Ξυπνάς μέσα στην κουφόβραση. Από την μία χαίρεσαι για την ζέστη, για το καλοκαίρι που μπήκε με όλα όσα αυτή η εποχή φέρνει, από την άλλη αυτή η ζέστη είναι ενοχλητική για το πετσί σου, για τα μέσα σου, για τη δύσπνοια που σου προκαλεί. Χαίρεσαι για την ζέστη, τις φωτεινές μέρες, για το λιοπύρι μα εκνευρίζεσαι ταυτόχρονα, γιατί δεν αντέχεις τούτο τον καιρό και ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, γιατί είναι αχαριστία να νιώθεις έτσι για τις ωραίες μέρες, για τις υψηλές θερμοκρασίες, αφού κάπου αλλού οι ωραίες μέρες είναι σπάνιες έως ανύπαρκτες και επικρατεί κρύο και μουντίλα συνεχώς στα μέσα και τα έξω των ανθρώπων.
– Κυρία σήμερα εν φτάσουμεν τους 39 βαθμούς. Να πάεις να κάμεις μια βουθκιάν στη θάλασσαν, φωνάζει ο Γιάννης, μαθητής μου, ο οποίος δίνει την τελευταία του εξέταση στο σχολείο σήμερα. Τζαι καλόν καλοκαίριν κυρία!
-Καλό καλοκαίρι Γιάννη, του απαντώ και χαίρομαι για το φως που εκπέμπει από παντού.
Συντάκτης: marouthki
Μικρή στάση ομορφιάς
Κοντοστάθηκε να θαυμάσει την απέριττη ομορφιά πριν χτυπήσει το κουδούνι.

Στρασβούργο, Ιούνιος 2018
Το ζακετάκι
Ξέχασα το ζακετάκι μου. Το μαύρο ζακετάκι μου. Έβγαλε ήλιο και το έβγαλα. Τ’ άφησα στο παγκάκι εκείνης της πλατείας. Πόσο όμορφη ήταν εκείνη η πλατεία: τα συντριβάνια, τα μικρά παιδιά να την γυροβολάνε με τα ποδήλατά τους, οι φοιτητές να λιάζονται με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και την ζωή στις παλάμες τους. Σ’ εκείνη την πλατεία θυμάμαι και δυό-τρεις άστεγους σε εμβρυϊκή στάση πάνω σε κάποια τετραγωνικά χαρτονιού. Σκλήρα χαρτόνια που έγιναν το στρώμα ανθρώπων που χαίρονταν κάποτε- ίσως- κι αυτοί εκείνη την πλατεία. Τώρα ζωντανοί-νεκροί.
Έφυγα βιαστική μη χάσω τη πτήση μου. Χωρίς το ζακετάκι. Ξέχασα να το αναζητήσω στους ώμους, τα χέρια, το στήθος μου. Μαζί του ξέχασα κι ό,τι με τυραννούσε μέσα στο στήθος μου. «Το ωραίο σου στήθος», όπως συνήθιζες να λες τους τελευταίους μήνες. Φεύγοντας απ’ την πλατεία εκείνης της πόλης ήξερα πως μ’ είχες ξεχάσει ήδη.
-Τι ωραία βυζιά που έχεις, έλεγες.
Όταν μπήκα στο αεροπλάνο έψαξα στο σακίδιό μου το ξεχασμένο ζακετάκι. Μάταια. Όπως μάταια έψαχνα εσένα.
-Τι ωραία βυζιά που έχεις, έλεγες.
Θεωρία στη θεωρία. Ουτοπία στην ουτοπία. Δεν λαχταράς τα ωραία μου βυζιά πια. Δεν θες να τα ρουφήξεις πια. Χόρτασες τη λαιμαργία σου και φρέναρες τη δικιά μου. Κάθε φορά που σε θυμάμαι να μιλάς και να γράφεις για τα βυζιά μου, αναζητώ το γαμημένο μου ζακετάκι. Να σκεπάσει το δικό μου κρύο και τη δική σου ασχήμια. Να κρύψει εσένα, που κάποτε η ομορφιά σου με γονάτιζε.
Κοίταξα έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου. Σκοτάδι μαύρο και βαθύ. Έβαλα τότε την παλάμη στο στήθος μου κι ο ήχος εκεί ανεβοκατέβαινε σαν κύμα. «Έχω ωραία βυζιά» ψιθύρισα χαμογελώντας και συνέχισα ν’ ακούω το κύμα εκεί στ’ ανάμεσό τους.
Νόστος

