος τζαι εγώ μόνη μου με τρία μωρά. Εκαταφέραμέν τα όμως τζαι ζήσαμεν κόρη μου.

-Ναι μάμα. Εζήσαμεν, της απάντησα βλέποντας το μελαγχολικό της βλέμμα.

Απόψε έβαλα τα παιδιά μου για ύπνο, τα σκέπασα, έκλεισα τα φώτα και στ΄αυτιά μου βουίζει αυτή η πρόταση  «εκαταφέραμέν τα τζαι ζήσαμεν». Και νιώθω τύψεις που στη διπλανή μου χώρα- που μας χωρίζουν μετρημένα ναυτικά μίλια- η άλλη μάνα δεν τα «εκατάφερεν». Ούτε τζείνη , ούτε τα παιδκιά της.