Sehnsucht*

Να βρω τον τρόπο

να μην μου λείπεις·

τις εκκρεμότητες

θέλω να φτύσω,

τα φιλιά σου

στο λάρυγγα να ράψω,

τα ουρλιαχτά μου να τα πνίξω.

Ποια νοσταλγία και ποια λαχτάρα

στο σώμα μου φωλιάζει,

όταν την ελεγεία του Ραχμάνινοφ ακούω;

Μου φαίνεται πως

κάποιος άλλος είσαι πια

κι εγώ εκείνη

που δεν γνώρισες ποτέ.

 

Sehnsucht: νοσταλγία

 

 

Το γράμμα

Του τηλεφώνησαν στο Πανεπιστήμιο και του είπαν πως πέθανε ο πατέρας του από έμφραγμα. Δεν έκλαψε καθόλου. Η μάνα του είχε ήδη πεθάνει πριν χρόνια. Αδέλφια δεν είχε. Έκλεισε αμέσως πτήση για την Ελλάδα. Στην κηδεία ήταν μόνο κάποιοι γείτονες, θείες, θείοι και τα ξαδέλφιά του. Δεν έκλαψε ούτε πάνω απ΄τον τάφο. Μετά τον καφέ, πήγε στο πατρικό του. Πέρασαν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που κατέβηκε από το Μάλμο στα Χανιά. Μπήκε στην κουζίνα κι άνοιξε το ψυγείο. Γραβιέρα, ελιές και ρακή. Πήρε το μπουκάλι κι ήπιε κατευθείαν. Είχε μια πικράδα στη γεύση. Με το μπουκάλι στο χέρι πήγε στο γραφείο του πατέρα του. Κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο. Τακτοποιημένα χαρτιά και βιβλία. Όλα σε τάξη. Το μάτι του έπεσε σ΄εκείνο το στυλό, που τόσο αγαπούσε ο πατέρας του. Ξαναήπιε μια γουλιά απ΄το μπουκάλι. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι αριστερά. Κάτω από κάποια σκόρπια χαρτιά βρήκε έναν κλειστό φάκελο. «Για τον Πέτρο». Τον πήρε κι έκλεισε το συρτάρι. Ήπιε λίγη ρακή κι άνοιξε το γράμμα: «Να μιλάς καθαρά στους φοιτητές σου, με ανοιχτά φωνήεντα. Όχι δυνατά. Να μιλάς με σωστό ρυθμό, ώστε να μην βαρεθεί το κοινό σου. Όταν μιλάς, να τους βλέπεις πάντα στα μάτια. Μην ξεχνάς να κάνεις και κανένα αστείο που και που. Αλλά πάντα, να μιλάς καθαρά και να τους πείθεις για την ορθότητα των λόγων σου. Είμαι περήφανος για σένα, γιε μου. Πάντα ήμουν». Τότε άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε κι έπινε ρακή. Είχε μια πικράδα στη γεύση.