Αγ. Φίλων-Κύπρος, Μάιος 2017
Μαρικού
Όταν ανοίξω την πίσω πόρτα της βεράντας μου ξέρω ότι θα με δει πίσω από το δικό της παράθυρο. Τότε θα με φωνάξει για να πιούμε καφέ και να μου δώσει φρέσκα αυγά από τις κότες της. Δεν μπορώ ν΄αρνηθώ κι ας με τυραννά ο χρόνος. Αυτός ο τύραννος… Το σώμα της πια ένα γάμα κεφαλαίο, τα μάτια της η πιο γαλήνια θάλασσα που έχω δει και το μυαλό της εκεί. Διαύγεια και σπιρτάδα. Και ξεκινάνε οι ερωτήσεις, οι διηγήσεις -τωρινές και παλαιότερες- κυρίως αυτές από τα περασμένα. Παιδιά ξενιτεμένα, άλλα επαναπατρίστηκαν με ψαλιδιασμένα φτερά άλλα όχι, αδέλφια που χάθηκαν σε κάποιο πόλεμο, σύζυγος που έφυγε νωρίς, ιστορίες μετανάστευσης. Χωρίς καμία νοσταλγία, χωρίς πένθος, χωρίς μελαγχολία. Και οι συμβουλές πέφτουν στο τραπέζι με το σεμεδάκι απανώτα και στακάτα κι αυτή η καθάρια της φωνή με αγκαλιάζει και με συγκινεί κάθε φορά. Κι αν ο ψυχισμός μου είναι ένα καζάνι που κοχλάζει τότε γίνεται ταραντέλα. Και φεύγοντας με αποχαιρετά σαν να είναι η τελευταία μας συνάντηση. Η Μαρικού, ετών 94, είναι η τωρινή μου γιαγιά. Αυτή που απέκτησα στο χωριό που με φιλοξενεί εδώ και μια πενταετία. Η Μαρικού μ΄ έμαθε πως «ο άνθρωπος πρέπει ν’ αναζητά δεσμούς με άλλους ανθρώπους όσο μακρυά κι αν βρίσκονται.» Η Μαρικού είναι ο παράδεισος πίσω από την πόρτα της βεράντας μου.

Κύπρος, Μάιος 2018
Φως
Φώτιζε μου το σκοτάδι μου.

Κύπρος, Μάιος 2018
Πάντα ό, τι ήθελα
Από μικρή έκανα πάντα ό,τι ήθελα. Στα φανερά ή τα κρυφά (κι αυτό ήταν πολύ γλυκό) έκανα αυτό που ήθελα. Αυτό που είχα στο κεφάλι μου, το έβαζα στα χέρια ή στα πόδιά μου. Πάντα αυτό που ήθελα το έκανα.
Τώρα κάνει αυτό πάντα ό,τι θέλει. Με ή ερήμην μου.
Ένα χέρι βοήθειας
Ένα χέρι βοήθειας ζητώ.
Γι’ αυτό την πόρτα σου χτυπώ.
Άνοιξε σε παρακαλώ.

Κύπρος, Μάιος 2018
Ο πύργος σου
Εκεί ψηλά στα σκοτεινά ζούσες πεθαμένη.
Τα χείλη σου δεν ζούνε πια.
Η μήτρα σου ξεράθηκε και τα βυζιά σου στέγνωσαν.
Και τα μαλλάκια τ’ όμορφα δεν τα’ λουζε μια αχτίδα φως.
Εκεί ψηλά στον πύργο σου κλείστηκες πληγωμένη στους ραγισμένους τοίχους του.
Σκύβεις το κεφάλι, κλείνεις τα μάτια και καρτερείς.
-Ποιος είπε πως αυτοί που ζουν δεν είναι πεθαμένοι;

Κύπρος, Μάιος 2018