Αζίζα

«Δεν θα τους αφήσω. Όχι, δεν θα προλάβουν να κάνουν όσα σχεδιάζουν», είπε η Αζίζα και φόρεσε το φούτερ με την κουκούλα πάνω από την βαριά ζώνη της. 

Ήταν Γενάρης του 2015, έξω είχε τρεις βαθμούς, στις ειδήσεις έλεγαν πως μπορεί να χιονίσει. Ξύπνησε, έκανε πρωινό για τον σύντροφο και το παιδί της αφήνοντας στο τραπέζι της κουζίνας ένα σημείωμα στο κίτρινο post it:  «Θα αργήσω σήμερα, έχουμε πολλή δουλειά στο περιοδικό, πάρε εσύ την μικρή από το μπαλέτο. Σας αγαπώ ισόβια». Πήρε το σακίδιό της και λίγο πριν κλείσει την εξώπορτα άφησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στην μικρή ντουλάπα του διαδρόμου, δίπλα σ΄εκείνα του Ζεράρ. «Δεν θα τα χρειαστώ μάλλον», σκέφτηκε κι έκλεισε σχεδόν αθόρυβα την πόρτα.

Κατέβηκε τους τρεις ορόφους πηδώντας δυό- δυό τα ξύλινα σκαλοπάτια, που έτριζαν απ΄ τη φθορά τους. Έμεναν στο 18ο arrodisement (διαμέρισμα) του Παρισιού, κοντά στην Μονμάρτη. Η Αζίζα είχε κληρονομήσει το δυάρι από τους γονείς της, αφού μετά τoν θάνατο του πατέρα, η μητέρα της επέστρεψε στο Αλγέρι. Εκείνη, μετά τις σπουδές της στην Λυών δεν δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά σε τοπικά περιοδικά και εφημερίδες κι αργότερα στο Παρίσι. Μοναχοπαίδι μεταναστών, γεννημένη στη Γαλλία, από μικρή ενδιαφερόταν για την τέχνη και την ισλαμική ιστορία. Ζωγράφιζε με τις ώρες και διάβαζε βιβλία για το Ισλάμ. Μαντήλα όμως δεν ήθελε να φορέσει. Ο πατέρας της το δέχτηκε. Η μάνα της όμως και η θεία της ποτέ.

«Μην αφήνετε τη μικρή να κάνει ό,τι θέλει. Είμαστε Μουσουλμάνοι. Κι άλλες είναι οι βουλές του Αλλάχ», μουρμούριζε συχνά ο Ισμαήλ, ο μεγαλύτερος ξάδελφός της από την μεριά της μάνας της. «Σωστά έλεγε ο παππούς, πως έπρεπε να είχαμε σκοτώσει τότε τον Σαρλ Ντε Γκλωλ. Κάποια στιγμή οι Γάλλοι όμως θα πληρώσουν. Αλλάχ Ακμπάρ, Αλλάχ Ακμπάρ» πρόσθετε ο Σαρίφ, ο μικρός αδελφός του Ισμαήλκάθε φορά που η συζήτηση στα οικογενειακά τραπέζια εξελισσόταν σε πολιτική.  Η Αζίζα δεν καταλάβαινε ούτε τότε στα δεκατρία της, ούτε αργότερα, γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να πιστεύουν σε όποιον Θεό θέλουν, να ντύνονται όπως νιώθουν εκείνοι πιο άνετα, να παντρεύονται από έρωτα, να μην είναι εγκλωβισμένοι στις εμμονές και τις πεποιθήσεις τους. Άκουγε και σώπαινε.

Με τον Ζεράρ γνωρίστηκαν στην εφημερίδα που δούλευε πριν πάει στο Charlie Hebdo. Εκείνος έκανε το αθλητικό ρεπορτάζ, εκείνη ήταν σκιτσογράφος. Έρωτας κεραυνοβόλος, έρωτας αδιανόητος για μια Μουσουλμάνα κι έναν Καθολικό. Τίποτα δεν μπήκε ανάμεσά τους, μήτε ανθρωπος μήτε Θεός. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Μετά από δυό χρόνια συμβίωσης είχε έρθει στον κόσμο  η μικρή. Ο πατέρας της Αζίζα δεν πρόλαβε να δει την εγγονή του και η μάνα της ήθελε να γυρίσει στο Αλγέρι μαζί με τ΄άλλα αδέλφια της. Οι μόνοι συγγενείς της στο Παρίσι ήταν ο Ισμαήλ και ο Σαρίφ. Δεν είχαν πια καμία επαφή, αφού εκείνοι φανατικοί του Ισλάμ πίστευαν, πως η ξαδέλφη τους «πρόδωσε»την καταγωγή και τη θρησκεία τους.

