Θάλασσα

Από τη θάλασσα εισέβαλαν οι κατακτητές και εμείς πνίξαμε τα όνειρά μας στο βυθό της. Πάνω σε σχεδίες και γεμάτα καράβια φτάσαμε στη στεριά, τη νέα πατρίδα με τις παράπλευρες απώλειές μας. Στη θάλασσα θυμάμαι καλοκαίρια της παιδικής και εφηβικής χαράς. Οι έρωτες και οι φιλίες ανεξίτηλα γραμμένες στη γεωγραφία των ελληνικών νησιών. Ωραία και τα πάρκα και τα κάστρα, οι λίμνες και οι Άλπεις, το πράσινο της Ευρώπης που έζησα. Επιλέγω όμως την αλμύρα της Μεσογείου, που αφήνει στο δέρμα και τη ψυχή το καθάριο και την καυτή άμμο που ξαναγράφουμε τ΄ όνομά μας. Γιατί το ατελείωτο μπλε της θάλασσας που γίνεται ένα με το γαλάζιο τ΄ουρανού δεν μπορεί να το αγγίξει κανένας εισβολέας.

11218695_10153393431635590_1133877047513011979_n

Πωμός, Κύπρος 2015

Με λένε Μαρία

Μαρία, Μαράκι, Μαριώ, Μαρίκα, Μαρούλα, Μαίρη, Μάρω, Μαριγώ και άλλα πολλά υποκοριστικά λιγότερο γνωστά.  Ένα όνομα, πολλές ονομαστικές γιορτές για τις Μαρίες,  σε σημείο εκνευριστικό συχνά, γιατί δεν ξέρεις πότε να ευχηθείς και πότε να σωπάσεις.  Λες Μαρία και μια γυναίκα σίγουρα θ΄ακούσει  τ’ όνομά της και θα γυρίσει να σε κοιτάξει, στη Μεσόγειο, στη Βόρεια Ευρώπη, στην Λατινική Αμερική, κάπου στο σύμπαν. Οι Μαρίες της μουσικής, της ποίησης και της λογοτεχνίας, του χορού, της επιστήμης, της αγάπης, του έρωτα, της φλόγας, του πόθου, του πάθους, της αγκαλιάς, της οικογένειας, της φιλίας. Μαρία με τα κίτρινα, με τα κόκκινα, με τα μαύρα. Μαρία του κόσμου όλου.

Η Μαρία ίσον ευτυχία, χαρά, ευκαιρία, ευθεία, ευημερία, πορεία, παρέα, ανήμερα θηρία, μακρινά τοπία, παρανομία, ιστορία, φαντασία, φλυαρία, δημιουργία, λατρεία και ο κατάλογος μακρύς.

Ειδικά τις μέρες που ζούμε γυρεύουμε κάθε Μαρία, που σαν άλλη Λωξάντρα έχοντας μυστικά της μπαχάρια την αγάπη, την γενναιοδωρία και την αλληλοστήριξη θέλει πάντα στη μεγάλη αυλή της να κερνάει όλους τους λαούς της γης τον καφέ και το γλυκό της. Θέλει να κερνάει με μοναδικό της όπλο την ανοιχτή αγκαλιά και να στέκεται στο ύψος του Ανθρώπου.

Ν΄ αγαπάτε τις Μαρίες σας σήμερα, αύριο και πάντα.

maria

Η γλύκα του ανθρώπου

Στο φούρνο της γειτονιάς μου δουλεύει χρόνια τώρα μια κοπέλα, γύρω στα σαράντα που έχει τα πιο θλιμμένα μελιά μάτια και το πιο γλυκό χαμόγελο που έχω δει τον τελευταίο καιρό. Μέσα από το σκουφάκι που φοράει στο κεφάλι ξεπετάγονται λίγες άσπρες τρίχες, που της δίνουν μια γλύκα στο πρόσωπο λες και το αλεύρι ή η ζάχαρη διάλεξαν να την στολίσουν, να της πάρουνε την θλίψη των ματιών της.

