Διχασμένοι

Ανάμεσα σε δύο χώρες

Ανάμεσα σε δύο ταυτότητες

Ανάμεσα σε δύο πατρίδες

Ανάμεσα σε δύο γλώσσες

Ανάμεσα σε δύο ευατούς

Ανάμεσα σε δύο σώματα.

Άνθρωποι διχασμένοι,

δίχως  να ξαποστάσουν σε μια μεριά.

Διχασμένοι χωρίς τελείες.

Άνω τελεία, όλη τους η ζωή.

Οι μούγιες που μουγιάζουνται

Οι μούγιες που μουγιάζουνται

έννεν με τα καλά τους.

Την μιαν μιλούν σου τζαι γελούν,

Την άλλην σου μουτρώνουν.

Την τρίτην την σσιηρότερην θωρούν σε τζαι κορτώνουν.

Οι μούγιες που μουγιάζουνται

έν θελούν πολλά να μουγιαστούν.

Μιάν φταίει τους η ζούλα τους,

μιαν άλλην η πετσιά τους.

Οι μούγιες που μουγιάζουνται να παν να φαρατζιστούσιν.

Μες την καρκιάν μας εν χωρούν,

αλλού να παν να χολοσκούν.

Πόσα αντέχει η μνήμη;

H μια κλαδεύει τις τριανταφυλλιές της και τις καμαρώνει σαν παιδιά της, ή άλλη ποτίζει τις λεμονιές και ραντίζει το πεζοδρόμιο να δροσιστεί κι αυτό λιγάκι από τον πρόωρο καύσωνα, μια περπατάει στο δρόμο με το ψωμί παραμάσχαλα, που μόλις αγόρασε από τον συνοικιακό φούρνο και σταματά στη γειτόνισσα για μια τελευταία κουβέντα της ημέρας. Έλλη, Αντρικού, Μαρούλα, Φοίβη, όλες από 65 μέχρι 80 από την Κερύνεια, τη Μόρφου, την Καρπασία, την Αμμόχωστο. Σχεδόν όλες μαυροντυμένες, με μάτια υγρά, ανατολίτικα, χέρια ζαρωμένα που μεγάλωσαν παιδιά, εγγόνια και δυσέγγονα.
-Κόρη μου έλα να σου δώκω λίον δκύοσμιν φρέσκον. Είδες ίντα λόης μυρίζει όμορφα! Τζαι λία λεμόνια τζαι μέσπιλα. Είχα τζαι στο χωρκό μου στην Τζερύνεια, αλλά ήταν καλύτερα τζει κάτω. Τζαι δαμαί εν καλά, αλλά σαν τζεινα εν είναι.
Γυναίκες στο συνοικισμό προσφύγων του νησιού, που ζουν περιμένοντας ακόμα να γυρίσουν πίσω. Εκεί που γεννήθηκαν, εκεί που έχασαν όσους έχασαν. Γυναίκες με μνήμη που δεν ξεχνάει, μνήμη ριζωμένη πολύ βαθιά απ΄ότιδήποτε.
Πόσο ακόμα θα πάσχουμε από μνήμη;

Έξαψη

Χάνεται ο ύπνος κι ο εφησυχασμός σου.

Όταν φωτίζονται οι κρυφές κι αθέατες γωνίες σου.

Ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες.

Μια μουσική ατέρμονη.

Ένα ποίημα σχεδόν.

Λέξεις ερωτικές, έτοιμες ν’ αποτινάξουν τη λήθη.

Αν με ρωτήσεις για τον έρωτά μου για σένα, δεν θα σωπάσω.

Πέρασαν δύο χρόνια

Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, ξανασβήνω.

Σωπαίνω, μιλάω.

Υπάρχω μέσα από τις λέξεις.

Kάθε λέξη που διαβάζεται, που ακούγεται, που ψιθυρίζεται μια αναπνοή.

Ζωή μισή, ζωή ολόκληρη.

Ζωή που συνεχίζεται.

 

Ακούει κανείς;

Ένα κορίτσι κλαίει γυμνό πίσω από τις κλειστές πόρτες. Άναρθρες κραυγές, σεντόνια ματωμένα, πουκάμισα αδειανά, τρίχες στο πάτωμα, φωτογραφίες μιας άλλης ζωής στους τοίχους. Ετοιμόροπα.

Τώρα μοναξιά. Τώρα ζωή σαν βόμβα. Το κορίτσι ουρλιάζει μα κανείς δεν ακούει. Κανείς δεν ζητάει συγγνώμη. Κανείς δεν αγαπάει. Το κορίτσι της φωτογραφίας έχει πεθάνει χρόνια τώρα.

-Κάτι δεν πάει καλά, μαμά. Ακούς;

Ο πόνος φωλιάζει πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ακούει κανείς;

Είναι ξεκλείδωτα.

Κύπρος, Απρίλιος 2018