Ερήμην σου

Όταν κλείσουν οι πόρτες, 

τότε καταλαβαίνεις πόσο πολύ άργησες.

Κι έρχεται πάντα τούτη η στιγμή,

που παραμένουν οι πόρτες κλειστές.

Ερήμην σου.

Λεμεσός, Παλιά πόλη, Μάρτιος 2017

From Vienna with love

Ο έρωτας μικρός ή μεγάλος δεν μετράει χιλιόμετρα.

Πάει έρχεται, διασχίζει δρόμους, σύννεφα.

Ξαποσταίνει που και που, ξεκουράζεται, συνεχίζει.

Ο έρωτας δε μετράει, ούτε μετριέται.

Βιέννη, 2006

Μανιασμένος άνεμος

Φοράω μαύρα γυαλιά στον ήλιο κι αδιάβροχο στη βροχή και προχωρώ.

Σαν αόρατος μαζί με τους υπόλοιπους τρέχω, αλλά δε σε φτάνω.

Ο μανιασμένος άνεμος ακυρώνει τα βήματά μου κρατώντας με μακρυά από τον διπλανό μου.

Στεκόμαστε ένα πλήθος στα φανάρια, στη δουλειά, στη ζωή. Στεκόμαστε μόνοι μας μες το πλήθος.

Βγάζουμε άλαλες κραυγές και κανείς δεν ακούει.

Προσπαθώ να πάω κόντρα στον άνεμο.

Να ξεχάσω κάθε νόμο της  φυσικής που έμαθα μικρός.
Να σε πιάσω από το χέρι, να σ΄αγκαλιάσω, να γελάσω δυνατά μαζί σου.
Δεν θα φοβηθώ να στηθώ όρθιος σε μια υπαρκτή επαφή.
Θα προσπαθήσω τουλάχιστον κι ίσως καταφέρω να ξεγελάσω τον άνεμο.
Κι ας είναι μανιασμένος.

Τικ τοκ

Τώρα πια άρχισα να μετράω: λόγια, στιγμές, πληγές, ουλές, πόνους, χαστούκια, απογοητεύσεις, έρωτες, φίλους, συγγενείς, θανάτους, σιωπές. Μετράω το χρόνο, σε μήνες, μέρες, ώρες, δευτερόλεπτα. Μετράω έναν χρόνο που δεν μετριέται σε χρήμα. Τικ τοκ, τικ  τοκ. Ποτέ γκλιν, γκλιν. Μετράω το τικ τοκ των ηχηρών γέλιων μικρών και μεγάλων, τικ τοκ της ατέλειωτης κουβέντας,  τικ τοκ της αγάπης και της αγκαλιάς, τικ τοκ της εκδρομής, τικ τοκ της θάλασσας, τικ τοκ της ευωδίας, της βροχής, των χρωμάτων, των ονείρων. Μετράω το τικ τοκ του αίματός μου που κυλάει ακόμα στις φλέβες, μετράω τις εκκρίσεις, τις θερμοκρασίες, τις σωματικές αντιδράσεις μου στον άλλο. Μετράω τα εγώ μου.

Μετράω πια και δεν υποτιμώ της αξία του πιο μικρού κόκκου της ζωής μου. Μεγάλωσα κι έμαθα να μετράω χωρίς δεδομένα και αυτονόητα.


Οι Χειμωνάνθρωποι

Πρόσωπα ανέκφραστα, χωρίς ρυτίδες. Μάτια θαμπά που δεν τα διαπερνά κανένα φως. Χείλη σουφρωμένα, μόνιμα κλειστά και χλωμά.

Σώματα που δεν μιλούν, δεν ακούνε τις φωνές εντός κι εκτός τους. Οι κινήσεις των χεριών και των ποδιών τους ευθείες, αυστηρές, μηχανικές, καθημερινά προγραμματισμένες και ίδιες. Πάντοτε μέσα στα περιθώρια, ποτέ εκτός πλαισίου.

Ψυχές μέσα σε ψευδαισθήσεις με απουσία κάθε πόθου και ευδαιμονίας, ντυμένες στο γκρι, αμπαρωμένες πίσω απ’ το κελί τους.

Μνήμες σκουριασμένες ή τρύπιες που βουλιάζουν στη λήθη, που συντηρούν τις σιωπές.

Οι Χειμωνάνθρωποι είναι τα βουνά που στην κορφή τους δεν φτάνει κανένας. Ούτε ένα ελάχιστο φως, ούτε μια αίσθηση αέρα, ούτε μια κραυγή, ούτε ένα «ζέστανέ με».