Ξυπνώ αχάραγα για να πάω στη δουλειά μου στην πρωτεύουσα. Τούτες τες μέρες, επιάσαν οι κρυάδες του σσιειμώνα, βρέσσιει ασταμάτητα, πράμαν καλόν για το νησίν μας που διψά, έσσιει όμως τζαι τζείνην την κρυάδαν που περνά σε κάθε σου κύτταρον τζαι τουρτουράς ώσπου να μπεις κάπου που εν βραστά ή ώσπου να σου φανερωθεί τσας τζείντο ηλίουδιν το γλυτζιήν. Έβαλα την μουσικούδαν μου στην διαπασών μες το αυτοκίνητο, έν με κόφτει αν ηβρέσσιει, ούλλα καλά, αφού φεύφκει μια πολλά δύσκολη χρονιά τζαι για μέναν τζαι για πολλούς αθρώπους. Τζαι αρκέφκω μίσσι μου τον απολογισμό της χρονιάς, τζαι μετρώ τους πόνους, τες αρρώστιες, τες απώλειες, τες λύπες που ήταν πκιό πολλές που τες χαρές φέτος, τζαι λαλώ άτε να μετρήσουμε ακόμα λίον να φύει τούτη η χρονιά τζαι να πάρει τους θανάτους τζαι τους πόνους του σώματος τζαι της ψυσσιής μας, τζαι να’ ρτει πιο πολύν φως τζαι χαρές για ούλλους με την αγκαλιά μας να μεινίσκει ανοιχτή.
Στην τελική, το κεφάλαιο της ζωής το πιο ευάλωτον, το πιο χαρμόσυνον τζαι το πιο δύσκολον εν οι Άνθρωποι. Όποια τζαι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι πάντα ο Άνθρωπος.