Τρέξε

-Τρέξε, τρέξε, τρέξε… Πιο γρήγορα. Τρέξε.

Δεν ξέρω ποιο χρώμα έχει ο φόβος. Δεν ξέρω ποιο χρώμα έχεις εσύ, εγώ, αυτός.

-Τρέξε…

Κουράστηκα να φοβάμαι τα πάντα, να φοβάμαι εμένα. Δεν θέλω να με φοβάσαι. Κουράστηκα να τρέχω, να τρέχουμε.

– Τρέξε… Πιο γρήγορα.

Θέλω να πιω έναν καφέ. Μόνος ή μαζί σου. Εκεί ψηλά στο μπαλκόνι. Κι ας βρέχει. Να πιω έναν καφέ. Να μην φοβάμαι πια.

Μην με βλέπεις που τρέχω. Δεν φοβάμαι πια.

Γαλλία, Ιούλιος 2017

Φωτό: Μυρτώ Αριστείδου

Της εισβολής

Γεννήθηκα στην Αμμόχωστο το 1972. Ούτε δύο χρονών δεν ήμουν όταν έγινε η εισβολή του 1974. «Παιδί του πολέμου» μαζί με τόσα άλλα. Δεν θυμάμαι τίποτα. Έμαθα για τους βομβαρδισμούς, τα τανκς, τους αιχμαλώτους, τους αγνοουμένους, τους εγκλωβισμένους από τις διηγήσεις των δικών μου. Δεν θυμάμαι τη φρίκη του πολέμου. Το μόνο που θυμάμαι είναι το συσσίτιο που μας δίνανε στο δημοτικό σχολείο και τα επιστολόχαρτα του Ερυθρού Σταυρού με το γραφικό χαρακτήρα της μητέρας μου, που έστελνε στην οικογένειά της ούσα εγκλωβισμένη. 43 χρόνια έχουν περάσει από τότε και μας έχει μείνει η θλίψη, ο πόνος, οι αναμνήσεις, ένας υπαρκτός φόβος και μια αμυδρή ελπίδα για την επιστροφή στα πάτρια εδάφη. 43 χρόνια και κουβαλάμε μια χαίνουσα πληγή που δεν κλείνει.
Πριν μερικά χρόνια, Αύγουστος ήταν πάλι ήθελα να δω τον τόπο που γεννήθηκα και τη φοβερή θάλασσα που άκουγα από τις διηγήσεις των δικών μου. Τα είδα στο ηλιοβασίλεμα, στο λιόγερμα κι ένιωσα όλα όσα είχα στο πετσί και τη ψυχή μου από τις πιο πάνω διηγήσεις.
Πέρασαν 43 χρόνια, εκείνη η θάλασσα της Αφέντρικας εξακολουθεί να μας μαγεύει κι εγώ νιώθω ευγνωμοσύνη για τη ζωή που μου ‘λαχε κι ας κουβαλώ ακόμα το «παιδί του πολέμου».

20748311_10155370395540590_8804129610679901026_o

Αφέντρικα, Ριζοκάρπασσο-Κύπρος 2017

Ένα μολύβι βαριέται(έ)

Του ζητούσανε να γράψει, να μιλήσει, ν΄αρθρώσει λέξεις. Κι αυτός βαριόταν.

Του ζητούσανε να τραγουδήσει, να χορέψει, να γλεντήσει. Κι αυτός βαριόταν.

Ούτε μέρες, ούτε νύχτες ασκείται πια. Τα μέσα του πέτρωσαν, σκλήρυναν με τον χρόνο.

Άρνηση, ανικανότητα, αποτυχία, αποθάρρυνση, ανασφάλεια.

Όλα τα α στερητικά σε μια δεξαμενή εντός και εκτός του.

Καμία επείγουσα ανάγκη να νιώσει το παραμικρό.

Βαριέται.

Και είναι ωραία έτσι.

20806744_10155364739690590_396792506_o

 

Η χαμηλοθωρούσα

Θωρεί ποτζεί, θωρεί ποδά, εν με θωρεί στα μάθκια,

για να της πουν τα μάθκια μου πόσο την αγαπούσιν.

Τζαι να την κλείσουν μέσα τους εις μιαν ευτυχίαν.

Τούτον το πλάσμαν, τ΄όμορφον που έτυχε ν΄αγαπήσω

να το θωρώ, να με θωρεί για όσο μπορώ να ζήσω.

Τζαι τούτην την αγάπη μας σιγά-σιγά να κτίσω.

θα σ΄αγαπώ όσο ηζιώ τζαί όσο ο ήλιος βγκαίνει,

για να μου φέξουν της μαθκιάς σου οι ακτίνες.

Αγάπη μου, το βλέμμα σου να μεν μου το στερήσεις,

μήτε το χάδι των σιερκών, μήτε την γλύκα των σσιειλιών σου ν΄αφήσεις,

γιατί η φλόγα της καρκιάς μου εν ησβήνει

για σε φεγγαρολουσμένη μου τζαι χαμηλοθωρούσα.