Να χωρέσουν όλα τα σ΄αγαπώ

Τρέχεις, τρέξε, θα τρέξεις. Χρόνε χώρεσε όσους αγαπώ. Να προλάβω να ανοίξω τα χέρια μου και να φτάσω τα χέρια σου, ν΄αγγίξω το δέρμα σου και να φιλήσεις το δικό μου. Χρόνε χώρεσε όσα αγαπώ. Να προλάβω την μουσική σου στις χορδές μου, τις λέξεις μου στο χαρτί σου, τις γεύσεις μας στο τραπέζι, τα άσπρα σεντόνια στο σώμα, τις βρόχινες πατημασίες στην αυλή, τις σιωπές μας στο τρένο, τις αγκαλιές στις αίθουσες αναμονής. Όλα όσα ονευρετήκαμε, ίσως τα μισά να ζήσουμε, Χρόνε.

Χρόνε μην μ΄εγκαταλείπεις.

Μνήμη  μην με τιμωρείς.

Πόσες σιωπές αντέχει η μνήμη;

Πόσα κρατάει ο χρόνος;

 

Suitcases of memories

The happiest moments of us.

The birds were singing outside.

The children were playing.

The fireplace was burning.

The summer nights in the backyard.

The cold mornings watching through windows.

The sky was blue as far as the eye could see.

If you look inside, you will find me.

Saying no goodbyes.

April 2018

Η λαμπρατζιά

Όλοι οι μάρτυρες σιωπούν μπροστά σου.
Το φως τούτον το λαμπρόν ένα αέναο κάλεσμα,
στις τακτοποιημένες μας ζωές,
στα συγυρισμένα μας σπίτια,
στα όχι που ποθούν να γίνουνε ναι.
Αν μιλούσε η φωτιά, θα έκαιγε τις σιωπές και τις λύπες που κανείς δεν μαρτυρεί.
Άπλωσα τις παλάμες μου πάνω σου.
Δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια χωρίς να σε δω και να σ’ αγγίξω.

Κύπρος, Απρίλιος 2018

Η αγάπη αργεί

Ξεχασμένος από τους σεισμούς και το χάος χορτιαριάζει ανάμεσα στο υψόμετρο του γαλάζιου.

Εκεί στέκονται οι παλιές αγάπες, ολόγυμνες και μπλέκονται στις ρίζες του.

Στ’ ανεκπλήρωτα επιστρέφει ο αντίλαλος της μοναξιάς του ανάμεσα στα κορναρίσματα και τις σειρήνες.

(πως γίνεται να μην είσαι εδώ σε τούτο το ξημέρωμα).

Αθήνα, Απρίλιος 2018