Κόκκινες ντομάτες

Ξύπνησα νωρίς πάλι. Αυτά τα τζιτζίκια και η ανελέητη ζέστη.  Μια μέρα πριν την επέτειο του πραξικοπήματος του 74′  ξύπνησα βαριά, γιατί νόμισα ότι άκουσα σειρίνες. Αυτές τις μέρες του Ιουλίου φοβάμαι πιο πολύ. Αυτός ο κολλημένος φόβος στα γονίδια μου… Με κυνηγάει πάντα. Φοβάμαι τα θερμά επεισόδια που έπονται αυτών που προηγήθηκαν. Είναι κι αυτά κολλημένα στο πετσί μου. Το δικό μου, των δικών μου και των ξένων.

«Δεν βαριέσαι, σήκω», μονολογούσα μέσα μου. «Θα φτιάξεις γεμιστές ντομάτες. Άντε να πας νωρίς στον κυρ-Γιάννη να σου δώσει τις καλύτερες, τις πιο ώριμες, τις κατακόκκινες».

Τέτοιες κατακόκκινες ντομάτες ήθελα ν΄αγοράσω και τότε στον Τουρκομαχαλά του Μονάχου. Να φτιάξω γεμιστά. Τις βρήκα, τις μύρισα, τις διάλεξα προσεκτικά και πήγα στο ταμείο. Ο Τούρκος ταμίας με κοίταξε κάπως περίεργα κι εγώ δεν κατάλαβα τι ήθελε. Τις ζύγισε και πριν μου πει την τιμή τους με ρώτησε κάτι στα τούρκικα. Του απάντησα στα γερμανικά ότι δεν καταλαβαίνω. Και τότε με ρώτησε στα γερμανικά αν ειμαι Τουρκάλα. «Με τα μαλλιά και τα μάτια που έχεις σίγουρα είσαι Τουρκάλα». Του απάντησα έντονα στα γερμανικά ότι γεννήθηκα στην Κύπρο. «Τουρκάλα είσαι τότε», μου απαντάει. Δεν άντεξα, κοκκίνησα σαν τις ντομάτες από θυμό, τις πήρα όπως ήταν μέσα στο σακούλι από τη ζυγαριά και τις πέταξα κάτω φωνάζοντάς του: Είμαι Ελληνοκύπρια ακούς! Griechischezypriotin! Μ΄ένα «άει σιχτίρ» στο στόμα έφυγα κλαίγοντας από το μπακάλικο τότε. Χωρίς ντομάτες, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.

Γεννήθηκα με το «Δεν ξεχνώ» και το κουβαλάω εδώ και 44 χρόνια σε κάθε γη που έχω βρεθεί.  Συχνά πιάνω τον ευατό μου να θέλει να ξεχάσει. Αδύνατον. Είναι μεγάλη τέχνη να μη θυμάσαι. Και δεν την κατέχουμε όλοι.

Βρήκα κόκκινες και ζουμερές ντομάτες. Ίδιες με κείνες του Μονάχου. Ακόμα τις θυμάμαι.

Η πυρά του πόνου

Κάθε Ιούλιον γίνεται τζαι έναν κακόν στην Κύπρον, χρόνια τωρά: το πραξικόπημα, ο πόλεμος, το Μαρί, οι πυρκαγιές, τα ναυάγια, κάθε λογής χαττάς. Τζαι σκοτεινιάζουμεν για λίον ή πιο πολύν τζαιρόν, ξιχάνουμεν ή κάμνουμεν πως ξιχάνουμεν, μα οι πληγές εν τόσο βαθκιές που εν κλείουν ποττέ: ο θείος της εν αγνοούμενος, ο παπάς του ήταν αιχμάλωτος, τον αρφόν της επαίξαν τον.Τζαι βάλουμεν τον πόνο μας σε λέξεις, τζαι τες πληγές μας σε πιο πολλές λέξεις τζαι κάμνουμεν μνημόσυνα για να μεν ξιχάσουμεν τούτους τους Ιούλιους. Τζαι τούτην η λύπη τζαι η σκοτεινιά γίνεται ένα με το πετσί μας, το δικόν μας τζαι των παιδκιών μας, τζαι των άλλων γενιών. Γινούμαστεν έναν κουβάριν που τυλιούμεν τζαι ξυτυλιούμεν ολόχρονα τζαι για πολλές ζωές. Τζαι ο κόσμος θωρεί μας πουπόξω τζαι νομίζει μας ευτυχισμένους. Τζαι μεσα μας κρούζουμεν σαν τούτην πυρά της Κύπρου. Σσιμώναν, καλοτζαίριν.

Στάσεις λεωφορείων

Στις στάσεις των λεωφορείων κοντοστέκονται οι άνθρωποι και μαζί τους οι φόβοι και οι τιμωρίες τους. Στις στάσεις των λεωφορείων κοιτάς τα βλέμματα ανθρώπων με τα καλάθια και τα σακίδιά τους γεμάτα στιγμές. Συχνά εκεί ακούς μικρές και σπάνιες ιστορίες μεγάλων ανθρώπων. Στις ίδιες στάσεις των λεωφορείων βλέπεις τη μοναξιά να περιμένει στα πρόσωπα και τα χέρια τους. Ίσως γιατί το καλοκαίρι τα σώματα ιδρώνουν παραπάνω και κολλάει η απουσία στο δέρμα.  Και πίνουν νερό για να ξεδιψάσουν για όσα δεν έρχονται.

13103494_10153991266075590_8618294349150000307_n(1)

 

Καμάρωσέ με

Τις καμαρωτές τις πόρτες μη φοβάσαι.

Ούτε ο χρόνος θα τις φθείρει, ούτε οι άνθρωποι.

