Όταν έγινα μάνα

Όταν έγινα μάνα κατάλαβα πόσο μαμόθρεφτη ήμουνα. Όταν έγινα μάνα ξέχασα πως είναι να κοιμάσαι πολλές ώρες και να πίνεις αργά τον πρώτο καφέ της ημέρας. Όταν έγινα μάνα σταμάτησα να παίζω πιάνο και να περπατάω χωρίς ομπρέλα στη βροχή. Όταν έγινα μάνα ξέχασα πως είναι να μεθάς και να ξενυχτάς γιατί κάνεις ατελείωτα σεξ. Όταν έγινα μάνα άρχισα να φοβάμαι πολύ. Άρχισα να μετράω τους δαίμονες μέσα μου και δίπλα μου. Άρχισα να μετράω τις αντοχές μου. Όταν έγινα μάνα ξέχασα να μ΄αγαπάω και να με προσέχω,  γιατί άρχισα ν΄ αγαπάω και να προσέχω τα παιδιά μου κι αυτά μ΄ έκαναν πάλι ν΄ αγαπάω εμένα. 

Εκνευρίζομαι όταν ρωτάνε τις γυναίκες γιατί έκανες ένα, δύο, τρία, κανένα παιδί. Είναι μεγάλη τύχη να γίνεις μάνα και τα ζόρια και οι χαρές της μητρότητας δεν είναι μετάλλια να τα φοράς, άλλα μέρος της ζωής που επέλεξες και προχωράς μ΄αυτήν μέχρι το τέλος. Γιατί επιστροφές δεν γίνονται. Και τα δώρα τούτα δεν επιστρέφονται. Και είναι δώρα ανεκτίμητα.

Μάνα κατ΄επιλογή, μάνα κατά τύχη, μάνα διαζευγμένη, μάνα χήρα, μάνα άρρωστη, μάνα προσφυγοπούλα, μάνα εγκλωβισμένη, μάνα ξενιτεμένη, μάνα νότια, μάνα βόρεια, μάνα αφρικάνα, single mother,  mother to be και άλλες πολλές μάνες που έχω ξεχάσει. Ένας ρόλος ζωής δοσμένος ψυχή τε και σώματι, καλό- ή κακοπαιγμένος, που δεν σπουδάζεται, ένας ρόλος ακατάπαυστος και αφοπλιστικός. Ο πιο δύσκολος ρόλος της ζωής μου. Σήμερα γιορτάζα και πήρα ήδη τα δώρα μου. Και τα παιδιά μου είναι τα ομορφότερα δώρα που έχω πάρει ποτέ στη ζωή μου.

Unpack your memory

Θυμήσου πόσο αγαπήθηκες μικρός.

Θυμήσου πόσα ξενύχτια κάθησες κοντά μου.

Θυμήσου πόσα καλοκαίρια καθόμασταν στον ήλιο.

Θυμήσου τα βιβλία που μου χάρισες.

Θυμήσου τους δίσκους βινυλίου και τα γραμμόφωνα.

Θυμήσου τις νυχτερινές διαδρομές.

Θυμήσου τις μάχες και τις νίκες σου.

Θυμήσου εμένα, εσένα, εμάς.

Η μνήμη σου. Εκεί είναι. Όπως κι εγώ.

Βαρύ το έαρ

Όλο το αίμα που σε πόνεσε στρωμένο εκεί στο χώμα.

Όλη η λύπη που έσταζε σιωπηλά κάθε λεπτό.

Όσα ματώσαν μέσα σου και βάρυνε η καρδιά.

Όση απελπισία έγινε πέπλο γύρω σου.

Όσα ουρλιαχτά πνίγηκαν αθόρυβα στα κλειστά δωμάτια.

Κοντοστέκομαι σε κάθε βήμα και κοιτώ μια κόκκινη μελαγχολία.

Γιατί διάλεξες να φύγεις τόσο νέα;

Όμοδος, Κύπρος 2017

Στη Λευκωσία της Κύπρου

Σε βλέπω πίσω από τα συρματομπλέγματα

ν’ ακουμπάς το πρόσωπο στο τζάμι.

Να βλέπεις τα πουλιά πως μαζεύουν την τροφή τους.

Ν’ ακούς τη βροχή και να μυρίζεις το χώμα.

Να κάθεσαι στην αιώρα και να σε λούζει ο ήλιος.

Να γράφεις πάνω στο χιόνι τις λέξεις σου.

Να φτιάχνεις τσάι από δυόσμο.

Να χαμογελάς και να κλαις στις στιγμές που σε στιγμάτισαν.

Ποιος μας τεμάχισε την ψυχή; 

Ποιος μας μοίρασε το νησί στα δυό;

Σε βλέπω πίσω απ’ τα συρματομπλέγματα.

Λευκωσία, Μάιος 2017