Κάθε φορά φεύγοντας από τον φούρνο μας κερνάει ένα μουστοκούλουρο ή ένα μπουρέκι της αναρής και εγώ νιώθω μια παιδική χαρά, γιατί υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που δωρίζουν μαζί με το κουλουράκι όλη τη γλύκα της ψυχής τους.

1622649_10153856927365590_5260501647152113021_n

Μπουρέκια και πισίες (παραδοσιακά γλυκά της Κύπρου)

Η Σουβλιά

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγοράκι που γεννήθηκε στην Κύπρο. Γεννήθηκε μεγάλο σε βάρος και σε ύψος. Του άρεσε πολύ το γάλα, πρώτα αυτό της μαμάς του και μετά το άλλο, αυτό του ψυγείου. Μέχρι που μεγάλωσε, βγήκαν τα πρώτα δοντάκια και άρχισε να μασουλάει. Τα δοκίμαζε όλα και του άρεσαν όλα. Και κάποτε έφτασε η στιγμή που έφαγε για πρώτη φορά σουβλάκι και πατάτες τηγανιτές, θα ήταν περίπου δυό χρονών. Τότε ένας καινούργιος γαστριμαργικός κόσμος άρχισε να ξετυλίγεται στη ζωή του μικρού καλοφαγά.

Σε όποιο μέρος της γης κι αν βρισκόταν η επιθυμία του ήταν μόνο μία: σουβλάκι ή σούβλα, αλλά πάντα με ρίγανη και λεμόνι. Αγαπούσε τόσο πολύ αυτό το φαγητό ώστε πολλές φορές το έβλεπε στον ύπνο του και στο ξύπνιο του επιθυμούσε διακαώς να το τρώει καθημερινά, άσχετο αν οι γονείς του δεν του ικανοποιούσαν τις κρεατοφαγικές του επιθυμίες.  Οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν και ο μικρός γινόταν όλο και πιο θυμώδης, επιθετικός, απότομος και ξεχνούσε να χαμογελά. Και το πιο περίεργο ήταν οι φωνές που άκουγε να βγαίνουν από την κοιλιά του.

Ένα βράδυ,  όταν πια ο μικρός έγινε έξι χρονών αποφάσισε να μην κοιμηθεί και κάθισε στο κρεβάτι του στα σκοτεινά, έβγαλε την πυτζάμα και έσκυψε στη κοιλιά του ψιθυρίζοντάς της:

– Ποιος φωνάζει εκεί μέσα; Ποιος είσαι εσύ που με πονάς;

Αμέσως μια βραχνή φωνή του απάντησε:

– Με λένε Σουβλιά και είμαι ένα δέντρο και τα κλαδιά μου είναι μυτερά σαν σμίλες, είναι οι  σουβλιές. Φύτρωσα στην κοιλιά σου, γιατί τρως πολλές σούβλες και σουβλάκια.

Ο μικρός ξαφνιάστηκε τόσο που χάιδεψε την κοιλίτσα του και την ρώτησε αμέσως με ανησυχία:

– Κοιλιά μου πως νιώθεις; Η Σουβλιά σ΄ενοχλεί και σένα;

Και τότε μια αδύναμη φωνούλα του απάντησε:

-Δεν αισθάνομαι καθόλου καλά. Η Σουβλιά με τις σουβλιές της με τσιμπάνε κάθε μέρα.  Δεν μ΄ αρέσει πια εδώ,  γιατί είναι ένας βούρκος και το έδαφος σάπιο. Νιώθω εξασθενημένη και οι άλλοι φίλοι μου εδώ δεν θέλουν να παίζουν πια μαζί μου. Ο φίλος μου το Έντερο όλο φουσκώνει και μυρίζει άσχημα.  Το Συκώτι και η Χολή είναι βαριά και άκεφα και οι δίδυμοι φίλοι μου τα Νεφρά βαριούνται να μου μιλήσουν. Σε παρακαλώ άσε την Σουβλιά να ξεραθεί, να μαραθεί, να φύγει. Θέλω να ξαναπαίξω και να χαμογελάω.

