Ουραγκοτάγκος

 Ο Τόμας της είπε πως θα επέστρεφε στο σπίτι το αργότερο γύρω στις δώδεκα τα ξημερώματα. Η επόμενη μέρα ήταν Κυριακή, ήταν εντάξει να ξενυχτήσει λίγο παραπάνω. Είχε βγει με δύο συναδέλφους από την εταιρεία. Επέστρεψε στις τέσσερις. Δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα. Άφησε τα παπούτσια δίπλα στην εξώπορτα και μπήκε μέσα περπατώντας στις μύτες των ποδιών του. Δεν ήθελε με τίποτα να την ξυπνήσει και ν’ αρχίσει πάλι τα ίδια τι ώρα είναι αυτή που γυρνάς, πάλι ήπιατε πολύ, δεν άντεχω άλλο αυτή την κατάσταση. Γδύθηκε στα γρήγορα και ξάπλωσε δίπλα στη γυναίκα του, που κοιμόταν γυρισμένη στο πλάι. Καθώς πήγε να την αγκαλιάσει, άγγιξε ένα άλλο χέρι, ένα τρίτο με πολλές- πολλές τρίχες. Ο Τόμας σκιάχτηκε κι ανασηκώθηκε προσεχτικά από το κρεβάτι. Πήρε στα χέρια το κινητό του με το οποίο προσπάθησε να φωτίσει το ξένο σώμα δίπλα στη γυναίκα του. Δεν ήθελε ν΄ανάψει το λαμπατέρ στο κομοδίνο, φοβόταν μήπως βρεθεί μπροστά σε εκπλήξεις που δεν θ΄άντεχε ίσως. Με το λιγοστό φως από το κινητό εκείνος ο όγκος που η γυναίκα του αγκάλιαζε έμοιαζε με ουραγκοτάγκο: καφέ- κόκκινο τρίχωμα σ΄όλο του το σώμα, τεράστια κλειστά μάτια κι απ΄το ανοιχτό του στόμα έσταζαν σάλια. Ο Τόμας έμεινε άφωνος. Έφταιγε άραγε το πολύ ποτό που ήπιε εκείνο το βράδυ ή στην πραγματικότητα η γυναίκα του κοιμόταν με έναν ουραγκοτάγκο, που αγκάλιαζε τρυφερά; Έσβησε το κινητό και ξάπλωσε πάλι δίπλα της, ακίνητος, σε μια άβολη στάση, να μην ξυπνήσει κανένα.

Το επόμενο πρωί, όταν εκείνος ξύπνησε ήταν μόνος του στο κρεβάτι. Η ανάσα του βρωμούσε ακόμη αλκοόλ και είχε έναν απίστευτο πονοκέφαλο. Στην αρχή σκέφτηκε να ζητήσει εξηγήσεις για τον ουραγκοτάγκο- αν όντως ήταν ουραγκοτάγκος ή κάποιος άλλος άντρας τελοσπάντων. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε στην τουαλέτα και έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό του. Στη συνέχεια είδε το είδωλό του στον καθρέφτη και διαπίστωσε πως δεν θα της έλεγε το παραμικρό, γιατί εκείνη μετά θα άρχιζε πάλι τα ίδια: πως πάντα γυρνάει πολύ αργά μετά τις εξόδους του, ότι την αφήνει μόνη σε αυτό το τεράστιο σπίτι κοντά στο δάσος, ότι θέλει σκύλο ή γάτα αφού παιδιά δεν κάνανε, ότι της έφαγε τα νιάτα, ότι τον ρούφηξε η εταιρεία και δεν είναι πια ζωή αυτή μαζί του. Όταν επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο, άνοιξε το παράθυρο και οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν τις κορυφογραμμές των κυπαρισσιών στο δάσος που απλωνόταν μπροστά στα μάτια του. Ξαφνικά ο Τόμας είδε ανάμεσα σε δύο δέντρα ένα τεράστιο ζώο να σκαρφαλώνει ψηλά. Τι ήταν άραγε; Όλα ήταν μπερδεμένα στο μυαλό του.

Κατέβηκε ζωηρά στο κάτω όροφο. Θα την ρωτούσε, το πήρε απόφαση. Η γυναίκα του διάβαζε εφημερίδα. Την φίλησε στα μαλλιά και την καλημέρισε. Εκείνη χαμογελαστή, έκλεισε την εφημερίδα, σηκώθηκε χαρούμενη, γύρισε προς το μέρος του και με τρυφερότητητα χύθηκε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου κοιμήθηκα τόσο βαθιά που δεν κατάλαβα τι ώρα επέστρεψες στο σπίτι. Στο μεταξύ χθες το βράδυ στις ειδήσεις είπαν, πως κάποιο σπάνιο ζώο -δεν έδωσα σημασία- δραπέτευσε από τον ζωολογικό κήπο. Πόση μοναξιά ν’ αντέξει το καημένο στα κλουβι που το φυλάκισαν; Τι θα φάμε σήμερα, αγάπη μου;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s