Μανιασμένος άνεμος

Φοράω μαύρα γυαλιά στον ήλιο κι αδιάβροχο στη βροχή και προχωρώ.

Σαν αόρατος μαζί με τους υπόλοιπους τρέχω, αλλά δε σε φτάνω.

Ο μανιασμένος άνεμος ακυρώνει τα βήματά μου κρατώντας με μακρυά από τον διπλανό μου.

Στεκόμαστε ένα πλήθος στα φανάρια, στη δουλειά, στη ζωή. Στεκόμαστε μόνοι μας μες το πλήθος.

Βγάζουμε άλαλες κραυγές και κανείς δεν ακούει.

Προσπαθώ να πάω κόντρα στον άνεμο.

Να ξεχάσω κάθε νόμο της  φυσικής που έμαθα μικρός.
Να σε πιάσω από το χέρι, να σ΄αγκαλιάσω, να γελάσω δυνατά μαζί σου.
Δεν θα φοβηθώ να στηθώ όρθιος σε μια υπαρκτή επαφή.
Θα προσπαθήσω τουλάχιστον κι ίσως καταφέρω να ξεγελάσω τον άνεμο.
Κι ας είναι μανιασμένος.

Σχολιάστε