«Ξέρουμε πως εσύ ευθύνεσαι για το τεύχος La Vie de Mahomet (Η Ζωή του Μωάμεθ) με τα αισχρά σκίτσα σου. Πως μπόρεσες να μας προδώσεις; Αύριο μην πας στη δουλειά σου. Αύριο ο Αλλάχ θα δείξει το μεγαλείο του», είπε μια γνώριμη φωνή στο τηλέφωνό της, όταν εκείνο χτύπησε καθώς η Αζίζα ετοιμαζόταν να επιστρέψει το απόγευμα από τη δουλειά στο σπίτι. Ήταν άραγε εκείνος; Είχαν τόσα χρόνια να μιλήσουν. Ήξερε πως ήταν μπλεγμένος με τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια. Που βρήκε ο Σαρίφ το τηλέφωνό της; Όταν η γραμμή έκλεισε, κάθισε σαστισμένη μετρώντας τις αντοχές της· να πει τι και σε ποιον για εκείνη την προειδοποίηση; Κλείνοντας το φως στο γραφείο της, έβαλε το παλτό της για να φύγει. Εκείνη τη στιγμή την φώναξε ο συνάδελφος στο διπλανό γραφείο «Αζίζα, για κοίτα λίγο το αυριανό πρωτοσέλιδο». Ένα σκίτσο του συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ που έγραφε «Οι προβλέψεις του μάγου Ουελμπέκ: το 2015 χάνω τα δόντια μου…το 2022 κάνω Ραμαζάνι». Εκείνος χαμογελούσε, εκείνη κομπάζοντας λίγο τον επαίνεσε για το ευφάνταστο σκίτσο του και προφασιζόμενη πως πρέπει να πάρει την μικρή από το μάθημά της, έφυγε βιαστική.

Το επόμενο πρωί η Αζίζα είχε πάει πολύ νωρίτερα στη δουλειά απ΄όσο συνήθιζε. Δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ. Χωρίς να μπορεί να δουλέψει, γύρω στις δέκα άνοιξε τη τσάντα της και έβγαλε έναν κιτρινιασμένο φάκελο. Μέσα ήταν φωτογραφίες της παιδικής της ηλικίας: εκείνη, οι γονείς της, οι θείες της και τα δύο της ξαδέλφια σε μια εξοχή λίγο έξω από την πόλη έκαναν πίκνικ στην γαλλική επαρχία. Θα ήθελε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, να μαζεύει μαζί με τον Ισμαήλ και τον Σαρίφ πάλι αγριολούλουδα και να τρομάζουν τα βατράχια στον ποταμό ασταμάτητα. Λίγο πριν τις 10:30, άφησε ένα σημείωμα δίπλα στις φωτογραφίες· «Λυπάμαι για όλα»,  πήρε το σακίδιό της, αφού πρώτα έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του και βγήκε στο δρόμο.

Έβαλε την κουκούλα του φούτερ στο κεφάλι της, άγγιξε με προσοχή τη ζώνη και άρχισε να περπατάει στην οδό Νικολά Απέρ. Το κρύο ήταν τσουχτερό, σίγουρα θα χιόνιζε το βράδυ. Σταμάτησε στο νούμερο 6 και περίμενε έξω από την πολυκατοικία. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν γραφεία της Γαλλικής Μουσουλμανικής Πίστης. Ήξερε πως σύχναζαν εκεί αρκετοί μουσουλμάνοι. «Εδώ είναι το Charlie Hebdo την ρώτησαν σε άπταιστα γαλλικά δύο κουκουλοφόροι που έφτασαν εκεί στις 10.55. Η Αζίζα τους πλησίασε, κατέβασε την κουκούλα και είπε δυνατά: «Σαρίφ, εγώ είμαι. Σας περίμενα. Είμαι πανέτοιμη. Ναι, εδώ είναι το Charlie Hedbo! Ο Θεός είναι μεγάλος. Αλλάχ Ακμπάρ, Αλλάχ Ακμπάρ». Αμέσως ένας εκκωφαντικός ήχος ακούστηκε παντού. Θραύσματα από γυαλί, μαύρες στάχτες και ανθρώπινες σάρκες απλώθηκαν στην οδό Νικολά Απέρ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s