Ο τεχνήτης της από άλλο αιώνα.

Τη λάτρεψε τόσο, πιότερο και από γυναίκα.

Άφησε τα σημάδια του ανεξίτηλα, παντοτινά.

1905: η ταυτότητά της.

Παλιά Λευκωσία, Ιούλιος 2017

Στην Ακτή του Κυβερνήτη

Μπαίναμε στο μικρό πορτοκαλί μίνι κούπερ φορτωμένο με τους πέντε μας, τις μεγάλες πράσινες σκηνές και κατευθυνόμασταν προς το Governor’s Beach. Όλα τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας η ίδια διαδρομή, η ίδια χαρά στα πρόσωπα όλων μας. Η διαδρομή αυτή σήμανε για μένα τουλάχιστον την έναρξη της πιο ωραίας εποχής του χρόνου: αυτής των καλοκαιρινών διακοπών.

Η Ακτή του Κυβερνήτη, το ανατολικότερο κομμάτι της παραλίας της Λεμεσού όπως αποκαλείται το Governor’s Beach, προήλθε από την Αγγλοκρατία μιας κι εκεί υπήρχε το εξοχικό όπου παραθέριζε ο εκάστοτε Άγγλος Κυβερνήτης. Αργότερα με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την “αποχώρηση” των Άγγλων, το εξοχικό παραδόθηκε στον τότε πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ο Μακάριος  χρησιμοποιούσε το εξοχικό κατά την καλοκαιρινή περίοδο, ενώ μετά τον θάνατό του το εξοχικό έκλεισε και παραμένει μέχρι σήμερα κλειστό. Αυτά λέγονται τουλάχιστον για τ΄ όνομα και την ιστορία της περιοχής αυτής.

Την δεκαετία του 80’ όταν παραθερίζαμε εκεί εγώ δε θυμάμαι ούτε εξοχικά, ούτε κυβερνήτες. Θυμάμαι μόνο τα γαλαζοπράσινα νερά της θάλασσας, το ψαροντούφεκο του πατέρα μου και τους αχινούς. Θυμάμαι το σόι από την Ευρώπη και τη Νότιο Αφρική, που ερχόταν για διακοπές φυσικά στον τότε παράδεισο του Governor’s Beach. Θυμάμαι κάθε πρωί τον πλανόδιο πωλητή να φέρνει φρέσκο γάλα σε μπουκάλια, ζεστές ταχινόπιτες και τυρόπιτες που τρυπούσαν τα ρουθούνια μας και την μητέρα μου να φτιάχνει καφέ σε γκαζάκι στο χάλκινο μπρίκι. Μετά ακολουθούσε πεζοπορία και κατάβαση από τα βράχια για να φτάσουμε στη «Γαλάζια Λίμνη» και εγώ ολημερίς να μουλιάζω μέσα στο αλμυρό νερό ή να χάνομαι με τις ώρες για ψάρεμα με τον πατέρα μου ως αργά το σούρουπο και ν΄αρνούμαι πεισματικά την επιστροφή στη σκηνή. Η χαρά μου ήταν οι βουτιές με την μάσκα, οι πεταλίδες και οι μαύροι θησαυροί: οι αχινοί, που ναι μεν έβριζα όταν με τσιμπούσαν, αλλά λάτρευα την γεύση τους.

Αξέχαστα ήταν επίσης τα βράδια: καθόμασταν με κεριά, δεν υπήρχε ούτε ίχνος ηλεκτρικού φωτός τότε, παρέα μας τ΄ αστέρια και το φεγγάρι και οι κιθαριστικές μελωδίες του θείου Filadelpho από τη Χιλή. Ο θείος Delpho μ’ έμαθε να κολυμπώ και μαζί δίναμε κοντσέρτα με λατινοαμερικάνικο κι ελληνικό ρεπερτόριο κάθε βράδυ σχεδόν. Και οι παραθεριστές των γειτονικών σκηνών, ντόπιοι και τουρίστες έσμιγαν τις φωνές τους μαζί μας σ΄ ένα γλέντι μεθυστικό.

Σαν ντοκιμαντέρ πέρασαν όλες αυτές οι εικόνες σήμερα από μπροστά μου, όταν βρέθηκα μετά από χρόνια πάλι στην Ακτή του Κυβερνήτη. Επέστρεψα σ΄αυτά τα καλοκαίρια του Rosa Maria se fue a la playa, που όλα ήταν αλλιώς και με τύλιξε μια γλυκιά μελαγχολία διαπιστώνοντας, ότι οι ζωές μας είναι ένα άλμπουμ ιστορίες δικών μας και ξένων που τείνουμε να ξεχνάμε, γιατί πια το living  δεν είναι τόσο easy. Αυτές οι ιστορίες όμως είναι γερά φυτρωμένες και καλοποτισμένες στην ψυχή μας και ζωντανεύουν πάλι με μια αφορμή, όσο μικρή κι αν είναι αυτή. Αυτές οι ιστορίες είναι οι δικοί μας κυβερνήτες.

7715_10153914946460590_1097754774819968741_n

Της λύπης

Mου λείπουν οι άνθρωποι που έφυγαν.

Μου λείπουν οι άνθρωποι που δεν ήρθαν ποτέ. 

Μου λείπουν αυτοί που δεν προλάβαμε ν’ αγκαλιαστούμε.

Μου λείπουν όσοι αγάπησα κάποιες μέρες της ζωής.

Μου λείπουν εκείνοι, που τα βήματά μας δεν συναντήθηκαν ποτέ στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Μου λείπουν τα δάχτυλά μας, οι γκριμάτσες του προσώπου, η χροιά της φωνής.

Αυτοί που λείπουν. Πόση λύπη;