Τα πράγματά σου

Συναντηθήκαμε στο ίδιο καφέ που γνωριστήκαμε.

Ήτανε μήνας Αύγουστος και η υγρασία ένα με το πετσί μας.

Μου επέστρεψε το φλυντζάνι μου, ένα δίσκο βινυλίου και όσα ρούχα δικά μου είχε στην ντουλάπα του.

Όλα με τάξη μέσα στην χάρτινη σακούλα.

Του επέστρεψα όλες τις επιστολές του κι εκείνη την καρφίτσα με τ΄όνομά μου.

Όλα τυλιγμένα στο μωβ φουλάρι που μου χάρισε.

Απομακρυνθήκαμε χωρίς αντίο, χωρίς δάκρυα.

Τώρα πια δεν έχω τίποτα δικό του.

Μόνο ο τηλεφωνητής μου είναι γεμάτος με μηνύματα.

«Σου πήρα τσιγάρα απ’το περίπτερο. Δεν θα αργήσω απόψε απ’ τη δουλειά».

Ένα gin&tonic παρακαλώ

Φαντάσου να ήμασταν στο θερινό σινεμά με τους κολλητούς και μετά για μπύρες και για gin&tonic, να θυμόμασταν εκείνο το ροκ φεστιβάλ προ αμνημονεύτων χρόνων, να μιλούσαμε για τους θεούς και τους δαίμονές μας, για τους έρωτες που ζήσαμε ή δεν ζήσαμε, να ξεστομίζαμε άφοβα εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες, που είναι για μας μεγάλες, να μιλούσαμε για όλη την ομορφιά που έχουμε μπροστά μας τώρα μαζεύοντας πολύ ήλιο για το χείμωνα και να γελούσαμε δυνατά και άφοβα επιστρέφοντας πάντα σ΄εκείνους κι εκείνα που είναι το καταφύγιό μας. Ένα gin&tonic παρακαλώ.

Διακοπές

Κάνουμε διακοπές διακόπτοντας τη «ζωή» μας, για να ζήσουμε έναν μήνα, το πολύ, κάπου αλλού. Κουβαλάμε στη βαλίτσα με τα εσώρουχα τα σώψυχά μας, τις προσδοκίες και τις ελπίδες, πως στις διακοπές θα βάλουμε άνω τελεία στις ελλείψεις, στους εκκρεμείς θυμούς και στις αναβολές. Τις ενοχές και τις τύψεις θα τις χώσουμε στην άμμο. Μα οι τελευταίες συνήθως ξεθάβονται στο πρώτο αεράκι. Στα ενοικιαζόμενα δωμάτια διανυκτερεύουν συσσωρευμενα τ΄αποθέματα της μοναξιάς μας. Ατενίζουμε τη θέα της θάλασσας ή του βουνού μ΄ένα γυμνό παράπονο και συνήθως δεν μιλάμε. Μέχρι το ξημέρωμα ψάχνουμε λίγη ζάχαρη ή λίγο αλάτι, να νοστίμισει κάπως την επόμενη μέρα. Διαβάζουμε πολλά βιβλία και βρίσκουμε ωραίες τις ζωές των άλλων στο χαρτί. Και κουβαλάμε τις επιθυμίες μας σιωπηρά όπου κι αν πάμε.
Οι επιθυμίες δεν κάνουν διακοπές. Ούτε και η μνήμη μας.

Σταγονόμετρο

Η ποσότητα της πίκρας ήταν μεγαλύτερη της γλύκας.

Η επικοινωνία ανάπηρη,

σε μια καρέκλα κρατούσε στο χέρι τον ορό

και κοιτούσε τις σταγόνες της μοναξιάς,

που αργά κυλούσαν στις φλέβες της.