Το αγοράκι δάκρυσε, χάιδεψε ξανά την κοιλίτσα του και φόρεσε την πυτζάμα του. Έγειρε στο μαξιλάρι του και είπε σιωπηλά:

-Σου υπόσχομαι κοιλιά μου δεν θα τρώω πια πολλά σουβλάκια μόνο αραιά, που και που γιατί δεν θέλω να χάσεις τους φίλους σου και τη χαρά σου.

Την επόμενη μέρα, όταν ξύπνησε ο μικρός πήγε στην μαμά του και της είπε:

-Μάμα, δεν θέλω να ξαναφάω σουβλάκια για πολύ καιρό και θα σου πω μετά μια ιστορία για ένα δέντρο, είπε ο μικρός φεύγοντας μ΄ένα τεράστιο χαμόγελο.

Η μαμά του ξαφνιασμένη τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μέτωπο και έζησαν όλοι καλύτερα και με λιγότερα σουβλάκια.

11214321_10153275693565590_4701457912548533979_n

Λείπει- Λύπη

Λυπάμαι εύκολα. Και συνήθως λυπάμαι πολύ. Λυπάμαι για τους χαμένους έρωτες και τις τσακισμένες φιλίες. Λυπάμαι για τους εραστές που δεν πρόλαβαν στην μυρωδιά του ιδρώτα τους το πρώτο καλοκαίρι. Λυπάμαι για τη δειλία ν΄ αγαπηθούν εξαιτίας του ριζικού να μεγαλώνουν στις φυλακές των μικροαστικών οικογενειών τους. Λυπάμαι για τους έρωτες που δεν λιάστηκαν στο φως και βολοδέρνουν στα κλειστά δωμάτια ενός ανήμπορου φόβου. Λυπάμαι για τους έρωτες που δεν ειπώθηκαν και δεν ξύπνησαν ποτέ μαζί. Λυπάμαι για τους φίλους που λιποτάκτησαν στο πρώτο ράγισμα. Λυπάμαι όταν φοράνε σημαίες και βάζουν σύνορα και χρόνους και αξιώματα ανάμεσά τους. Λυπάμαι όταν μεταφράζουν το ψέμα ως αγάπη και δεν επιμένουν στην αγάπη που είναι καθαρή και αφτιασίδωτη. Λυπάμαι όταν οι φίλοι έχουν τάσεις αμνησίας και απώθησης και γίνονται κριτές μιας αυστηρότητας που δεν ξεπλύθηκε με δάκρυα. Λυπάμαι όταν οι φίλοι ταξιδεύουν στη σιώπη, μια σιωπή που δεν αντέχει την αλήθεια αλλάζοντας τη γεωγραφία της σχέσης τους. Λυπάμαι για την τσιγγουνιά και τη ζήλεια που κοχλάζουν σαν καζάνια μέχρι να ξεχειλίσουν. Λυπάμαι για τους ευνουχισμούς του έρωτα και της φιλίας που εμποδίζουν το βάρος της δύναμης που τους αξίζει.

Λυπάμαι για σένα και για μένα που δεν τολμήσαμε και δεν τολμάμε να ζήσουμε γεμάτα τον έρωτα και τη φιλία. Λυπάμαι για αυτούς που δεν φιλούν και δεν φιλεύουν πια.

11048651_934218983294695_7437760677528904844_n

Επέτειος

Πρώτη Αυγούστου. Τέτοια μέρα πριν αρκετά χρόνια παντρευτήκαμε στο Δημαρχείο ούσα έγκυος. Γάμος ξεγάμος, σύμφωνο συμβίωσης ή όχι, διαφωνίες, παλινωδίες, κρίσεις ή όχι αυτό που έχει σημασία είναι, όταν κλείσουν οι πόρτες και τα φώτα αυτός ή αυτή που κοιμάται δίπλα σου να γουστάρει τα χούγια σου πιότερο από τα καλά σου, να σ’ αγαπάει το ίδιο γυμνό και ντυμένο, να σε λατρεύει άνευ όρων και ορίων. Και αυτό να είναι υπαρκτό και αμοιβαίο για όσο, χωρις τίτλους και τα they lived happily ever after.

10626580_581582795296916_5594676492047634976_n

Photo Uli Kuehn